Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ ΜΕΛΙ ΣΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

ΤΟ ΜΕΛΙ ΣΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ 

Το μέλι, παρά τις πολλές ευεργετικές ιδιότητες του για τον ανθρώπο, μπορεί να προκαλέσει σοβαρά πρόβληματα, εάν καταναλωθεί απο βρέφη ηλικίας έως 12 μηνών.

Οι παιδίατροι προειδοποιούν τους γονείς να μη δίνουν μέλι στα μωρά τους, επειδή το - ακόμα - ευαίσθητο στομαχάκι τους είναι ευάλωτο στη βακτηριακή λοίμωξη. Αν το μικρόβιο εισέλθει στο έντερο του μωρού, ενδέχεται να αναπτυχθεί και να παράγει μια τοξίνη ή δηλητήριο, που οδηγεί σε βρεφική αλλαντίαση. Πρόκειται για μια σπανιότατη νόσο, που προκαλείται από μικρόβιο, το οποιο ζει συνήθως σε λανθάνουσα μορφή στο έδαφος και τη σκόνη και περιστασιακά, στο μέλι. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν δυσκοιλιότητα, λήθαργο, δυσκολίες σίτισης και αδύναμο κλάμα.
Το μέλι είναι ασφαλές για τα παιδιά ηλικίας από 12 μηνών και πάνω , αλλά σε μικρότερης ηλικίας μωρά το έντερο δεν είναι επαρκώς αναπτυγμένο, ώστε να μπορεί να καταπολεμήσει τα βακτήρια. Για τον λόγο αυτο, οι γονείς δε πρέπει να δίνουν μέλι έως ότου το μωρό γίνει ενός έτους.
Σε μικρότερα μωρά, η μητέρα μπορεί να δώσει - αντι για μέλι  και ζάχαρη, το σιρόπι ενός μήλου, για να «γλυκάνει» μια κρεμούλα του.

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΥΦΛΩΝ


 Επίδομα Τυφλότητας
Σύμφωνα με το ισχύον νομικό καθεστώς στην Ελλάδα οι τυφλοί και όσοι έχουν οπτική οξύτητα κάτω του ενός εικοστού (1/20) και στους δύο οφθαλμούς και μη ιάσιμη πάθηση (άρθρο 1 του Ν.958/79) δικαιούνται επίδομα τυφλότητας από την Κοινωνική Πρόνοια

Βήματα διεκδίκησης του επιδόματος τυφλότητας:
Απευθύνεστε στην Διεύθυνση Κοινωνικής Πρόνοιας του τόπου μόνιμης κατοικίας σας, προσκομίζοντας πρόσφατη φωτογραφία (μικρή) την αστυνομική σας ταυτότητα και ένα λογαριασμό ΔΕΗ ή ΟΤΕ ή ΕΥΔΑΠ στο όνομα σας.
Ο υπεύθυνος για τα επιδόματα τυφλότητας θα σας δώσει την αίτηση και ένα έντυπο, πάνω στο οποίο θα βάλει την φωτογραφία. Το έντυπο αυτό θα πρέπει να συμπληρωθεί από οφθαλμίατρο κρατικού νοσοκομείου, βαθμίδας επιμελητή Α ή Διευθυντή οφθαλμολογικής κλινικής.
Η συμπλήρωση του εντύπου από τον οφθαλμίατρο περιλαμβάνει την καταγραφή της πάθησης των ματιών, και την διαβεβαίωση ότι ο ενδιαφερόμενος είναι με βάση τη νομοθεσία τυφλός {η οπτική οξύτητα κάτω του ενός εικοστού και μη ιάσιμη και στους δύο οφθαλμούς). Ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει μαζί του και την αστυνομική του ταυτότητα. *Μην ξεχάσετε το γνήσιο της υπογραφής του οφθαλμίατρου, από το πρωτόκολλο του νοσοκομείου.
Καταθέτετε στον υπεύθυνο για τα επιδόματα τυφλότητας την αίτηση, το έντυπο και τα υπόλοιπα δικαιολογητικά που σας ζητήθηκαν. Εκείνος θα σας ενημερώσει για το ύψος και τον χρόνο επιδότησης σας. Μετά από αυτό θα παίρνετε το επίδομα κάθε δίμηνο με ταχυδρομική επιταγή και θα είστε εγγεγραμμένος στα μητρώα τυφλότητας της Πρόνοιας.
Κάρτα Ανεργίας του ΟΑΕΔ για άτομα με αναπηρία
Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία οι τυφλοί όπως και όλα τα άτομα με αναπηρία δικαιούνται κάρτα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ, την οποία δεν ανανεώνουν κάθε μήνα.

Για την έκδοση της κάρτας χρειάζεστε:
Ποσοστό Αναπηρίας από Υγειονομική Επιτροπή ΑΜΕΑ του ΙΚΑ. Καταθέτετε στο υποκατάστημα του ΙΚΑ της περιοχής σας αίτηση για εξέταση από Υγειονομική Επιτροπή ΑΜΕΑ μαζί με γνωμάτευση για το πρόβλημα της όρασης σας και την οπτική σας οξύτητα από οφθαλμίατρο κρατικού νοσοκομείου, αναφέροντας τον λόγο που αιτείστε το ποσοστό αναπηρίας. Το ραντεβού ορίζεται μέρες και ώρες που συνέρχεται η επιτροπή ΑΜΕΑ. [ Δεν είναι απαραίτητο να είστε ασφαλισμένος του ΙΚΑ. ]
Βεβαίωση απόδοσης ΑΦΜ (Αριθμός Φορολογικού Μητρώου), εκδίδεται από την ΔΟΥ της περιοχής σας
Αστυνομική Ταυτότητα
Υπεύθυνη δήλωση ότι είστε άνεργος
Καταθέτετε τα δικαιολογητικά στο υποκατάστημα του ΟΑΕΔ της περιοχής σας, στο τμήμα ΑΜΕΑ. Η συνηθέστερη διαδικασία μετά απ’ αυτό είναι να συνεργαστείτε με τον εργασιακό σύμβουλο της υπηρεσίας για την συμπλήρωση του εντύπου εξατομικευμένης παρέμβασης (περιέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις σας και τις δεξιότητες σας) και να ενημερωθείτε για τα τρέχοντα προγράμματα του ΟΑΕΔ.
Εισαγωγή στην τριτοβάθμια Εκπαίδευση
Σύμφωνα με τις διατάξεις της Υπουργικής Απόφασης με αριθ.Φ.152/Β6?1504/23-5-2001 (ΦΕΚ 659 Τ.Β) οι τυφλοί και όσοι πάσχουν από σοβαρές ασθένειες με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67% που είναι απόφοιτοι Λυκείου ή ΤΕΕ εγγράφονται στην σχολή ή το τμήμα της επιλογής τους χωρίς εξετάσεις σε ποσοστό θέσεων 3% επί του συνολικού αριθμού εισακτέων. Σε περίπτωση που ο αριθμός των αιτήσεων των υποψηφίων σε σχολή ή τμήμα είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των θέσεων που αντιστοιχεί στο ανωτέρω ποσοστό η επιλογή γίνεται από την ίδια την σχολή με βάση τον βαθμό του απολυτηρίου των υποψηφίων.

Δικαιολογητικά που απαιτούνται:
Γνωμάτευση γιατρού οφθαλμιάτρου μέλους ΔΕΠ (Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού) οποιουδήποτε Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος
Ποσοστό αναπηρίας βεβαιωμένο από Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του οικείου νομού
Κατάθεση Αίτησης στις σχολές ενδιαφέροντος, συνοδευόμενη από τα δικαιολογητικά που καταθετουν οι νεοεισαγόμενοι φοιτητές καθώς και το ποσοστό αναπηρίας
Απολυτήριο Λυκείου ή ΤΕΕ
Αντίγραφο αστυνομικής ταυτότητας
            
Σχολή Τηλεφωνητών
Αφορά την δυνατότητα σας να παρακολουθήσετε την σχολή τυφλών τηλεφωνητών του ΟΕΕΚ στο ΙΕΚ Νέας Σμύρνης. Η διάρκεια σπουδών είναι ένα έτος και ένα εξάμηνο πρακτικής άσκησης. Η ειδικότητα αυτή με τον τίτλο «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ: Άτομα με Προβλήματα Όρασης Χειριστές Τηλεφωνικού Κέντρου Εξυπηρέτησης Πελατών» δίνει τη δυνατότητα στους κατόχους τους να διεκδικήσουν θέσεις τυφλών τηλεφωνητών που προκηρύσσονται για δημόσιους φορείς μέσω ΟΑΕΔ. Οι αιτήσεις γίνονται στις αρχές κάθε εξαμήνου (Φθινοπωρινό και Εαρινό) με προθεσμίες που ανακοινώνει το ΙΕΚ Ν. Σμύρνης.
Δικαιολογητικά που απαιτούνται:
Απολυτήριο Λυκείου ή ΤΕΕ (επικυρωμένο φωτοτυπία)
Επικυρωμένη φωτοτυπία Αστυνομικής Ταυτότητας
Απόκομμα επιδόματος τυφλότητας
Γνωμάτευση με το πρόβλημα της όρασης από οφθαλμίατρο Κρατικού Νοσοκομείου.
Ακουόγραμμα – ακουολογική εξέταση από Κρατικό Νοσοκομείο
Υπευθυνη Δήλωση ότι είναι άνεργος
Αίτηση (δίνεται από το ΙΕΚ ) στην οποία επισυνάπτονται τα παραπάνω
Κατά περίπτωση μπορείτε να καταθέσετε και άλλα δικαιολογητικά, όπως έγγραφα που αποδεικνύουν πολυτεκνία ή έγγραφα σχετικά με άλλο πρόσωπο της οικογένειας σας που είναι άτομο με αναπηρία. Η παρουσία του ίδιου του ενδιαφερόμενου είναι απαραίτητη.
Έκπτωση στο λογαριασμό ΟΤΕ
Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία οι τυφλοί δικαιούνται έκπτωση μέχρι 2.000 μονάδες κάθε δίμηνο στον προσωπικό τους λογαριασμό σταθερής τηλεφωνικής σύνδεσης του ΟTE. Για να τύχετε της προαναφερθείσας έκπτωσης, καταθέστε στο υποκατάστημα του ΟΤΕ την σχετική αίτηση, συνοδευόμενη από μια βεβαίωση ότι είστε εγγεγραμμένος στο μητρώο Τυφλότητος. Η βεβαίωση εκδίδεται από τη Δνση Προνοίας της περιοχής σας.
Κάρτα Απεριόριστων Διαδρομών
Αφορά την δωρεάν είσοδο σε όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς, μπλε λεωφορεία, τρόλεϊ, μετρό εντός των ορίων της Νομαρχίας που εκδίδει την κάρτα, καθώς και έκπτωση 50% σε υπεραστικές συγκοινωνίες και ΟΣΕ. Τα τυφλά άτομα δικαιούνται δύο ίδιες κάρτες ( η δεύτερη προορίζεται για τον συνόδό τους), οι οποίες εκδίδονται από την Νομαρχία στις αρχές του κάθε χρόνου.
 

Δικαολογητικά που απαιτούνται:
Αίτηση (χορηγείται από την υπηρεσία)
Φωτοτυπία Αστυνομικής Ταυτότητας
Τελευταίο απόκομμα πληρωμής επιδόματος ή γνωμάτευση Α/θμιων Επιτροπής με ποσοστό παθολογο-ανατομικής αναπηρίας 67% τουλάχιστον.
Το Ασφαλιστικό Βιβλιάριο Υγείας
Δύο πρόσφατες έγχρωμες φωτογραφίεs (την πρώτη φορά)
Ατέλεια αυτοκινήτου
Αφορά την αγορά αναπηρικού αυτοκινήτου με μειωμένους δασμούς. Στην Διεύθυνση Υγείας & Δημόσιας Υγιεινής της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης της περιοχής σας πρέπει να καταθέσετε τα εξής δικαιολογητικά:
Ιατρική Γνωμάτευση από Κρατικό Νοσοκομείο Ιατρού Οφθαλμιάτρου, υπογεγραμμένη από το Δ/ντη της κλινικής ή Επιμελητή Ά. Το γνήσιο της υπογραφής θεωρημένο από το Διοικητή του Νοσοκομείου.
Υπεύθυνη δήλωση στην οποία να δηλώνεται ότι "Πρώτη φορά υποβάλλω αίτηση σε Πρωτοβάθμια Υγειονομική επιτροπή προκειμένου να μου εκδοθεί απόφαση, που θα χρησιμοποιήσω για την αγορά αναπηρικού αυτοκινήτου με μειωμένους δασμούς"
Λογαριασμό ΔΕΗ ΟΤΕ ή ΕΥΔΑΠ στο όνομα του ενδιαφερόμενου
Αστυνομική ταυτότητα και φωτοτυπία της ταυτότητας
Θα σας ορίσουν ραντεβού για να εξεταστείτε από την πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή. Δικαίωμα εξέτασης έχουν όλοι οι Ελληνες πολίτες από 4 - 70 ετών.
http://www.fte.org.gr/html/par.htm

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΕ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ

ΙΣΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΙΣΕΣ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ
Τα άτομα με ειδικές ανάγκες θα πρέπει να έχουν τα έξης δικαιώματα:

· το δικαίωμα μιας φυσιολογικής ζωής, όπου να γίνεται σεβαστή η ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους
· το δικαίωμα μιας κατάλληλης ιατρικής φροντίδας, με όσα βοηθήματα και είδικες προσαρμογές χρειάζεται
· το δικαίωμα εκπαίδευσης, τεχνικής κατάρτησης και αποκατάστασης, βοήθειας, συμβουλευτικών υπηρεσιών, υπηρεσιών εύρεσης εργασιάς και όποιων αλλών υπηρεσιών που θα τους δώσουν τη δυνατότητα να αναπτύξουν τις δυνατότητες τους
· το δικαίωμα οικονομικής και κοινωνικής ασφάλειας και το δικαίωμα ενός ικανοποιητικού βιοτικού επιπέδου
· το δικαίωμα μιας παραγωγικής απασχόλησης και συμμετοχής σε συνδικαλιστικές οργανώσεις
· το δικαίωμα να λαμβάνονται υπόψη οι άναγκες τους σε κάθε στάδιο του οικονομικού και κοινωνικού προγραμματισμού
· το δικαίωμα να ζουν με την οικογένεία τους και να συμμετέχουν σε όλες τις κοινωνικές, δημιουργικές και
ψυχαγωγικές δραστηριότητες
· το δικαίωμα να συμμετέχουν στο νομικό και πολιτικό σύστημα
· το δικαίωμα προστασίας από κάθε είδους εκμετάλευση, κακομεταχείριση ή ταπεινωτική αντιμετώπιση.
ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΟΥ

Το άρθρο 21 ορίζει ρήτα ότι το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών και λαμβάνει ειδικά μέτρα για την προστασία της αναπηρίας (είτε αύτη είναι πνευματική είτε σωματική είτε αισθητηριακή). Κατά συνέπεια, η Πολιτεία οφέιλει, με την λήψη συγκεκριμένων νομοθετικών, θεσμικών και διοικητικών μέτρων, να εκδηλώνει έμπρακτα το ενδιαφέρον της για τα άτομα με ειδικές ανάγκες.
Σύμφωνα με το άρθρο 26, τα ανθρώπινα δικαίωματα των κωφών και βαρυκόων ατόμων, ως μελών του κοινωνικού συνόλου, τελούν, όπως και όλων των άλλων πολιτών, υπό την εγγύηση του Κράτους και τα όργανά του υποχρεούνται να διασφαλίζουν την άσκησή τους χώρις εμπόδια.
Η αναγνώριση και η προστασία των θεμελιωδών και απαράγραπτων δικαιωμάτων όλων των πολίτων (άρα και των αναπήρων οποιασδήποτε κατηγορίας) από το Κράτος αποβλέπει στην πραγματοποίηση της κοινωνικής προόδου με ελευθερία και δικαιοσύνη.
Τέλος το Κράτος έχει το δικαίωμα να αξίωνει από όλους τους πολίτες να εκπληρώνουν το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΩΝ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ Ε.Ε.

Συμφώνα με το άρθρο 26 του Κοινοτικού Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων, κάθε ανάπηρο άτομο (άρα και κάθε κωφό ή βαρήκοο άτομο), ανεξάρτητα από την προέλευση και τη φύση της αναπηρίας του, πρέπει να απολαμβάνει συγκεκριμένων πρόσθετων ευεργετημάτων με σκόπο να ευνοηθεί η επαγγελματική και κοινωνική του ένταξη.
Τα ευεργετήματα αυτά πρέπει να αφόρουν, ανάλογα με τις δυνατότητες των ενδιεφερομένων, την επαγγελματική κατάρτιση, την εργονομία, τη δυνατότητα πρόσβασης, την κινητικότητα, τα μεταφορικά μέσα και την κατοικία.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ Α.Μ.Ε.Α. ΑΠΟ ΤΟΝ Ο.Η.Ε.

Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) έχει ανάγνωρίσει τα θεμελιώδη δικαιώματα των ΑΜΕΑ με δύο αποφάσεις / διακηρύξεις της Γενικής του Συνέλευσης:

α) την 2856/20-12-71, που αναφέρεται ειδικά στα δικαιώματα των πνευματικά καθυστερημένων παιδιών, και
β) την 3447/9-12-75, που αναφέρεται γενικά στα δικαιώματα των αναπήρων ατόμων.

Παραθέτουμε ενδεικτικά μερικά αποσπάσματα απότην διακήρυξη αυτή, που έχουν, κατά τη γνώμη μας, ιδιαίτερη σημασία για τα ΑΜΕΑ και χαρακτηρίζουν το πνεύμα και τους σκοπούς της διακήρυξης:

· Τα ανάπηρα άτομα έχουν τα ίδια πολιτικά δικαιώματα όπως οι άλλοι άνθρωποι.
· Τα ανάπηρα άτομα έχουν δικαίωμα για ιατρική, ψυχολογική και λειτουργική μεταχείρηση.
· Τα ανάπηρα άτομα έχουν δικαίωμα για οικονομίκη και κοινώνικη ασφάλιση και για ένα καθώς πρέπει επίπεδο ζώης.
· Τα ανάπηρα άτομα έχουν δικαίωμα οι ειδικές ανάγκες τους να λαμβάνονται υπόψη σε όλα τα επίπεδα του οικονομικού και κοινωνικού σχεδιασμού.
· Τα ανάπηρα άτομα έχουν το δικαίωμα να ζούν με τις οικογένειές τους ή με τους θετούς γονείς τους και να λαμβάνουν μέρος σε όλες τις κοινωνικές, δημιουργικές ή ψυχαγωγικές δραστηριότητες.
· Κανένα ανάπηρο άτομα δεν θα υπόκειται, όσον αφορά την κατοικία του, σε διαφορετική μεταχείριση, άλλη από εκείνη που απαιτείται από την κατάσταση του ή από τη βελτίωση της. Έαν η παραμονή ενός αναπήρου σε ένα ειδικό ίδρυμα είναι απαραίτητη, το περιβάλλον και οι συνθήκες ζωής σ'αυτό θα είναι όσο το δυνατό πλησιέστερες με έκεινες της κανοκικής ζωής ενός συνομηλίκου του.
ΑΣΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Α. Περιορισμός των αστικών δικαιωμάτων των κωφών
(Άρθρα Αστίκου Κώδικα 128-133, 1686, 1688, 1689, 1705-1709, άρθρο 19 Ν.1329/83)

Τα κωφά και βαρύκοα άτομα έχουν και μπορούν να ασκήσουν όλα τα αστικά δικαιώματα που απολαμβάνουν όλα τα άλλα άτομα που είναι ικανά για δικαιοπραξία (δήλωση βουλήσεως προσώπου με σκοπό τη δημιουργία ηθελημένων εννόμων αποτελεσμάτων), με εξαίρεση τις περιπτώσεις εκείνες που, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, είναι ανίκανα για δικαιοπαξία διότι βρίσκονται υπό δικαστικά ή νόμιμη απαγόρευση.
Υπό δικαστική απαγόρευση τίθεται όποιος, ένεκα σωματικής αναπηρίας, κυρίως δε επειδή είναι εκ γενετής κωφός ή τυφλός ή άλαλος, αδύνατει να φροντίσει τον εαυτό του ή την περιούσια του.
Η απαγόρευση κηρύσσεται με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου έπειτα από αίτηση οιουσδήποτε συγγενούς, του συζύγου εκείνου που πάσχει, του επιτρόπου ή κηδεμόνα αυτού ή του εισαγγελέα.
Η αίτηση για την απαγόρευση πρέπει να συνοδεύεται με γνωμοδότηση του συγγενικού συμβουλίου. Το συγγενικό συμβούλιο συγκροτείται στον τόπο που έχει την κατοικία του ο ανάπηρος και αποτελείται από τον ειρηνοδίκη πρόεδρο και τους έξι πλησιέστερους συγγενείς του αναπήρου, που λαμβάνονται σε ίσο αριθμό από πατρική και τη μητρική γραμμή.
Υπό δικαστική αντίληψη τίθεται όποιος ένεκα σωματικής αναπηρίας, ιδίως επειδή είναι κωφός ή τυφλός ή άλαλος, βρίσκεται σε μερική αδυναμία να φροντίσει τον εαυτό του και τις υποθέσεις του.
Για την αίτηση υπαγωγής σε δικαστική αντίληψη και τη διαδικασία αυτής εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη δικαστική απαγόρευση.
Οι πράξεις εκείνου που βρίσκεται υπό δικαστική αντίληψη για τις οποίες ο νόμος απαιτεί τη συναίνεση του αντιλήπτορα (το πρόσωπο που έχει αναλάβει τη φροντίδα ) είναι άκυρες εφόσον έγιναν χωρίς αυτήν, όπως π.χ. να παραστεί σε δικαστήριο, να ένεργει εισπράξεις ή να εξοφλεί, να δανείζεται, να εκποιεί ακίνητη περιουσία κλπ. Επίσης, όποιος κωφός τελεί υπό απαγόρευση ή δικαστική αντίληψη δεν μπόρει να γίνει μέλος αγροτικού συνεταιρισμού.

Β. Κληρονομικό Δίκαιο
[Α.Κ. άρθρα 1719 (άρθρο 23 Ν. 1329/83), 1735, 1736, 1745]


Όσοι κωφοί τελούν υπό δικαστική αντίληψη δεν μπορούν να συντάξουν ιδιόγραφη διαθήκη. Κατά τη σύνταξη δημόσιας διαθήκης - δηλαδή διαθήκης που συντάσσεται ενώπιον συμβολαιογράφου με παρουσία μαρτύρων - εάν ο διαθέτης (το άτομο που αφήνει την περιουσία του μετά το θάνατό του σε άλλο πρόσωπο) δηλώσει ότι είναι κωφός και δεν μπορεί να διαβάσει χειρογραμμένα έγραφα, η διαθήκη συντάσσεται ενώπιον πέντε μαρτύρων ή δευτέρου συμβολαιογράφου και τριών μαρτύρων.
Εάν όμως ο διαθέτης, κατά τη γνώμη του συμβολαιογράφου, είναι άλαλος ή κωφάλαλος ή κωλύεται να μιλά κατ' άλλον τρόπο, μπόρει να συντάξει μόνο μυστική διαθήκη, να παραδώσει δηλαδή έγγραφο σε συμβολαιογράφο με παρουσία τριών μαρτύρων ή δευτέρου συμβολαιογράφου και ενός μάρτυρα δηλώνοντας ότι τούτο περιέχει τη διαθήκη του.
ΕΙΔΙΚΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΩΦΑΛΑΛΩΝ
Α. Ποινικός Κώδικας
(άρθρα 33, 38 & 83)

Ο Ελληνικός Ποινικός Κώδικας προβλέπει ειδική ποινική μεταχείριση τνω κωφαλάλων εγκληματιών, διότι πιστεύει ότι είναι άτομα ελαττωμένου καταλογισμού (απόδοση ευθύνης για διάπραξη ποινικού αδικήματος).
Έτσι το άρθρο 33 ορίζει ότι η ποινική πράξη που τελεί κάποιος κωφάλαλος δεν καταλογίζεται σ'αυτόν ( δεν του αποδίδονται ευθύνες) εάν κριθεί ότι δεν είχε την πνευματική ικανότητα που απαιτείται για να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του γι'άυτο
Εάν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμόγης των ανωτέρω διατάξεων, ο κωφάλαλος εγκληματίας τιμωρείται με ελαττωμένη ποινή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 του ποινικού κώδικα.
Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 του Π.Κ., εάν ο κωφάλαλος εγκληματίας, που έχει ελαττωμένη ικανότητα για καταλογισμό της πράξης του, κριθεί επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια και το ποινικό αδίκημα που διέπραξε είναι κακούργημα ή πλημμέλημα που απειλείται από το νόμο με ποινή στερητική της ελευθεριάς του ανώτερης των έξι μηνών, το δικαστήριο τον καταδικάζει σε περιορισμό εντός ψυχιατρικού καταστήματος ή παραρτήματος φυλακής.

Β. Κώδικας Ποινικής Δικονομίας
(άρθρο 227)
Μάρτυρες κωφοί και άλαλοι

Η εξέταση ώς μάρτυρα ή κατηγορούμενο ενός προσώπου που είναι κωφό, άλαλο ή κωφάλαλο γίνεται ώς έξης:
Όλες οι ερωτήσεις και οι τυχόν παρατηρήσεις καταγράφονται από το γραμματέα της ανάκρισης του δικαστηρίου, οι δε απαντήσεις δίδονται προφορικά.
Στον άλαλο, οι ερωτήσεις και παρατηρήσεις γίνονται προφορικά, αυτός δε απαντά γραπτά.
Στον κωφάλαλο, οι ερωτήσεις και παρατηρήσεις δίδονται εγγράφως και αυτός απαντά εγγράφως.
Εάν ο κωφός ή άλαλος ή κωφάλαλος είναι άπειρος να διαβάζει ή να γράφει, ο ανακρίνων ή ο διευθύνων τη συζήτηση διορίζει έναν ή δύο διερμηνείς, που επιλέγονται κατά προτίμηση μεταξύ εκείνων που έχουν την ικανότητα να συνεννοούνται με αυτόν.
Στο ακροατήριο, οι γραπτές απαντήσεις του άλαλου ή κωφάλαλου, αφού μόνο γραφούν από τον πρόεδρο και τον γραμματέα, αντιγράφονται στα πρακτικά και επισυνάπτονται στη δικογραφία.
ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΩΦΩΝ
Α. Ειδική Αγωγή
Η ειδική αγωγή πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στα κωφά και βαρήκοα άτομα παρέχεται δωρεάν από τα ειδικά σχολεία κωφών, τις ειδικές τάξεις ή τα ειδικά τμήματα ή ομάδες που λειτουργούν μέσα στα κοινά σχολεία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Επίσης ειδική αγωγή πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης παρέχεται από τα ειδικά σχολεία κωφών και βαρηκόων παιδιών του Εθνικού Ιδρύματος Προστασίας Κωφαλάλων (ΕΙΠΚ) και των παραρτημάτων του στη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα, τις Σέρρες και το Καστέλι Χανίων.

Το ΕΙΠΚ, που ιδρύθηκε με το νόμο 726/37, είναι ο πρώτος φορέας που ασχολήθηκε συστηματικά και αποκλειστικά με την ειδική αγωγή, την επαγγελματική εκπαίδευση και γενικά την προστασία των κωφών παιδιών στη χώρα μας. Από τα σχολεία του έχουν περάσει και αποφοιτήσει χιλιάδες κωφά άτομα, που έχουν ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο ως επιστήμονες ή επαγγελματίες με επιτυχία.

Β. Ειδική διαδικασία εξέτασης κωφών μαθητών
(Π.Δ.465/81 άρθρο 4 παρ.7)
Μαθητές τυφλοί, κωφοί ή βαρήκοοι καθώς και όσοι πάσχουν από μόνιμη ή παροδική σωματική αναπηρία ή ειδική διαταραχή του λόγου (λογοασθένεια, δυσλεξία) αποδεικνυόμενα, όταν δεν είναι εμφανή, από Ειδικό Διαγνωστικό Κέντρο, εξετάζονται προφορικά ή γραπτά κατά περίπτωση, ανάλογα με τις δυνατότητες τους και αξιολογούνται με βάση ένα από τα δύο προβλεπόμενα είδη δοκιμασίας μόνο.

Φυσικά, σύμφωνα με το νόμο, αποκλειστικός φορέας για κάθε θέμα που αναφέρεται στην ειδική αγωγή και την επαγγελματική εκπαίδευση των ατόμων με ειδικές ανάγκες γενικά είναι το Υπυργείο Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Γ. Καθ'υπέρβαση εγγραφή κωφών
(Ν. 1771/88 άρθρο 4 παρ. 1 περ. 6)
Η καθ'υπέρβαση εγγραφή τυφλών ή κωφαλάλων επιτρέπεται σε οποιοδήποτε τμήμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, εκτός από τα τμήματα εκείνα στα οποία, λόγω της φύσης της επιστήμης, είναι δυσχερής γι'αυτούς η παρακολούθηση, σύμφωνα με αιτιολογημένη απόφαση του τμήματος, που εγκρίνεται από τη σύγκλητο και ανακοινώνεται πρίν από την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους με το οποίο γίνεται η επιλογή.

Δ. "Φυσικώς αδύνατοι" υποψήφιοι
(Π..Δ.57/1990 άρθρο 17 (ΦΕΚ 24/τ.Α΄) ή Π.Δ. 238/1988 άρθρο 13)
Υποψήφιοι για τους οποίους η κατά τον υπαλληλικό κώδικα πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή γνωματεύει ότι εξαιτίας μόνιμης ή παροδικής σωματικής ή αισθητηριακής βλάβης δεν μπορούν να λάβουν μέρος στις γραπτές εξετάσεις υποβάλλονται, μετά από αίτηση τους που συνοδεύεται από τη γνωμάτευση της επιτροπής που προαναφέρθηκε, σε ειδικές εξετάσεις, που διενεργούνται γραπτά ή προφορικά από την οικεία επιτροπή εξέτασης "φυσικώς αδυνάτων" του άρθρου 33 κατά τον ίδιο χρόνο και με το ίδιο πρόγραμμα με το οποίο διενεργούνται οι γενικές εξετάσεις και πάνω στα ιδία θέματα, στα οποία εξετάζονται οι υποψήφιοι. Με απόφαση της οικείας επιτροπής εξέτασης "φυσικώς αδυνάτων", μπορεί να παρατείνεται κατά περίπτωση και μόνο γι'αυτήν την κατηγορία υποψηφίων η διάρκεια εξέτασης τους, πέραν της καθοριζομένης από την Κ.Ε.Γ.Ε. διάρκειας για κάθε εξεταζόμενο μάθημα των γενικών εξετάσεων. Καθ'όλη τη διάρκεια της εξέτασης των υποψηφίων αυτών και για την αντιμετώπιση οποιασδήποτε έκτακτης ανάγκης παρευρίσκεται σχολίατρος ή ιατρός του δημοσίου ή ιδιώτης γιατρός, που ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 27 του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος
Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται ανάλογα και για τους υποψήφιους που προσκομίζουν ειδική διαγνωστική έκθεση ιατροπαιδαγωγικού κέντρου ή σταθμού, από την οποία προκύπτει ότι η επίδοση τους στα μαθήματα δεν είναι δυνατόν να ελεγθεί με γραπτές εξετάσεις, γιατί πάσχουν από δυσλεξία.


Ε. Εισαγωγή άνευ εξετάσεων σε ΑΕΙ και ΤΕΙ ατόμων με ειδικές ανάγκες
( Ν. 1946/14.5.1991,άρθρο 46)
Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης ζ΄της παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν.1351/1983, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν.1771/1988, αντικαθίσταται ως εξής:
"ζ) Τυφλοί - κωφαλαλοί - πάσχοντες από μεσογειακή αναιμία και δρεπανοκυτταρική ή μικροδρεπανοκυτταρική αναιμία, ως και πάσχοντες από συγγενή υδροκεφαλία με μονιμή τεχνητή παροχέτευση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού (shunt), συνοδευόμενα και από άλλες διαμαρτίες όπως αραχνοειδής κύστη με φαινόμενα επιληπτικής κρίσης. Η πάθηση όσων ανήκουν στις κατηγορίες αυτές πιστοποιείται από την πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή του Νόμου, μετά από δωρεάν βεβαίωση γιατρού μέλους διδακτικού επιστημονικού προσωπικού οποιουδήποτε ΑΕΙ αντίστοιχης ειδικότητας."
ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΚΩΦΩΝ ΑΤΟΜΩΝ
(Ν. 2328/95 άρθρο 3)
Σύμφωνα με τον ανωτέρω νόμο:
Οι τηλεοπτικοί σταθμοί υποχρεούνται να περιλαμβάνουν στο ημερήσιο πρόγραμμα τους ένα τουλάχιστον πεντάλεπτο δελτίο ειδήσεων στη νοηματική γλώσσα με ταυτόχρονη αναγραφή υποτίτλων για την ενημέρωση των κωφών ατόμων.
Οι τηλεοπτικοί σταθμοί υποχρεούνται να περιλαμβάνουν στο πρόγραμμά τους, μία τουλάχιστον φορά το δεκαπενθήμερο, ενημερωτικό ή ψυχαγωγικό ή εκπαιδευτικό πρόγραμμα ημίωρης τουλάχιστον διάρκειας στη νοηματική γλώσσα με ταυτόχρονη αναγραφή υποτίτλων για τα κωφά άτομα.
Οι διερμηνείς νοηματικής γλώσσαςεπιλέγονται από τους τηλεοπτικούς σταθμούς μετά από γνώμη της Ομοσπονδίας Κωφών Ελλάδος.
Οι παραπάνω ελάχιστες υποχρεώσεις δεν εμποδίζουν τους τηλεοπτικούς σταθμούς και ιδίως την ΕΡΤ Α.Ε. στην ανάληψη πρόσθετων πρωτοβουλιών προς εξυπηρέτηση των κωφών ατόμων.
Οι τηλεοπτικοί σταθμοί υποχρεούνται να μεταδίδουν δωρεάν μηνύματα κοινωνικού περιεχομένου διάρκειας δύο πρώτων λεπτών της ώρας καθημερινά, ιδίως για θέματα υγείας, πρόνοιας και μέριμνας για τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Σε περίπτωση πληθώρας παρόμοιων μηνυμάτων, η επιλογή γίνεται με κλήρωση.
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΗΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΩΦΩΝ ΑΤΟΜΩΝ
Το θέμα της επαγγελματικής κατάρτισης και αποκατάστασης των κωφών ατόμων είναι το σοβαρότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τόσο τα άτομα αυτά και το οικογενειακό τους περιβάλλον όσο και η πολιτεία.
Ειδική σχολή επαγγελματικής εκπαίδευσης κωφών ατόμων σε μόνιμη βάση δεν υπάρχει στη χώρα μας. Με το θέμα αυτό ασχολούνται, εφαρμόζοντας κατά καιρούς διάφορα πραγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης, το Εθνικό Ίδρυμα Προστασίας Κωφών (ΕΙΠΚ), το Εθνικό Ίδρυμα Αναπήρων (ΕΙΑ), ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), το ΚΕΕΣΕ του Δήμου Αργυρούπολης και ιδιωτικά Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ) όπως το ΚΕΚ ΜΙΤ, που εδρεύει στην Αθήνα και έχει παραρτήματα στη Θεσσαλονίκη και στην Πάτρα.
Το Υπουργέιο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, παρότι, σύμφωνα με το νόμο 1566/85, είναι αποκλειστικός φορέας και για την ειδική επαγγελματική εκπαίδευση των ΑΜΕΑ γενικά, δεν ασχολείται με το θέμα, στο χώρο των κωφών, παρά μόνο με τη λειτουργία των μονάδων ειδικής κατάρτισης.
ΕΡΓΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΕΙΣ ΧΩΡΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΜΕΑ
( Αποφάσεις Υπ. Εργασίας 446/95)
Σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο ΟΑΕΔ συμμετέχει στη δαπάνη του εργοδότη για την εργονομική διευθέτηση του χώρου εργασίας ένος ατόμου με ειδικές ανάγκες σε ποσοστό 90% της συνολικής δαπάνης, χωρίς όμως να υπερβαίνει το ποσό των 200.000 δρχ., με σκοπό να γινούν οι απολύτως απαραίτητες διευθετήσεις προκειμένου να διευκολυνθεί η απασχόληση του αναπήρου ατόμου και να γίνει αυτή πιο άνετη, πιο ασφαλής και πιο παραγωγική
ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΗ ΕΡΓΟΔΟΤΩΝ ΓΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΑΜΕΑ
(Απόφαση Υπ. Εργασίας 33734/95)
Σύμφωνα με όσα ορίζει η ανωτέρω απόφαση, Ιδιωτικές Επιχειρήσεις, Επιχειρήσεις Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Κοινής Ωφέλειας, Συναιτερισμών, Επαγγελματικών σωματείων και Ενώσεων που προσλαμβάνουν και απασχολούν ΑΜΕΑ με τις διαδικασίες του Ν. 1648/86, όπως τροποποιήθηκε, επιχορηγούνται από τον ΟΑΕΔ με ποσά που κυμαίνονται από3000 έως 5000 δρχ την ημέρα για τα δύο πρώτα χρόνια απασχόλησης.
Η 159/82 ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΚΑΙ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΤΩΝ ΑΜΕΑ
Με τον νόμο 1556/85 κυρώθηκε η ανωτέρω Διεθνής Σύμβαση Εργασίας, η οποία ισχυεί πλέον ως νόμος του Κράτους, που αφορά την επαγγελματική επαναπροσαρμογή και απασχόληση των ΑΜΕΑ όλων των κατηγοριών.
Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή, η χώρα μας πρέπει:
να θεωρεί ότι ο σκοπός της επαγγελματικής επαναπροσαρμογής είναι να επιρέψει στα ΑΜΕΑ να βρούν και να διατηρήσουν μια κατάλληλη απασχόληση, να εξελιχθούν επαγγελματικά και έτσι να διευκολύνει την ένταξη ή επανένταξή τους στην κοινωνία
να εφαρμόζει τις διατάξεις της σύμβασης προσαρμοσμένες στις εθνικές συνθήκες και ανάγκες και την εθνική πρακτική
να εφαρμόζει πολιτική στηριζόμενη στην αρχή της ισότητας των ευκαιριών για τα ΑΜΕΑ
να παρέχει και να αξιοποιεί υπηρεσίες επαγγελματικού προσανατολισμού, επαγγελματικής κατάρτισης, τοποθέτησης, απασχόλησης και άλλες συναφείς υπηρεσίες που προορίζονται να επιτρέψουν στα ΑΜΕΑ να βρούν και να διατηρήσουν μία απασχόληση και να προοδεύσουν επαγγελματικά.
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΩΦΩΝ
( Ν.1648/86 άρθρο 1 παρ. 4 και Ν. 2224/94 άρθρο 22)
Α. Αναγκαστικές τοποθετήσεις
Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, κωφά άτομα ηλικίας 15 - 65 ετών, με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστο 40 %, εφόσον είναι εγγεγραμμένα στα μητρώα ανέργων αναπήρων του ΟΑΕΔ, μπορούν, σύμφωνα με τους όρους, τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες που ορίζονται στο νόμο αυτό (1648/86), να τοποθετηθούν αναγκαστικά ως υπάλληλοι ή εργατοτεχνίτες, ανάλογα με τα τυπικά τους προσόντα, σε Δημόσιες Υπηρεσίες, σε ΝΠΔΔ, σε ΝΠΙΔ, σε επιχειρήσεις και οργανισμούς του δημοσιού τομέα, σε τράπεζες και σε επιχειρήσεις ή εκμεταλεύσεις ελληνικές ή ξένες που λειτουργούν στην Ελλάδα με οποιαδήποτε μορφή και απασχολούν προσωπικό πάνω από 50 άτομα.


Β. Αύξηση ετήσιας κοινωνικής άδειας εργαζομένων κωφών και βαρυκόων
Όπως όλες οι κατηγορίες ΑΜΕΑ που εργάζονται είτε στο δημόσιο είτε στον Ιδιωτικό Τομέα, έτσι και οι εργαζόμενοι κωφοί και βαρύκοοι δικαιούνται κάθε ημερολογιακό έτος, πέρα από την ετήσια κανονική τους άδεια, και τις επιπλέον ημέρες με πλήρεις αποδοχές, έξι (6) κατ'ανώτατο όριο, που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ.3 του Ν. 1648/86.
ΑΔΕΙΕΣ ΟΔΗΓΗΣΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΚΩΦΑ ΑΤΟΜΑ
(Απόφαση Υπ. Συγκοινωνιών 33950/84)
Με την ανωτέρω απόφαση ορίζονται οι παθήσεις και οι αναπηρίες που αποτελούν αιτίες ακαταλληλότητας για χορήγηση ή ανανέωση οδήγησης αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων. Σε ότι αφορά τα κωφά άτομα, ορίζονται τα εξής:
Δεν μπορούν να αποκτήσουν άδεια οδήγησης οι βαρύκοοι των οποίων το ποσοστό βαρυκοΐας υπερβαίνει το 35-45΄% κατά Fowler και Sabine, ανεξάρτητα αιτιολογίας. Ηλεκτροακουστική συσκευή δεν επιτρέπεται.
Η ανανέωση της άδειας οδήγησης εναπόκειται στην κρίση της Δευτετοβάθμιας Ιατρικής Επιτροπής, η οποία και λαμβάνει ύποψη το βαθμό και τη μορφή βαρυκοΐας και τη δυνατότητα χρησιμοποίησης ηλεκτροακουστικής συσκεύης.
Κατ'εξαίρεση επιτρέπεται να αποκτούν οι κωφάλαλοι άδεια οδήγησης κατηγορίας Α΄και Β΄υπό τις εξής προϋποθέσεις:
Η ιατρική εξέταση για την απόκτηση ή την ανανέωση της άδειας οδήγησης θα διενεργείται από τη Δευτεροβάθμια Ιατρική Επιτροπή.
Θα προηγείται εξέταση των κωφαλάλων σε ιατροψυχολογικό κέντρο, στο οποίο θα προσδιορίζεται ο δείκτης νοημοσύνης τους που πάντα πρέπει να ξεπερνά τα 100 WAIS, αποκλειόμενης της χορήγησης άδειας στους κωφαλάλους λόγω αισθητικής ακουστικής αφασίας.
ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ ΚΑΙ ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ
(Ν. 1078/80, Ν.1914/90, Ν.2065/92)
Α. Αγορά ακινήτων
Η φορολογική νομοθεσία προβλέπει ορισμένες φορολογικές απαλλαγές και εκπτώσεις για τα ΑΜΕΑ όλων των κατηγοριών υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, τα ΑΜΕΑ που είναι άγαμα και παρουσιάζουν αναπηρία από διανοητική υστέρηση ή φυσική αναπηρία, σε ποσοστό τουλάχιστον 67%, απαλλάσσονται του φόρου μεταβίβασης για αγορά οικίας ή διαλερίσματος ή οικοπέδου, έφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος. Η απαλλαγή δεν παρέχεται για ολόκληρο το ποσό της αγοραίας αξίας του ακινήτου αλλά και για ένα σημαντικό μέρος αυτής.

Β. Εκπτώσεις από το φορολογητέο εισόδημα
Πρόσωπα που παρουσιάζουν αναπηρία 67% και άνω από διανοητική υστέρηση ή φυσική αναπηρία δικαιούνται εκπτώσεως 940.000 δρχ από το φορολογητέο εισόδημά τους.
Επίσης εκπίπτει, ως δαπάνη χωρίς δικαιολογητικά, ποσό 500.000 δρχ για τον ίδιο το φορολογούμενο και για κάθε ένα από τα πρόσωπα που συνοικούν και τον βαρύνουν, εφόσον παρουσιάζουν αναπηρία 67% και άνω από νοητική υστέρηση, φυσική αναπηρία ή ψυχική πάθηση.
Τέλος, τα έξοδα ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης των ανωτέρω προσώπων προστίθενται στις δαπάνες του φορολογούμενου τον οποίο βαρύνουν.

Γ. Εκπτώσεις επί κληρονομιών και κληροδοσιών
Εάν ο κληρονόμος ή κληροδόχος παρουσιάζει αναπηρία τουλάχιστον 67% από διανοητική υστέρηση ή φυσική αναπηρία, από την αξία της κληρονομικής μερίδας τους εκπίπτει και δεν φορολογείται ποσό κυμαινόμενο από 130.000 έως 2.000.000 δρχ., ανάλογα με την κατηγορία στην οποία υπάγεται. Ειδικά δε για ΑΜΕΑ των οποίων η αναπηρία υπερβαίνει το 67% και που στερούνται εισοδήματος ή οποιουδήποτε άλλου περιουσιακού στοιχείου, από την αξία της κληρονομικής τους μερίδας εκπίπτει και δεν φορολογείται ποσό 10.000.000 δρχ.
ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΚΟΥΣΤΙΚΩΝ ΒΑΡΥΚΟΪΑΣ
Τα βαρύκοα άτομα που είναι ασφαλισμένα στο Δημόσιο και τους διάφορους ασφαλιστικούς οργανισμούς και ταμεία δικαιούνται ακουστικών βαρυκοΐας, αλλά η δαπάνη αγοράς τους δεν αναγνωρίζεται εξολοκλήρου από αυτά. Άλλα ταμεία αναγνωρίζουν μόνο ορισμένο ποσό, ανεξαρτήτως της αξίας των ακουστικών, ενώ άλλα συγκεκριμένο ποσοστό επί της αξίας.
ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ ΣΕ ΚΩΦΑ ΚΑΙ ΒΑΡΥΚΟΑ ΑΤΟΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΑ ΣΤΟ Ι.Κ.Α. ΚΑΙ ΤΟΝ Ο.Γ.Α.
(Ν.1902/90, Π.Δ.334/88)
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 του ανωτέρου νόμου:
Ασφαλιζόμενος στο ΙΚΑ που έπαθε κώφωση (έκπτωση ακουστικής οξύτητας 96-100%) μετά την υπαγωγή του στην ασφάλιση του ΙΚΑ δικαιούται σύνταξης αναπηρίας, υπό τον όρο ότι συντρέχουν και όλες οι άλλες αυστηρές προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος.
Ασφαλισμένοι στον ΟΓΑ (Π.Δ. 334/88) δικαιούνται σύνταξης αναπηρίας εφόσον έπαθαν κώφωση σε ποσοστό τουλάχιστον 67% κατά την άσκηση του βιοποριστικού τους επαγγέλματος και είναι ηλικίας 21 - 65 ετών.
ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ (ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ) ΣΕ ΚΩΦΑΛΑΛΑ ΑΤΟΜΑ
(Κοινές Υπουργ. Αποφάσεις ΔΔ3β/423/73, 56/80,
Γ4β/1904/84)
Από τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας-Πρόνοιας (Δ/νσεις και/ή Τμήματα Πρόνοιας) χορηγείται, σε κωφάλαλα άτομα ηλικίας 0-18 ετών, στους σπουδαστές και φοιτητές των ΤΕΙ και ΑΕΙ αντίστοιχα μέχρι ηλικίας 25 ετών, καθώς και σε άτομα από 65 ετών και άνω, ανεξάρτητα από την οικονομική και την ασφαλιστική τους κατάσταση, μηνιαία οικονομική ενίσχυση (επίδομα).

Στα κωφάλαλα άτομα ηλικίας19 -65 ετών παρέχεται οικονομική ενίσχυση μόνον εφόσον ταυτόχρονα πάσχουν και από κάποια άλλη χρόνια σωματική ή πνευματική ή ψυχική πάθηση ή βλάβη.

Η οικονομική ενίσχυση που παρέχεται σήμερα ανέρχεται σε 25.500 δρχ. περίπου το μήνα για όλες τις παραπάνω κατηγορίες κωφών ατόμων.
Απαιτούμενα δικαιολογητικά :
· Αίτηση με 3 φωτογραφίες.
· Γνωμάτευση από ιατρό ΩΡΛ Κρατικής Υπηρεσίας, ΝΠΔΔ ή, σε περίπτωση που δεν υπάρχει, από ιδιώτη ιατρό της ίδιας ειδικότητας.
· Υπεύθυνη Δήλωση.
· Φωτοτυπία Αστυνομικής Ταυτότητας.
http://www.mitnet.gr/eipk/RIGHTS.htm

ΣΚΛΗΡΗΝΣΗ ΚΑΤΑ ΠΛΑΚΑΣ

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η Σ.Κ.Π. 


Είναι μία αυτοάνοση νόσος που επηρεάζει το κεντρικό νευρικό σύστημα δηλαδή τον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό. Τις νευρικές ίνες (νευράξονες) του κεντρικού νευρικού συστήματος περιβάλλει μία ουσία, η μυελίνη, που επιτρέπει την διέλευση των ηλεκτρικών ερεθισμάτων ανάμεσα στα νεύρα. Στη ΣΚΠ σε πολλαπλά σημεία του κεντρικού νευρικού συστήματος προκαλείται στην αρχή φθορά της μυελίνης  και στη συνέχεια δημιουργούνται πλάκες (ουλές), και γι’ αυτό στην πάθηση αυτή έχει δοθεί η ονομασία Σκλήρυνση «κατά πλάκας» ή «Πολλαπλή» σκλήρυνση. Υπάρχει  πιθανότητα καταστροφής του ίδιου του νευράξονα από τα αρχικά στάδια της νόσου. Η μυελίνη όχι μόνο προστατεύει τους νευράξονες αλλά τους επιτρέπει να «κάνουν και τη δουλειά τους». Όταν λοιπόν η μυελίνη και οι νευράξονες επηρεαστούν, ή και καταστραφούν, εμποδίζεται η ικανότητα αγωγής ερεθισμάτων στους νευρώνες, το σύστημα επικοινωνίας των κυττάρων του εγκεφάλου δυσλειτουργεί και αυτό είναι που προκαλεί τα διάφορα συμπτώματα της ΣΚΠ. 

ΤΙ ΤΗΝ ΠΡΟΚΑΛΕΙ
Ενώ δεν ξέρουμε ακόμη τι ακριβώς προκαλεί τη ΣΚΠ, εντούτοις οι ερευνητές συμφωνούν ότι η βλάβη στη μυελίνη προέρχεται από μία ανώμαλη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Φυσιολογικά, το ανοσοποιητικό σύστημα προστατεύει τον οργανισμό από εξωτερικούς επιδρομείς όπως είναι οι ιοί και τα βακτηρίδια. Στις αυτοάνοσες ασθένειες ο οργανισμός επιτίθεται στον εαυτό του. Η ΣΚΠ θεωρείται αυτοάνοσο νόσημα στο οποίο η επίθεση γίνεται στη μυελίνη. Οι ερευνητές δεν ξέρουν ακόμη τι είναι αυτό που προκαλεί την απορρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος. Οι περισσότεροι συμφωνούν ότι είναι μια πολυπαραγοντική νόσος. 

ΤΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ
Τα συμπτώματα εξαρτώνται από το ποιο μέρος του κεντρικού νευρικού συστήματος έχει πληγεί. Τα συμπτώματα διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο αλλά και στον ίδιο άνθρωπο σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Τα συμπτώματα μπορεί να διαφέρουν σε ένταση, από πολύ ελαφριά έως και πολύ βαριά. Μπορεί να φύγουν από μόνα τους, ή με τη βοήθεια φαρμάκων, ή άλλων θεραπευτικών παρεμβάσεων. Το κάθε ΑμΣΚΠ θα βιώσει διαφορετικά συμπτώματα, αλλά όχι όλα.
Στα συμπτώματα συμπεριλαμβάνονται: αδυναμία, διαταραχές αισθητικότητας, μούδιασμα, κακός συντονισμός, κόπωση, αστάθεια, διαταραχές της όρασης, τρέμουλο, σπαστικότητα, διαταραχές στην ούρηση ή στην αφόδευση, σεξουαλικές δυσλειτουργίες, ευαισθησία στη ζέστη, προβλήματα μνήμης.
Να θυμάστε ότι τα ΑμΣΚΠ παρουσιάζουν σε διαφορετική ένταση ή συχνότητα αυτά τα συμπτώματα.
 
Η ΔΙΑΓΝΩΣΗ 
Η διάγνωση της ΣΚΠ δεν είναι δυνατόν να γίνει από μία και μόνο εξέταση. Πολλές παθήσεις μοιάζουν με την ΣΚΠ και για το λόγο αυτό πρέπει να ελεγχθούν και να αποκλεισθούν μετά από έναν εκτεταμένο παρακλινικό έλεγχο που προβλέπεται. Για τη ΣΚΠ ειδικότερα χρειάζεται να γίνουν επί πλέον και συγκεκριμένες εξετάσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται συμπτώματα που δεν είχαν αποδοθεί στη ΣΚΠ.
i. Εξονυχιστική νευρολογική εξέταση,
ii. Μαγνητική τομογραφία, μία εξέταση που δίνει λεπτομερέστατες εικόνες του εγκέφαλου.
iii. Εξέταση προκλητών δυναμικών που καταμετρούν την αντίδραση του κεντρικού νευρικού συστήματος σε ειδικές διεγέρσεις του οπτικού νεύρου.
iv. Οσφυονωτιαία παρακέντηση που εξετάζει τη σύσταση του υγρού που περιβάλλει το νωτιαίο μυελό και τον εγκέφαλο, δηλαδή δείχνει αν υπάρχουν κάποια ειδικά αντισώματα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Υπάρχουν πολλές θεραπείες για τη ΣΚΠ. Αυτές χωρίζονται σε δύο γενικές ομάδες. Η πρώτη ομάδα αντιμετωπίζει την ίδια τη ΣΚΠ με φάρμακα που ελέγχουν την εξέλιξη της νόσου. Η δεύτερη ομάδα αντιμετωπίζει τα διαφορετικά συμπτώματα με φάρμακα και τεχνικές. Η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων είναι βασικός παράγοντας για μια καλή ζωή με τη ΣΚΠ.
Επειδή οι θεραπευτικές αγωγές για τη ΣΚΠ εξελίσσονται ταχύτατα, καλό είναι να επικοινωνείτε με το γιατρό σας, ή να παρακολουθείτε τις εκδηλώσεις του Συλλόγου για να ενημερώνεστε πάνω στις τελευταίες εξελίξεις.

ΠΗΓΗ: ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΣΚΛΗΡΥΝΣΗ ΚΑΤΑ ΠΛΑΚΑΣ

Tι είναι η Μεσογειακή Αναιμία (Θαλασσαιμία)


 Tι είναι η Μεσογειακή Αναιμία (Θαλασσαιμία)



Σαν σύνδρομα Μεσογειακής Αναιμίας (M.A.) χαρακτηρίζονται ετερογενή κλινικά σύνδρομα που οφείλονται σε γενετικές βλάβες που οδηγούν σε μερική ή ολική καταστολή της σύνθεσης των αλύσεων των φυσιολογικών αιμοσφαιρινών.

Η Μεσογειακή Αναιμία, γνωστή παλαιότερα ως Αναιμία του Cooley ονομάζεται σήμερα και Θαλασσαιμία και παρουσιάζεται ως μείζον Β - Θαλασσαιμία και ενδιάμεση Θαλασσαιμία.

Έχει εκτιμηθεί ότι υπάρχουν 100.000 ασθενείς με ομόζυγη Β-Θαλασσαιμία σε όλο τον κόσμο. Η Θαλασσαιμία συναντάται με υψηλή συχνότητα στις Μεσογειακές χώρες, όπου και πρωτοαναγνωρίσθηκε και επεκτείνεται στη Μέση Ανατολή και στην Ασία. Στην Άπω Ανατολή επικρατεί η Α-Θαλασσαιμία. Λόγω της συνεχούς μετανάστευσης πληθυσμών από τη μία χώρα στην άλλη, σήμερα δεν υπάρχει ουσιαστικά καμία χώρα στον κόσμο χωρίς Θαλασσαιμία.

Μείζον Β - Θαλασσαιμία
Η βλάβη στη Β - Θαλασσαιμία σχετίζεται με τη βλάβη στη Β - αλυσίδα της αιμοσφαιρίνης, με αποτέλεσμα τις κλινικές εκδηλώσεις της νόσου, από τις οποίες οι κυριότερες είναι:
  • Η αναιμία
  • Η διόγκωση του ήπατος και του σπλήνα
  • Οι οστικές αλλοιώσεις
  • Η αιμοσιδήρωση
  • Η καθυστέρηση της σωματικής ανάπτυξης
Η βαρύτητα των κλινικών εκδηλώσεων ποικίλλει και σχετίζεται με τη γενετική βλάβη, ενώ συνήθως οι Θαλασσαιμικοί έχουν βαριά κλινική εικόνα και χρειάζονται θεραπεία.

Ενδιάμεση - Θαλασσαιμία
Η Ενδιάμεση - Θαλασσαιμία, είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια ομάδα ασθενών με ηπιότερη κλινική εικόνα από αυτή της Μείζονος Β - Θαλασσαιμίας, περικλείει δε, άτομα με μεγάλη φαινοτυπική και γενετική ετερογένεια (π.χ. συνύπαρξη Α - Θαλασσαιμίας, ήπιες μεταλλάξεις, αυξημένη παραγωγή HbF) Έτσι π.χ. η αιμοσφαιρινοπάθεια Η εμπίπτει στο Γενικότερο όρο της Ενδιάμεσης Θαλασσαιμίας και όχι στον όρο Ενδιάμεση Β - Θαλασσαιμία.
Θεραπευτική Αντιμετώπιση της Θαλασσαιμίας

Μείζον Β - Θαλασσαιμία
Η βασική θεραπευτική αντιμετώπιση της μείζονος Θαλασσαιμίας περιλαμβάνει τις μεταγγίσεις, την αποσιδήρωση, την σπληνεκτομή καθώς και την πρόληψη και αντιμετώπιση των επιπλοκών της νόσου (καρδιολογικές, ενδοκρινολογικές, λοιμώξεις κ.α.).

 Μεταγγίσεις αίματος: Αυτές πρέπει να γίνονται συστηματικά κάθε 2-4 εβδομάδες ώστε να διατηρείται η αιμοσφαιρίνη του θαλασσαιμικού σε επίπεδα 10 - 14 gr/dl. Αυτό είναι απαραίτητο ώστε οι θαλασσαιμικοί να έχουν φυσιολογική ανάπτυξη και ελάχιστες ή και καθόλου οστικές αλλοιώσεις. Παράλληλα με τη συστηματική μετάγγιση επιβραδύνεται η διόγκωση του σπλήνα και αποφεύγονται οι καρδιολογικές και ενδοκρινολογικές επιπλοκές, ενώ περιορίζεται στο ελάχιστο η εμφάνιση σοβαρών λοιμώξεων. Για τη μετάγγιση δεν χρησιμοποιείται πλήρες αίμα αλλά συμπυκνωμένα ερυθρά αιμοσφαίρια ενώ για κάθε ενήλικα θαλασσαιμικό (άνω των 15 ετών) απαιτούνται τουλάχιστον 25-30 μονάδες αίματος το χρόνο. Προτιμότερο βέβαια είναι η εξατομίκευση του όγκου αίματος σε gr ή ml που απαιτείται για κάθε θαλασσαιμικό και η πλήρης καταγραφή του και όχι η αναφορά σε μονάδες αίματος.
 

Αποσιδήρωση: Με κάθε μονάδα αίματος προστίθενται στον οργανισμό περίπου 180 mg σιδήρου (Fe) η συσσώρευση του οποίου με την πάροδο του χρόνου οδηγεί σταδιακά στην καταστροφή των κυττάρων, με αποτέλεσμα την λειτουργική ανεπάρκεια ζωτικών οργάνων όπως το ήπαρ, η καρδιά, το πάγκρεας, οι ενδοκρινείς αδένες, κ.λ.π. Μοναδική θεραπεία αυτής της κατάστασης που ονομάζεται αιμοσιδήρωση είναι η αποσιδήρωση η οποία άρχισε να εφαρμόζεται συστηματικά στα μέσα της δεκαετίας του '70. Η αποσιδήρωση πραγματοποιείται με στάγδην υποδόρια έγχυση του φαρμάκου δεσφεριοξαμίνη (Desferal) διάρκειας τουλάχιστον 8 με 12 ωρών, με ειδική φορητή αντλία και η συνήθης δόση είναι 20-50 mg/kg σωματικού βάρους. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις μπορεί να δοθεί και ενδοφλεβίως. Σήμερα η θεραπεία της αποσιδήρωσης εφαρμόζεται και με άλλες ουσίες που δίνονται από το στόμα σε μορφή χαπιού. Τέτοια είναι η ουσία της δεφεριπρόνης, που κυκλοφορεί με τη μορφή δύο σκευασμάτων του "Ferriprox" και του "Kelfer". Η δεφεριπρόνη δοκιμάζεται και σε συνδυασμό με τη δεσφεριοξαμίνη με πολύ καλά αποτελέσματα, ενώ νέες ουσίες που θα δίνονται από το στόμα ετοιμάζονται να δοκιμαστούν. Η δόση και το θεραπευτικό σχήμα πρέπει να εξατομικεύονται με σκοπό την επιτυχία αρνητικού ισοζυγίου στον κάθε θαλασσαιμικό.
 Σπληνεκτομή: Πολλές φορές μπορεί να χρειασθεί οι ασθενείς να υποβληθούν σε αφαίρεση του σπλήνα (σπληνεκτομή) λόγω υπερσπληνισμού. Ο υπερσπληνισμός οφείλεται κυρίως στην υπερλειτουργία του σπλήνα λόγω της καταστροφής μεγάλου αριθμού "ελαττωματικών" ερυθρών αιμοσφαιρίων, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις - κυρίως τα παλαιότερα χρόνια - οφείλονταν σε πλημμελείς μεταγγίσεις. Βασική ένδειξη σπληνεκτομής είναι η αύξηση των ετήσιων αναγκών σε αίμα του θαλασσαιμικού. Η μέση ετήσια κατανάλωση αίματος υπολογίζεται σε ml συμπυκνωμένων ερυθρών αιμοσφαιρίων ανά kg βάρους σώματος με βάση την εξίσωση:

ολικός όγκος σε ml μεταγγισθέντων συμπυκνωμένων ερυθρών ετησίως / βάρος σώματος σε kg (μέσο βάρος έτους)
Από αυτό προκύπτει η αναγκαιότητα τακτικής παρακολούθησης των θαλασσαιμικών με καταγραφή του σωματικού βάρους αλλά και ακριβής γνώση του συνολικού όγκου αίματος που λαμβάνει ο θαλασσαιμικός ανά έτος. Επίσης, η τακτική και συστηματική παρακολούθηση του μεγέθους του σπλήνα με φυσική εξέταση αλλά και υπερηχογραφικά, επιβάλλεται. Μετά τη σπληνεκτομή είναι δυνατό να παρουσιαστεί θρομβοκυττάρωση (αύξηση του αριθμού των αιμοπεταλίων) όπου για την αντιμετώπισή της μπορούν να χρησιμοποιηθούν μικρές δόσεις ασπιρίνης. Προεγχειρητικά, συνιστάται εμβολιασμός έναντι του στρεπτόκοκκου της πνευμονίας (πνευμονιόκοκκος), του αιμόφιλου της ινφλουέντσας και του μηνιγγιτιδόκοκκου καθώς και χημειοπροφύλαξη μετεγχειρητικά.
Ενδιάμεση Θαλασσαιμία
Η ηπιότερη κλινική εικόνα ενός θαλασσαιμικού με ενδιάμεση Β - Θαλασσαιμία ακολουθείται και από ήπια θεραπευτική αγωγή. Τα άτομα με ενδιάμεση Θαλασσαιμία μπορεί να μεταγγίζονται σε αραιά χρονικά διαστήματα ή και καθόλου. Η θεραπευτική αγωγή με μεταγγίσεις καθώς και το πότε αυτές θα αρχίσουν, εξατομικεύεται. Σκοπός είναι πάντοτε η όσο το δυνατόν φυσιολογική ζωή και ανάπτυξη. Εφόσον ο θαλασσαιμικός μεταγγίζεται ακολουθεί και πρόγραμμα αποσιδήρωσης ενώ αν αυτό κριθεί απαραίτητο υποβάλλεται και σε σπληνεκτομή.

http://www.paspama.gr/PASPAMA-Thalassemia-Issues-EL.html

ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ- ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ


 ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ- ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ


Μόλις το μωρό σας αρχίσει να περπατάει έξω, βεβαιωθείτε οπωσδήποτε ότι φοράει παπούτσια που ταιριάζουν στο πόδι του. Το παιδικό πόδι είναι φαρδύ στα δάχτυλα και πιο λεπτό στη φτέρνα, ενώ τα κόκαλα του είναι ακόμα μαλακά. Τα υλικά πρέπει να είναι φυσικά, όπως το δέρμα, το βαμβάκι ή το καραβόπανο για ν' αφήνουν τον ιδρώτα να φεύγει και το πόδι του παιδιού να ''αναπνέει''.


Τα παιδικά παπούτσια πρέπει να είναι:

  • Μαλακά, ελαφριά και ευλύγιστα, αλλά όχι χαλαρά, ώστε να συγκρατείται το πόδι του στη σωστή θέση, χωρίς να πιέζεται.
  • Οι σόλες πρέπει να μοιάζουν με τα πέλματα των ποδιών του παιδιού, δηλαδή ούτε να γλιστρούν ούτε να κολλάνε πολύ στο πάτωμα.
  • Το μπροστινό μέρος του παπουτσιού θα πρέπει να είναι αρκετά ευρύχωρο, ώστε να κουνιούνται τα δάχτυλα.
  • Οι μύτες των παπουτσιών να ακολουθούν το σχήμα του ποδιού, να είναι πάντα φαρδιές, σχεδόν τετράγωνες, ποτέ μυτερές.
  • Να είναι δερμάτινα ή πάνινα για να αφήνουν το πόδι να αναπνέει και να προφυλάσσουν από τις μυκητιάσεις.
  • Οι ραφές του παπουτσιού πρέπει να είναι φινιρισμένες για να μην ερεθίζουν το δέρμα του παιδιού.
  • Μαζί με τα καινούργια παπουτσάκια θα πρέπει να αγοράζετε και καλτσάκια. Τα στενά καλτσάκια ενοχλούν όπως και τα στενά παπούτσια.
  • Τα καλτσάκια θα πρέπει να αλλάζονται όταν υγραίνονται από νερά ή ιδρώτα για να μην αναπτύσσονται μύκητες.
  • Το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού πρέπει να απέχει από την άκρη του παπουτσιού από 0,5 έως 1,25 εκατοστά.
  • Ελέγχετε συχνά τα παπούτσια των παιδιών για να δείτε αν ακόμη τους ταιριάζουν. Τα πόδια των νηπίων μεγαλώνουν ταχύτατα και τα παπούτσια. στενεύουν, ενώ εξωτερικά φαίνονται ακόμη ολοκαίνουργια.
http://www.kinderlandshoes.gr/kinderlandshoes.gr/index.php?option=com_myblog&show=Test-blog.html&Itemid=76

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

25 κόλπα για μωρά… απαρηγόρητα

25 κόλπα για μωρά… απαρηγόρητα 

 

Κλαίει και δε σταματάει; Δοκιμάσατε τα πάντα αλλά δε γίνεται τίποτα; Όχι, δεν τα δοκιμάσατε όλα. Διαβάστε τις συμβουλές που ακολουθούν και σίγουρα θα σας βοηθήσουν, αφού είναι βγαλμένες από την εμπειρία μαμάδων που πέρασαν τα ίδια με εσάς!

Το ταΐσατε, το αλλάξατε, το βάλατε να κοιμηθεί. Εκείνο, όμως, συνεχίζει να κλαίει. Όπου να 'ναι, θα βάλετε κι εσείς τα κλάματα... Όχι, όχι! Δοκιμάστε τους παρακάτω απλούς, πλην αποτελεσματικούς τρόπους για να ηρεμήσετε όλοι γρήγορα.

Και ξεκινάμε από τα «βασικά»:
1. Μην ξεχνάτε ότι μέσα στη μήτρα τα παιδιά δεν ξαπλώνουν ποτέ ανάσκελα, είναι πάντα κουλουριασμένα στο πλάι. Εάν το μικρό σας δε σταματάει το κλάμα, τυλίξτε το με κάτι και κρατήστε το στην αγκαλιά σας κουλουριασμένο.
2. Να θυμάστε ότι το κλάμα κάνει καλό στα μωρά γιατί διώχνει το στρες. Εάν έχετε ικανοποιήσει όλες του τις ανάγκες κι εκείνο εξακολουθεί να κλαίει, το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να το πάρετε αγκαλιά και να του πείτε ότι το αγαπάτε. Κρατήστε το μέχρι να αποκοιμηθεί ή να σταματήσει να κλαίει.
3. Οι γονείς άθελά τους επιδεινώνουν τη δυστροπία του μωρού τους κρατώντας τα ξύπνια. Τα περισσότερα μωράκια θέλουν να ξανακοιμηθούν μετά από μια-δυο ώρες, αλλά καμιά φορά είναι έτοιμα να πάρουν έναν υπνάκο μετά από 45 λεπτά. Το μυστικό είναι μόλις δείξει τα πρώτα σημάδια κούρασης να το βάζετε αμέσως στο κρεβατάκι του.
Δοκιμασμένα κόλπα
Δεν υπάρχει μια μαγική μέθοδος που να ηρεμεί τα μωρά, αλλά κάποιες τεχνικές έχουν δοκιμαστεί στο χρόνο. Δοκιμάστε τις για να βεβαιωθείτε. Πάρτε το βόλτα με το αυτοκίνητο ή βάλτε το στο καροτσάκι και κάνετε το γύρο του τετραγώνου. Κρατήστε το αγκαλίτσα μαζί με κάτι πολύ απαλό, όπως μια κουβέρτα ή το αρκουδάκι του.
Τα νεογέννητα νοσταλγούν τη ζέστη και την ασφάλεια της μήτρας. Δημιουργήστε την ίδια αίσθηση τυλίγοντάς το απαλά με μια ελαφριά κουβέρτα. Κάποια μωρά βρίσκουν πολύ ηρεμιστικό το να πιπιλάνε την πιπίλα τους (ή το δάχτυλο της μαμάς ή του μπαμπά).
Καμιά φορά τα ρούχα ενοχλούν και περιορίζουν τα μωρά. Αφήστε το για λίγη ώρα γυμνούλι, όπως το γεννήσατε. Επιστρατεύστε τον άντρα σας -ή ένα πρόσωπο που γνωρίζει καλά το μωρό σας- να αναλάβει καθήκοντα. Εσείς θα κάνετε ένα διάλειμμα και ίσως το μικρό ηρεμήσει ευκολότερα στην καινούργια αγκαλιά.
Τα περισσότερα μωρά λατρεύουν τη μουσική. Δημιουργήστε μια ευχάριστη ατμόσφαιρα για το μικρούλη σας. Βάλτε χαλαρωτική μουσική, χαμηλώστε τα φώτα και κρατήστε το αγκαλιά. Η ασφάλεια και η ηρεμία που θα δημιουργηθεί θα το βοηθήσουν να ησυχάσει και να αποκοιμηθεί.
Μήπως το μωράκι σας είναι εκνευρισμένο επειδή κρυώνει ή ζεσταίνεται; Για να το διαπιστώσετε, πιάστε του τα χεράκια και τα ποδαράκια. Αν είναι παγωμένα, βάλτε του πιο ζεστά ρούχα ή τυλίξτε το με μια κουβερτούλα. Αν είναι ζεστά, τότε βγάλτε του μερικά ρουχαλάκια για να μην αισθάνεται άσχημα.
Δοκιμάστε να του δώσετε λίγο χαμομήλι ή τίλιο χωρίς ζάχαρη. Το μικρό σας θα ξεδιψάσει και σίγουρα θα ηρεμήσει. Αν έχετε δοκιμάσει τα πάντα άλλα τίποτα δεν είναι αποτελεσματικό και το μωράκι σας συνεχίζει να κλαίει, τότε καλύτερα να επικοινωνήσετε με τον παιδίατρο.
ΠΗΓΗ: trikki.gr

Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές - Αυτισμός

Αυτισμός

  Ο αυτισμός είναι νευροαναπτυξιακή διαταραχή που χαρακτηρίζεται από μειωμένη κοινωνική αλληλεπίδραση και επικοινωνία καθώς και από περιορισμένη και επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά.

Ο αυτισμός συμπεριλαμβάνεται στις Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές, μαζί με το σύνδρομο Αsperger , το σύνδρομο Rett , την αποδιοργανωτική διαταραχή και την άτυπη Διάχυτη Αναπτυξιακή Διαταραχή .

Η διάγνωση γίνεται με αξιοπιστία από την ηλικία των 3 ετών , αν και η ηλικία διάγνωσης μπορεί πια να ξεκινήσει από τους 6 μήνες.

Η βαρύτητα και η ποικιλία των συμπτωμάτων διαφέρει από παιδί σε παιδί γι’αυτό και συχνά χρησιμοποιείται η έκφραση αυτιστικό φάσμα.

Οι γονείς θα πρέπει να ζητήσουν άμεση αξιολόγηση από παιδοψυχίατρο για αυτισμό αν το μωρό τους :


  • Δε χαμογελάει μετά τους 6 μήνες

  • Δεν ανταποδίδει ήχους, χαμόγελα , εκφράσεις στους 9 μήνες

  • Δεν δείχνει ,δε χρησιμοποιεί επικοινωνιακές χειρονομίες μετά τους 12 μήνες (π.χ γεια σου )

  • Δε λέει δισύλλαβες λέξεις μετά τους 18 μήνες

  • Δε φτιάχνει προτάσεις δυο λέξεων με νόημα , μετά τους 24 μήνες

  • Δεν έχει καλή βλεμματική επαφή και γενικά θεωρούν ότι κάτι δεν πάει καλά στην ανάπτυξη του.

    Δυστυχώς προς το παρόν , δεν υπάρχει θεραπεία για τον αυτισμό ή μέσα πρόληψής του , όσο όμως πιο έγκαιρη είναι η διάγνωση , τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι και η παρέμβαση , η οποία εστιάζει στην ανάπτυξη της επικοινωνίας , των κοινωνικών και γνωστικών δεξιοτήτων.

ΔΥΣΛΕΞΙΑ

Μαθησιακές Δυσκολίες – Δυσλεξία.Πως μπορούμε να αναγνωρίσουμε το πρόβλημα?



Η δυσλεξία είνα ένα σύνολο μαθησιακών δυσκολιών και αφορά άτομα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην ανάγνωση,την γραφή και την ορθογραφία, δυσανάλογες σε σχέση με το νοητικό τους δυναμικό,την ηλικία τους και τις εκπαιδευτικές τους ευκαιρίες.Τα χαρακτηριστικά της δυσλεξίας διαφέρουν απο άτομο σε άτομο. Μερικά παιδιά αντιμετωπίζουν δυσκολίες σε πολλούς τομείς,ενώ άλλα έχουν αδυναμίες μόνο σε ένα τομέα.Ωστόσο αν οι περισσότερες απαντήσεις στις ερωτήσεις που ακολουθούν είναι θετικές τότε θα πρέπει να ανησυχήσουμε για την πιθανότητα δυσλεξίας:


  • Έχει το παιδί κάποια συγκεκριμένη δυσκολία στην ανάγνωση και την ορθογραφία;

  • Μπερδεύει παρόμοια “ηχητικά” και σχηματικά γράμματα όπως τα “φ” με τα “θ”,”β” με “δ”,”π” με “μπ” κτλ;

  • Παραλείπει ,αντιμεταθέτει ,αντιστρέφει γράμματα ή/και συλλαβές ή “κολλάει” τις λέξεις μεταξύ τους όταν γράφει;

  • Γράφει τα γράμματα ανάποδα ή τα συγχέει με τους αριθμούς (πχ ε αντι για 3);

  • Κάνει αδικαιολόγητα ,’περίεργα’ και επαναλαμβανόμενα λάθη στην ορθογραφία;

  • Γράφει μία λέξη στην ίδια σελίδα με πολλούς τρόπους χωρίς να αναγνωρίζει το σωστό;

  • Δυσκολεύεται να κατανοήσει το νόημα του κειμένου (μάθημα) εκτός και αν του το διαβάσει ή του το διηγηθεί κάποιος άλλος;

  • Δυσκολεύεται να αποστηθίσει πίνακες (πχ προπαίδια) ή σειρές πραγμάτων (πχ μήνες του χρόνου);

  • Δυσκολεύεται να εκφραστεί γραπτά ή/και προφορικά;

  • Δείχνει έλλειψη ενδιαφέροντος για τα βιβλία και για οτιδήποτε χρησιμοποιείται γραπτός λόγος;

  • Δυσκολεύεται να αντιγράψει απο τον πίνακα;

  • Αντιμετωπίζει προβλήματα στην οργάνωση της μελέτης και του χρόνου του;

Η δυσλεξία αντιμετωπίζεται με ειδικές μεθοδους διδασκαλίας που λαμβάνουν υπόψη του τις γνωσιακές μειονότητες των δυσλεξικών παιδίων και διευκολύνουν την μάθηση.Κάθε παιδί χρειάζεται διαφορετική αντιμετώπιση και εξατομικευμένο πρόγραμμα θεραπείας.

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Υπερκινητικότητα και μητρική στοργή!

 
 
Η μητρική στοργή και θαλπωρή σχετίζεται με τα χαμηλά ποσοστά εμφάνισης της διαταραχής ελλειμματικής προσοχής υπερκινητικότητας ανάμεσα στους διδύμους χαμηλού βάρους κατά τη γέννηση, [The Journal of Counseling and ClinicalPsychology (Vol. 72, No. 2)].
Σε σχετική μελέτη οι ερευνητές βρήκαν σημαντική αλληλεπίδραση μεταξύ του βάρους κατά τη γέννηση και της μητρικής στοργής στην πρόβλεψη (ότι δηλ. αργότερα) οι μητέρες και οι δάσκαλοι θα ανέφεραν πως τα παιδιά εμφάνιζαν υπερκινητικότητα...
( Terrie Moffitt, PhD, a professor of psychology at King's College in London and the University of Wisconsin-Madison).
Η μελέτη πλαισιώθηκε από παρατηρήσεις σε μακροχρόνια προβλήματα με την υπερκινητικότητα και το νοητικό έλλειμμα μεταξύ ορφανών παιδιών-Ρουμάνικης καταγωγής- τα οποία όμως είχαν υιοθετηθεί από Αγγλικές οικογένειες.
Ο ψυχίατρος Sir Michael Rutter, MD,(Institute of Psychiatry in London) διατύπωσε ότι η στέρηση της θαλπωρής στο ορφανοτροφείο θα μπορούσε να είναι ένας παράγοντας κλειδί σε αυτό το εύρημα.
Η Moffitt και η ομάδα της επιδίωξε να διερευνήσει αυτόν τον ισχυρισμό και ανέφερε πως:
«Εμείς απλά σταθμίσαμε από άλλες μελέτες, ότι η θαλπωρή είναι ένας καλός δείκτης της επένδυσης των γονέων στην ανατροφή του παιδιού τους και μπορεί να γίνει ένας παράγοντας που θα μπορεί να προλάβει την υπερκινητικότητα και το νοητικό έλλειμμα στα παιδιά που βρίσκονται σε κίνδυνο, όπως εκείνα που γεννιούνται με μικρό βάρος».
Τα χαμηλού βάρους κατά τη γέννηση παιδιά, τα οποία είχαν δεχθεί περισσότερη ζεστασιά, (και είχαν βιώσει) σχέσεις αγάπης με τις μητέρες ήταν λιγότερο πιθανό να περιγραφούν ως υπερκινητικά παιδιά από γονείς και δασκάλους, ένα εύρημα που συσχετίζεται (με το γεγονός) πως μπορεί τα υψηλά επίπεδα ζεστασιάς προφυλάσουν μερικά παιδιά από κακή συμπεριφορά. Επιπλέον, χαμηλά επίπεδα θαλπωρής φαίνεται να επιτείνουν τα συμπεριφορικά προβλήματα που συνδέονται με το χαμηλό βάρος κατά τη γέννηση.

ΟΙ ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ ΚΑΙ Η ΑΡΚΟΥΔΑ

 
 
Δυο καλοί φίλοι βάδιζαν στον ίδιο δρόμο. Περπατούσαν σε ένα έρημο και άγνωστο δρόμο, μέσα από βουνά και κοιλάδες. Παρόλο που βάδιζαν σε ένα μέρος άγνωστο, ο άντρας ένοιωθε ήρεμος και ασφαλής γιατί, ήταν μαζί με τον φίλο του και ότι και να συνέβαινε θα το αντιμετώπιζαν μαζί.
Εκεί λοιπόν που περπατούσαν και συζητούσαν, ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά τους μια μεγάλη αρκούδα. Ο ένας άντρας, έτρεξε γρήγορα και σκαρφάλωσε σε ένα δέντρο. Η αρκούδα δεν τον έβλεπε και έτσι γλύτωσε. Ο άλλος άντρας, έμεινε ακίνητος και μετά έπεσε στο έδαφος για να υποκριθεί ότι είναι νεκρός.
Η αρκούδα, έτρεξε αμέσως να αρπάξει τον άντρα που ήταν στο έδαφος γιατί πεινούσε πολύ. Σήκωσε τον άντρα από το έδαφος και τον κούνησε. Εκείνος όμως από το φόβο του ήταν ακίνητος και είχε παγώσει τόσο πολύ που η αρκούδα νόμιζε πως ήταν πραγματικά νεκρός.
Έτσι, παρά την μεγάλη της πείνα, τον πέταξε κάτω και έφυγε για να βρει φαγητό.
Όταν ο άλλος άντρας βεβαιώθηκε ότι η αρκούδα είχε φύγει μακριά και ήταν πλέον ασφαλής, κατέβηκε από τον δέντρο που είχε σκαρφαλώσει και πλησίασε τον φίλο του.
Ήθελε να κάνει τον έξυπνο και είπε στο φίλο του με άνεση: «Πες μου καλέ μου φίλε, όταν ήσουν ξαπλωμένος, τρέμοντας από τον φόβο σου, τι ακριβώς σου είπε η αρκούδα;»

Και ο άντρας του απάντησε απογοητευμένος: «Μου είπε να διαλέγω καλύτερα τους φίλους μου και άλλη φορά να μην ταξιδεύω με φίλους που με εγκαταλείπουν την ώρα που τους χρειάζομαι».

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΣΤΗΘΟΥΣ

Kαρκίνος του Μαστού - Συμπτώματα, Μορφές, Παθήσεις

 

 

 

Α. Στατιστικά στοιχεία – Αίτια - Συμπτώματα

Εισαγωγή
Ο όρος «καρκίνος του μαστού» αναφέρεται στη νοσηρή ανάπτυξη κακοήθους όγκου στην ευρύτερη περιοχή του μαστού. Αποτελεί μία από τις πλέον συχνότερα εμφανιζόμενες μορφές καρκίνου σε παγκόσμιο επίπεδο, πρώτη σε αριθμό κρουσμάτων μεταξύ του γυναικείου πληθυσμού, ιδιαίτερα στο δυτικό κόσμο. Αποτελεί, επίσης, τη δεύτερη σε συχνότητα αιτία θανάτου μεταξύ των Ευρωπαίων γυναικών και την πρώτη μεταξύ καρκινοπαθών.
Ο καρκίνος του μαστού, στις διάφορες μορφές της νόσου, προκαλείται από άναρχο και αφύσικο πολλαπλασιασμό παθολογικών κυττάρων στους ιστούς του σώματος, που, συνακόλουθα, προκαλούν το σχηματισμό κακοήθους όγκου στην περιοχή του μαστού. Ο καρκίνος του μαστού, όπως και κάθε κακοήθης νεοπλασία, αποτελεί ουσιαστικά κυτταρική νόσο. Τα παθολογικά αυτά κύτταρα έχουν τη δυνατότητα διήθησης - διείσδυσης δηλαδή σε γειτονικούς ιστούς - και συνεπώς είναι σε θέση να επεκταθούν και να προκαλέσουν σοβαρές βλαπτικές συνέπειες στη λειτουργία του οργανισμού.
Ας σημειωθεί πως η εμφάνιση της νόσου σε άρρενες, παρ’ ότι σπανιότατη, δεν είναι άγνωστη. Όσον αφορά στις γυναίκες, ουσιαστικά όλες αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου – όχι, όμως στον ίδιο βαθμό. Ορισμένα στατιστικά στοιχεία που αφορούν στην εμφάνιση των κρουσμάτων είναι αρκετά διαφωτιστικά.

Στατιστικά στοιχεία

Κρούσματα
Σύμφωνα με τη Διεθνή Έκθεση για τις καρκινικές νόσους που παρουσιάστηκε στη Γενεύη της Ελβετίας τον Απρίλιο του 2003 από την IARC (International Agency for Research on Cancer), ο καρκίνος του μαστού αποτελεί την πιο κοινή μορφή καρκίνου μεταξύ των γυναικών, με περίπου 1.000.000 νέα κρούσματα παγκοσμίως. Στις Η.Π.Α. τα κρούσματα ξεπερνούν τα 200.000 ετησίως, ενώ στην  Ελλάδα διαγιγνώσκονται περίπου 4.500 γυναίκες με καρκίνου του μαστού κάθε χρόνο. Υπολογίζεται (βάσει στοιχείων του έτους 2002) ότι 1 στις 8 γυναίκες στην Αμερική και 1 στις 9 στην Ευρώπη θα νοσήσει από κακοήθη μαστική νεοπλασία κάποια στιγμή στη ζωής της. Μόλις το 30% από τις γυναίκες αυτές έχει ιστορικό κληρονομικότητας στην οικογένειά των. Στην Ελλάδα το αναλογικό ποσοστό κρουσμάτων είναι 1 στις 12.
Είναι ενδιαφέρον ότι, στην Ευρώπη, το 60% των κρουσμάτων καρκίνου του μαστού διαγιγνώσκεται σε πρώιμο στάδιο – ποσοστό που στην Ελλάδα μόλις και μετά βίας εγγίζει το 5%. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν πόσο ελλιπής είναι η σχετική ενημέρωση μεταξύ των Ελληνίδων, γεγονός εξαιρετικά λυπηρό, αν λάβουμε υπόψη τις δυνατότητες πλήρους ίασης που παρέχει μία έγκαιρη διάγνωση.
Το πενταετές ποσοστό επιβίωσης σε περιπτώσεις διάγνωσης σε πρώιμο στάδιο φθάνει ως και το 95%, στοιχείο που υποδηλώνει πως ο καρκίνος του μαστού μπορεί να αντιμετωπιστεί επιτυχώς για την πλειονότητα των γυναικών που φροντίζουν να τον εντοπίσουν έγκαιρα, μέσω συχνών προληπτικών ελέγχων και ψηλάφησης του στήθους. Αν και μόλις το 20% των διογκώσεων που μπορεί να εντοπιστούν μέσω της ψηλάφησης ενδέχεται να είναι καρκινογόνο, όλες πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά από γιατρό αμέσως μετά τον εντοπισμό τους.
Τα ποσοστά θανάτου από καρκίνο του μαστού χαρακτηρίζονται από πτωτική τάση από τις αρχές του 1990, με τις μεγαλύτερες μειώσεις να εντοπίζονται στις γυναίκες κάτω των 50. Οι ερευνητές αποδίδουν την πτώση αυτή στην έγκαιρη διάγνωση μέσω μαστογραφιών καθώς και στις βελτιώσεις που έχουν επέλθει στις σχετικές θεραπευτικές αγωγές. Ο αριθμός των ατόμων που έχουν αντιμετωπίσει με επιτυχία τον καρκίνο του μαστού αυξάνεται συνεχώς  - από τον Ιανουάριο του 2006, υπήρξαν περίπου 2,5 εκατομμύρια γυναίκες στις ΗΠΑ που, βάσει της έκθεσης, έχουν ξεπεράσει με επιτυχία την περιπέτεια του καρκίνου του μαστού.

Αίτια

Κληρονομικότητα
Υπολογίζεται πως μόλις το 5  - 10% των κρουσμάτων καρκίνου του μαστού σχετίζεται όντως με παράγοντες κληρονομικότητας. Η πλειονότητα των κρουσμάτων προκύπτει από βλάβες στο γενετικό υλικό των μαστικών κυττάρων, που προκαλούνται από διάφορους παράγοντες κατά τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου.  Ωστόσο, δύο γονίδια, γνωστά ως BRCA 1 και BRCA 2, έχουν προσδιοριστεί ως παράγοντες που συμβάλλουν στην εμφάνιση καρκίνου του μαστού όταν έχουν υποστεί γενετική αλλοίωση.
Ομάδες Υψηλού Κινδύνου
Πληθώρα μελετών έχει βοηθήσει τους επιστήμονες να προσδιορίσουν ορισμένους παράγοντες που συμβάλλουν στην ανάπτυξη κακοήθους νεοπλασίας στο μαστό. Αναφέρονται οι κυριότεροι:
Ηλικία
Στοιχεία αποδεικνύουν πως ο καρκίνος του μαστού μπορεί να προκύψει σε οποιαδήποτε ηλικία μετά την εφηβεία. Ωστόσο, τα ποσοστά εμφάνισής του αυξάνονται όσο ανεβαίνουμε τις ηλικιακές κλίμακες. Υπολογίζεται πως μία γυναίκα 70 χρονών μπορεί να αντιμετωπίζει ως και διπλάσιο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού από μία γυναίκα που έχει μόλις περάσει την εμμηνόπαυση.
Τα ποσοστά απεικονίζουν τα συμπεράσματα αυτά με ενάργεια: για γυναίκες ηλικίας 15 – 39 ετών το ποσοστό εμφάνισης καρκίνου μαστού αγγίζει το 0,5%. Για γυναίκες από 40 – 59 ετών το ποσοστό ανεβαίνει στο 4%, ενώ τις ηλικίες άνω των 60, το ποσοστό υπολογίζεται στο 7%. Ας σημειωθεί πως η πλειονότητα των κρουσμάτων προκύπτει σε γυναίκες άνω των 50, και περισσότερα από τα μισά αφορούν γυναίκες άνω των 60.
Κληρονομικότητα
Παρ’ ότι η κληρονομικότητα φαίνεται να παίζει ρόλο σε ποσοστό μικρότερο του 10% επί των κρουσμάτων, έχει αποδειχτεί πως είναι ένας βασικός παράγοντας κινδύνου. Γυναίκες με εξ αίματος συγγενείς που έχουν νοσήσει αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου στο μαστό.
Το ποσοστό κινδύνου εμφανίζεται αντιστρόφως ανάλογο με την ηλικία εμφάνισης της νόσου: όσο νεότερο ήταν το μέλος της οικογένειας όταν νόσησε, τόσο μεγαλύτερο το ποσοστό κινδύνου για τις υπόλοιπες γυναίκες της οικογένειας. Εξίσου σημαντικός φαίνεται πως είναι ο αριθμός των κρουσμάτων στην οικογένεια: όσο περισσότερα τα κρούσματα, τόσο μεγαλύτερος και ο κίνδυνος για τα υπόλοιπα μέλη.
Διαταραχές ή ιδιαιτερότητες της εμμήνου ρύσης και της κύησης
Στοιχεία υποδηλώνουν πως γυναίκες με πρώιμη έναρξη της εμμήνου ρύσης  (πριν από το 12ο έτος της ηλικίας τους) ή με καθυστερημένη εμμηνόπαυση (μετά τα 55) αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου στο μαστό. Επίσης, η λήψη οιστρογόνων μετά την εμμηνόπαυση έχει συσχετιστεί με αυξημένα ποσοστά εμφάνισης της νόσου, με τον κίνδυνο να είναι ανάλογος του διαστήματος λήψης των οιστρογόνων. Ανάλογος συσχετισμός έχει προκύψει και για γυναίκες που παρέμειναν άτεκνες, που δεν είχαν πλήρεις κυήσεις (διάρκεια εννέα μηνών) ή που γέννησαν μετά τα τριανταπέντε τους χρόνια.
Παχυσαρκία και αύξηση του σωματικού βάρους
Τον Ιούνιο του 2009 ανακοινώθηκε από το Αμερικανικό Ίδρυμα για την έρευνα του Καρκίνου (AICR) ότι η συσσώρευση σωματικού λίπους σε ποσοστά άνω του κανονικού ευθύνεται για το 17% των κρουσμάτων καρκίνου του μαστού στις Η.Π.Α. Άλλα στοιχεία καταδεικνύουν πως η αύξηση του βάρους μετά την ηλικία των 20 ετών αυξάνει αναλογικά τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου. Όταν μάλιστα η αύξηση αγγίζει τα 16 κιλά, ο κίνδυνος αυξάνει σχεδόν κατά 68%. Ερευνητές έχουν παρατηρήσει ότι σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η ηλικία στην οποία προσλαμβάνονται τα κιλά: όσο μεγαλύτερη ηλικία, τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος. Μια γυναίκα που προσλαμβάνει 10 ή και περισσότερα επιπλέον κιλά μετά τα 30 της ή περισσότερα από 6 κιλά μετά τα 40 της διατρέχει σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες εμφάνισης της νόσου από μία γυναίκα που διατηρεί σταθερό το βάρος της. Ο κίνδυνος τριπλασιάζεται εάν ο δείκτης μάζας σώματος βρίσκεται στα μέγιστα επίπεδά του μετά την ηλικία των 50 ετών.
Αλκοόλ
Ο τρόπος με τον οποίο το αλκοόλ αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης του καρκίνου του μαστού δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητός στους ερευνητές. Πιθανότατα σχετίζεται με τη λειτουργία των οιστρογόνων, αλλά η υπόθεση αυτή δεν έχει ακόμη στοιχειοθετηθεί.
Πρόσφατες έρευνες έχουν, επίσης, αποκαλύψει τη σημασία της ηλικίας έναρξης κατανάλωσης αλκοόλ καθώς και της συχνότητας κατανάλωσης: άτομα που έπιναν σχεδόν καθημερινά από τα εφηβικά τους χρόνια αντιμετωπίζουν πολλαπλάσιο κίνδυνο σε σχέση με άτομα που δεν έπιναν καθόλου ή μόλις μία φορά την εβδομάδα. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η παρατήρηση πως, μεγάλο ποσοστό γυναικών που παραδέχτηκαν ότι μεθούσαν τακτικά, αργότερα νόσησαν.
Στοιχεία υποδεικνύουν συσχέτιση της κατανάλωσης αλκοολούχων ποτών και με την επανεμφάνιση της νόσου σε γυναίκες που είχαν ολοκληρώσει τη σχετική θεραπεία. Σύμφωνα με μελέτη που παρουσιάστηκε το Δεκέμβριο του 2009 στο Διεθνές Συνέδριο ογκολογίας του Σαν Αντόνιο, άτομα που νόσησαν από καρκίνο του μαστού και καταναλώνουν με μετριοπάθεια αλκοόλ διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο επανεμφάνισής του από εκείνα που πίνουν λίγο ή καθόλου οινοπνευματώδη ποτά.
Κάπνισμα
Σύμφωνα με στοιχεία πρόσφατων ερευνών η κατανάλωση ενός πακέτου τσιγάρων ημερησίως, από γυναίκες προ της εμμηνόπαυσης και για εννέα περίπου χρόνια, αυξάνει δραστικά τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού κατά σχεδόν 60%. Για γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση το ποσοστό μειώνεται στο 50%, αλλά ούτως ή άλλως είναι αφυπνιστικά υψηλό. Η διακοπή του καπνίσματος έχει αποδειχτεί πως είναι σε θέση να μειώσει το σχετικό κίνδυνο.
Έκθεση του στήθους σε ακτινοβολία
Η ιονίζουσα ακτινοβολία έχει προσδιοριστεί ως παράγοντας αύξησης του κινδύνου εμφάνισης της νόσου.
Προηγούμενος καρκίνος της μήτρας ή των ωοθηκών
Στοιχεία υποδηλώνουν πως γονιδιακές μεταλλάξεις που προκαλούν καρκίνο των ωοθηκών και της μήτρας είναι σε θέση να προκαλέσουν κακοήθη νεοπλασία και στο μαστό.
Άτυπη υπερπλασία ή άλλη προ-κακοήθης κατάσταση
Μολονότι δεν είναι όλες οι αλλοιώσεις ή όγκοι στο στήθος κακοήθεις και καρκινικοί, ορισμένες προετοιμάζουν το έδαφος για την εμφάνιση παθογόνων καρκινικών κυττάρων και καρκίνου στην ευρύτερη περιοχή του μαστού.
Πολλαπλές βιοψίες του μαστού
Λήψη αντισυλληπτικών δισκίων;
Τα περισσότερα αντισυλληπτικά χάπια περιέχουν οιστρογόνα, ο ρόλος των οποίων στην εμφάνιση καρκίνου του μαστού έχει καταδειχτεί ποικιλοτρόπως. Παρ’ όλα αυτά, οι μελέτες που αφορούν στη συσχέτιση καρκίνου του μαστού και αντισυλληπτικών χαπιών δεν έχουν συμπεράνει κάποια ισχυρή αλληλεπίδραση: φαίνεται πως η χρήση των εν λόγω χαπιών δεν αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.

Συμπτώματα

Ο Καρκίνος ως ομάδα ασθενειών χαρακτηρίζεται από ορισμένα γενικά συμπτώματα, ενώ κάθε διακριτή του μορφή συσχετίζεται με ορισμένα ειδικά συμπτώματα. Τα ειδικά συμπτώματα που χαρακτηρίζουν εν γένει τις εκάστοτε παραλλαγές του καρκίνου του μαστού - η φύση και η έκταση των οποίων ποικίλλει – είναι τα εξής:

  • Εξόγκωμα, ογκίδιο ή σκλήρυνση στην ευρύτερη περιοχή του μαστού και/ή της μασχάλης.
  • Έκκριση υγρών ή αίματος από τη θηλή του μαστού.
  • Διόγκωση λεμφαδένων της μασχάλης.
  • Έλξη του δέρματος ή της θηλής προς το εσωτερικό του μαστού (εισολκή δέρματος).
  • Αλλοιώσεις του δέρματος (όψη φλοιού πορτοκαλιού).
  • Ερυθρότητα, φλόγωση, ευαισθησία ή πόνοι στο στήθος.

Καλοήθεις παθήσεις του μαστού


Εισαγωγή
Δεν είναι όλες οι αλλοιώσεις, διογκώσεις ή σκληρύνσεις καρκινικές και κακοήθεις, μολονότι όλες θα πρέπει να εξετάζονται άμεσα μετά τον εντοπισμό τους. Υπολογίζεται πως το 90% των μαστικών όγκων σε γυναίκες ηλικίας 20 – 50 ετών προκαλούνται από κάποια πάθηση καλοήθους φύσης. Ακολουθούν ορισμένες καλοήθεις μαστικές παθήσεις με σύντομες επεξηγητικές πληροφορίες.

Καλοήθεις παθήσεις του μαστού

Ινοαδένωμα
Τι είναι και ποια είναι τα βασικά του χαρακτηριστικά; Το ινοαδένωμα είναι το συνηθέστερο καλοήθες εξόγκωμα στην περιοχή του μαστού. Θωρείται καλοήθης νεοπλασία, αν και πολλοί είναι αυτοί που τη συνδέουν με υπερπλασία των μαστικών λοβίων. Συνίσταται στο σχηματισμό ενός όγκου από ινώδη και αδενικό ιστό. Τα βασικά του χαρακτηριστικά είναι τα εξής:
  • Σκληρότητα.
  • Κινητικότητα, καθώς δεν συσχετίζεται με το μαστικό αδένα ούτε συμφύεται με το δέρμα.
  • Σπάνια πρόκληση πόνου.
  • Πλήρως και ευκρινώς διακριτό σώμα με ομαλή επιφάνεια.
Πώς προκαλείται; Το ινοαδένωμα δε σχετίζεται με την ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων και συνήθως διογκώνεται κατά την κύηση, την περίοδο του θηλασμού και την κλιμακτήριο ή την περίοδο προ της εμμηνόπαυσης. Το ινοαδένωμα εμφανίζεται σπάνια σε άρρενες. Ορισμένες μορφές του μπορούν να εξελιχθούν σε κάποια κακοήθη πάθηση – γεγονός που εξακριβώνεται με τη διενέργεια βιοψίας.
Ποιες γυναίκες αφορά και πώς αντιμετωπίζεται; Εμφανίζεται σε γυναίκες νεαρής ηλικίας, συνήθως κάτω των 30 ετών και σπάνια μετά την εμμηνόπαυση. Λόγω της προφανούς γενικής ομοιότητας με τους καρκινικούς μαστικούς όγκους, οι γιατροί συνήθως συστήνουν βιοψία για την εξακρίβωση της φύσης του. Μπορεί, επίσης, να διαγνωστεί μέσω υπερήχων και μαστογραφίας. Μελέτες υπολογίζουν πως μόλις το 3 - 5‰ των κρουσμάτων ινοαδενώματος συνοδεύεται και από ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων (συνήθως μη διηθητικού λοβιακού ή DCIS). Ο τρόπος αντιμετώπισής του εξαρτάται από διάφορους παράγοντες όπως το μέγεθός του, η φύση των μεταβολών του και τα συμπτώματα που επιφέρει. Σε περίπτωση εμφάνισής του κατά την εγκυμοσύνη, συνιστάται σχεδόν πάντοτε η αφαίρεσή του για να μην προκαλείται ιδιαίτερη ανησυχία στην έγκυο. Τα ινοαδενώματα μεγάλου μεγέθους συνήθως αφαιρούνται χειρουργικά. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζονται τα επονομαζόμενα εφηβικά ινοαδενώματα, τα οποία εμφανίζονται στην αρχή ή κατά τη διάρκεια της εφηβείας και συχνά προκαλούν πόνο και ασυμμετρία στους μαστούς. Η χειρουργική αφαίρεση είναι πολύ εύκολη και δεν ταλαιπωρεί ιδιαίτερα την ασθενή.

Κύστη
Τι είναι και ποια είναι τα βασικά της χαρακτηριστικά; Κύστη είναι μια παθολογική, καλοήθης ανάπτυξη ενός θύλακος σε κάποιο όργανο του σώματος, με ρευστό ή ημίρρευστο περιεχόμενο.  Οι μαστικές κύστεις σχηματίζονται από τοπική συλλογή υγρού. Χαρακτηρίζονται από:
  • Κυκλικό, ομαλό περίγραμμα.
  • Μαλακή σύσταση. Η ψηλάφησή τους δίνει την αίσθηση συμπίεσης ενός μικρού μπαλονιού με νερό.
  • Εύκολη μετακίνηση εντός του μαστού και δυνατότητα συμπίεσης.
  • Ορισμένες φορές προκαλούν πόνο.
Οι κύστεις διακρίνονται σε:
  • Απλές κύστεις: περιέχουν μόνο υγρό.
  • Επιπεπλεγμένες κύστεις: περιέχουν υγρό αλλά και συμπαγή στοιχεία. Σπάνια, σε ποσοστό μικρότερο του 0,5%, μπορεί να υποκρύπτουν κακοήθεια.
  • Πολύπλοκες κύστεις: μοιάζουν με κύστη αλλά και με συμπαγή όγκο. Συχνά, σε ποσοστό 20 – 40%, υποκρύπτουν κακοήθεια.
Πώς προκαλείται; Προς το τέλος της περιόδου εμμήνου ρύσης, τα μαστικά κύτταρα διογκώνονται συλλέγοντας και συγκρατώντας υγρό, το οποίο και αποβάλλουν μετά το πέρας της περιόδου. Αν η συγκέντρωση αυτή διατηρηθεί και μετά το πέρας της εμμήνου ρύσης, σχηματίζονται μία ή και περισσότερες κύστεις. Η παθολογική αυτή κατάσταση προκαλείται εξαιτίας ορμονικών διαταραχών και, για το λόγο αυτό, το μέγεθός τους ποικίλει κατά τη διάρκεια του ωοθηκικού κύκλου. Φυσικά, η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης στην εμμηνόπαυση θα μπορούσε να προκαλέσει την ανάπτυξη ή την επανεμφάνισή τους.
Σε ποιες γυναίκες εμφανίζεται; Η ασθένεια πλήττει, συνήθως, γυναίκες ηλικίας μεταξύ 30 – 50 ετών και σπανιότατα κάνει την εμφάνισή της μετά την εμμηνόπαυση. Μόλις μία στις δέκα γυναίκες θα εμφανίσει μαστική κύστη στη διάρκεια της ζωής της. Υπολογίζεται ότι το 50% των κρουσμάτων εμφανίζει κύστεις και στους δύο μαστούς, και το 30% εμφανίζει πολλαπλές κύστεις, γεγονός που δίνει την εντύπωση πως το σχήμα τους είναι ακανόνιστο. Στο 10% των περιπτώσεων οι κύστεις επανεμφανίζονται.
Πώς αντιμετωπίζεται; Η παθολογική αυτή κατάσταση είναι ασυμπτωματική και ελάχιστες φορές κρίνεται αναγκαία η χειρουργική ή φαρμακευτική της αντιμετώπιση, η οποία και εξαρτάται άμεσα από το είδος των εμφανιζόμενων κύστεων (απλές, επιπεπλεγμένες, πολύπλοκες). Στην πλειονότητα των περιπτώσεων εξαφανίζονται από μόνες τους. Αν, όμως, είναι πολύ μεγάλες ή επώδυνες, οι γιατροί συχνά συστήνουν παρακέντηση, αφαίρεση δηλαδή του περιεχόμενου υγρού. Η εν λόγω διαδικασία είναι ανώδυνη και έχεις ως αποτέλεσμα την διάλυση της κύστης. Συχνά, μέρος  της αποστέλλεται για κυτταρολογική εξέταση. Αν υπάρχουν υποψίες κακοήθειας, διενεργείται βιοψία.

Λίπωμα
Τι είναι και ποια είναι τα βασικά του χαρακτηριστικά; Το λίπωμα είναι μία καλοήθης μάζα λιπώδους σύστασης που εμφανίζεται συνήθως υποδόρια (αμέσως κάτω από το δέρμα) αλλά ορισμένες φορές και σε βαθύτερα μυϊκά στρώματα. Σε περίπτωση συσχέτισής του με αδένες, τότε αναφερόμαστε σε αυτό ως αδενολίπωμα. Βασικά του χαρακτηριστικά:
  • Κινητικότητα.
  • Σφαιρικό σχήμα.
  • Ομαλό περίγραμμα.
  • Ποικίλο μέγεθος (μερικά χιλιοστά ως μερικά εκατοστά – σπάνια περισσότερα από 3).
  • Βραδεία ανάπτυξη.
  • Δεν προκαλεί πόνο.
Πώς προκαλείται; Δεν είναι πλήρως εξακριβωμένα τα αίτια εμφάνισής του, αλλά είναι βέβαιο πως δεν σχετίζονται με ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων. Η κληρονομική προδιάθεση φαίνεται πως παίζει κάποιο ρόλο.
Σε ποιες γυναίκες εμφανίζεται; Έχει παρατηρηθεί πως λιπώματα εμφανίζονται κάπως συχνότερα σε γυναίκες με ευμεγέθεις μαστούς.
Πώς αντιμετωπίζεται; Το λίπωμα, όπως και το αδενολίπωμα, αφαιρείται πολύ εύκολα χειρουργικά μέσω τοπικής αναισθησίας, για λόγους κυρίως αισθητικούς. Δείγμα ιστού αποστέλλεται, συνήθως, για ιστολογική εξέταση.

Φυλλοειδής όγκος
Τι είναι και ποια είναι τα βασικά του χαρακτηριστικά; Ο φυλλοειδής όγκος είναι μια σπάνια μορφή (μόλις 0,3 – 0,5% επί του συνόλου των μαστικών νεοπλασμάτων) μαστικού νεοπλάσματος, η οποία μπορεί να αναπτυχθεί είτε ως καλοήθης είτε ως κακοήθης (κυστεοσαρκώματα). Μορφολογικά μοιάζει πολύ με το ινοαδένωμα, από το οποίο είναι συχνά δύσκολο να διακριθεί. Στην καλοήθη του μορφή χαρακτηρίζεται από:
  • Λεία επιφάνεια.
  • Σχετικά μεγάλο μέγεθος (5 – 15 εκατοστά).
  • Ταχεία ανάπτυξη
  • Κινητικότητα.
  • Περιφερειακοί όζοι.
  • Πρόκληση πόνου.
  • Πιθανές αλλοιώσεις (όπως λέπτυνσης και διακριτικού χρωματισμού) του δέρματος λόγω ταχείας αύξησης του μεγέθους του μαστού.
Πώς προκαλείται; Λόγω των ομοιοτήτων του με το ινοαδένωμα, ορισμένοι υποθέτουν ότι αποτελεί μια μορφή εξέλιξής του.
Σε ποιες γυναίκες εμφανίζεται; Ο φυλλοειδής όγκος εμφανίζεται πιο συχνά σε γυναίκες ηλικίας 35 – 55 ετών, αλλά έχει παρατηρηθεί και σε έφηβες. Έρευνες καταδεικνύουν πως τα περισσότερα κρούσματα αφορούν γυναίκες λατινικής  ή ασιατικής καταγωγής.
Πώς αντιμετωπίζεται; Συχνά, λόγω του μεγέθους του και του αυξημένου κινδύνου υποτροπής, ο φυλλοειδής όγκος αντιμετωπίζεται με μαστεκτομή (χειρουργική αφαίρεση του παθόντος μαστού). Ωστόσο, ολοένα και περισσότερες περιπτώσεις αντιμετωπίζονται με απλή εκτομή ή τεταρτεκτομή.

Θήλωμα
Τι είναι και ποια είναι τα βασικά του χαρακτηριστικά; Το θήλωμα είναι ένα είδος καλοήθους όγκου που αναπτύσσεται στο μαστό ή και σε άλλα όργανα. Ουσιαστικά αποτελεί μια καλοήθη υπερπλασία του επιθηλίου (υποδόριων κυτταρικών υμένων) των γαλακτοφόρων πόρων του  μαστού. Διακρίνεται σε:
  • Μονήρες θήλωμα (εντοπίζεται εγγύς του συμπλέγματος θηλής και θηλαίας άλους, της σκουρόχρωμης περιοχής που περιβάλλει τη θηλή).
  • Πολλαπλά θηλώματα (εντοπίζονται συνήθως περιφερειακά της θηλής).
  • Αδένωμα πόρων (ductal adenoma – εντοπίζεται σε μεγάλους μαστικούς πόρους).
  • Αδένωμα θηλής (nipple adenoma).
Βασικά του χαρακτηριστικά είναι:
  • Η μάζα του είναι ψηλαφητή όταν εντοπίζεται σε μεγάλο μαστικό πόρο κοντά στη θηλή.
  • Λείο, ομαλό περίγραμμα.
  • Μέγεθος από μερικά χιλιοστά ως αρκετά εκατοστά.
  • Ποικίλης σκληρότητας σύσταση.
  • Μπορεί να συνοδεύεται από ορώδη ή και αιμορραγικά εκκρίματα από τη θηλή.
  • Διάβρωση ή εξέλκωση (μετατροπή σε έλκος, δηλαδή σε ιστολογική βλάβη) της θηλής (σε περίπτωση αδενώματος θηλής).
Πώς προκαλείται; Η αιτιολογία δεν έχει προσδιοριστεί ακόμα πλήρως. Πιθανόν σχετίζεται με ορμονικές διαταραχές ή με παλιότερες κακώσεις ή τραυματισμούς του μαστού.
Σε ποιες γυναίκες εμφανίζεται; Αφορά κυρίως γυναίκες 45 – 50 ετών και, παρότι δεν είναι κακοήθης παθογένεια, έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου στο μαστό.
Πώς αντιμετωπίζεται; Συνήθως αντιμετωπίζεται με χειρουργική επέμβαση.

Φλεγμονή-απόστημα
Τι είναι και ποια είναι τα βασικά του χαρακτηριστικά; Το απόστημα είναι ουσιαστικά η συσσώρευση πυώδους υγρού σε μια νεοσχηματισμένη κοιλότητα και συχνά συνοδεύεται από φλεγμονή. Βασικά του χαρακτηριστικά:
  • Ψηλαφητός όγκος.
  • Ερυθρότητα.
  • Πόνος.
Πώς Προκαλείται; Προκαλείται από μία οξεία φλεγμονή του μαστού η οποία δεν έτυχε κατάλληλης αντιμετώπισης.
Πώς αντιμετωπίζεται; Συνήθως, αντιμετωπίζεται άμεσα μέσω παρακέντησης ή χειρουργικής παροχέτευσης και χορήγησης αντιβιοτικών.

Ινοκυστική μαστοπάθεια (κυστική νόσος –χρόνια κυστική μαστίτιδα – δυσπλασία μαστών)
Τι είναι και ποια είναι τα βασικά της χαρακτηριστικά; Η ινοκυστική μαστοπάθεια είναι μια αμιγώς καλοήθης πάθηση που περιλαμβάνει αλλοιώσεις στο μαστό χωρίς δυσάρεστες επιπλοκές. Συνίσταται στην  παρουσία μικρών όγκων – κύστεων, που προκαλούνται από διάταση (τέντωμα) των πόρων του μαστικού αδένος. Βασικά της χαρακτηριστικά είναι:
  • Ανώμαλη υφή των μαστών (συχνά τα συμπτώματα εμφανίζονται και στους δύο μαστούς).
  • Μικρά ογκίδια (όζοι) που μεταβάλλουν το μέγεθός τους κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσης διάσπαρτοι σε όλο το μαστικό αδένα.
  • Σαφές περίγραμμα και εύπλαστο, συμπαγές σώμα.
  • Κινητικότητα.
  • Αίσθημα καύσους στην περιοχή του στήθους.
  • Σε ποσοστό 10 – 20%, πρόκληση πόνου (μασταλγία) λίγο πριν την έναρξη της περιόδους εμμήνου ρύσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο πόνος ήταν τόσο έντονος ώστε ακόμη και το άγγιγμα να είναι δυσάρεστο.
  • Σε ποσοστό 10 – 20% εκκρίσεις από τη θηλή ορώδους ή και αιματώδους υγρού.
Πώς προκαλείται; Δεν είναι πλήρως κατανοητή η αιτιολογία της εν λόγω πάθησης, αλλά είναι βέβαιο πως σχετίζεται με τη δράση των ορμονών στο σώμα της κατά την εμμηνορυσιακή περίοδο και την επίδραση που έχουν οι ορμόνες αυτές στο μαστικό ιστό. Ορισμένοι παράγοντες που έχουν συσχετιστεί με την εμφάνισή τους είναι η κληρονομικότητα και η κακή διατροφή (καφεΐνη, λιπαρές τροφές).
Σε ποιες γυναίκες εμφανίζεται; Η ινοκυστική μαστοπάθεια εμφανίζεται συχνότατα σε γυναίκες ηλικίας 30 – 50 ετών. Εμφανίζεται τουλάχιστον στο 60% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας και φαίνεται πως επιδρά λιγότερο σε γυναίκες που χρησιμοποιούν αντισυλληπτικά. Τα κρούσματα μειώνονται αισθητά μετά την εμμηνόπαυση και συνήθως δεν χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερα συμπτώματα.
Πώς αντιμετωπίζεται; Διαγιγνώσκεται μέσω ψηλάφησης, μαστογραφίας ή και υπερηχογραφήματος. Ορισμένες φορές απαιτείται βιοψία και παρακέντηση. Για να αποφύγετε την επώδυνη διόγκωση των μαστών τις τελευταίες ημέρες του κύκλου αποφύγετε τον καφέ, το τσάι, τη σοκολάτα, τα ανθρακούχα αναψυκτικά και τα τρόφιμα που ευνοούν την κατακράτηση υγρών (π.χ., αλατισμένες τροφές). Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων υποχωρεί μετά την εμμηνόπαυση. Ορισμένες φορές κρίνεται απαραίτητη η χορήγηση αναλγητικού κυρίως για την ανακούφιση της ασθενούς από τα επώδυνα συμπτώματα. Συστήνεται, επίσης, η εφαρμογή στο στήθος θερμών επιθεμάτων και η χρήση ενισχυμένου στηθόδεσμου.

Γαλακτοφορεκτασία
Τι είναι και ποια είναι τα βασικά του χαρακτηριστικά; Γαλακτοφοροεκτασία ονομάζεται η διάταση (τέντωμα) ορισμένων πόρων στο μαστικό αδένα. Τα βασικά της χαρακτηριστικά είναι:
  • Πόνος (μασταλγία).
  • Κατά τόπους φλεγμονές στο μαστικό αδένα.
  • Ερυθρότητα.
  • Οίδημα (πρήξιμο)
  • Αίσθημα καύσου.
  • Εκκρίσεις κιτρινωπού, κιτρινοπράσινου ή και αιματώδους υγρού από τη θηλή.
Σε ποιες γυναίκες εμφανίζεται; Εμφανίζεται σπάνια, κυρίως σε πολύτεκνες μητέρες με προβλήματα ορμονικών διαταραχών, τραυμάτων ή φλεγμονών στους μαστούς.

Μασταλγία
Τι είναι και ποια είναι τα βασικά της χαρακτηριστικά; Η μασταλγία συνίσταται στον πόνο που προκαλείται στο μαστό από διάφορες αιτίες. Διακρίνεται σε διάφορες μορφές, η πιο κοινή από τις οποίες είναι η επονομαζόμενη «κυκλική μασταλγία». Η κυκλική μασταλγία σχετίζεται με τις ορμονικές αλλαγές που σχετίζονται με την έμμηνο ρύση. Συχνά οι αλλαγές αυτές προκαλούν πόνο και στους δύο μαστούς κάποιες ημέρες πριν την έναρξη της περιόδου εμμήνου ρύσης, ο οποίος υποχωρεί σταδιακά με τη λήξη της περιόδου. Η κυκλική μασταλγία δεν σχετίζεται με κάποια μορφή κακοήθειας ή με κάποια άλλη σοβαρή μορφή πάθησης.
Η επονομαζόμενη «μη κυκλική μασταλγία» σχετίζεται με κακώσεις των μυών, του σκελετού ή του δέρματος και όχι με την έμμηνο ρύση. Η μη κυκλική μασταλγία μπορεί να σχετίζεται με καρκίνο στο μαστό, αλλά η πιθανότητα αυτή έχει αποδειχτεί πολύ μικρή.
Πώς αντιμετωπίζεται; Η χορήγηση παυσίπονων ή αντιφλεγμονωδών είναι αρκετά διαδεδομένη για την αντιμετώπιση της μασταλγίας, όπως και η χρήση ειδικών στηθόδεσμων. Άλλες προσεγγίσεις περιλαμβάνουν ειδικό διαιτολόγιο και ασκήσεις διατάσεων.

Γαλακτοκήλη
Τι είναι και ποια είναι τα βασικά της χαρακτηριστικά; Η γαλακτοκήλη συνίσταται σε διάταση των πόρων του μαστού, που υπερπληρώνονται με γάλα. Παρατηρείται σε γυναίκες που θηλάζουν, και ιδιαίτερα σε πολύτεκνες.

Μαστίτιδα
Τι είναι και ποια είναι τα βασικά της χαρακτηριστικά; Η μαστίτιδα είναι μια φλεγμονή του μαστού και διακρίνεται σε πολλές μορφές και σπάνια σχετίζεται με καρκίνο στο μαστό. Η πλέον συνήθης μορφή της πλήττει τους γαλακτοφόρους πόρους και αφορά γυναίκες που θηλάζουν.
Πώς προκαλείται; Κατά το θηλασμό μπορεί να σχηματιστούν διάφορες κύστεις με συσσωρευμένο γάλα. Οι κύστεις αυτά συχνά πιέζουν και πονούν το μαστό και συμβάλουν στη δημιουργία φλεγμονών όταν εισέλθουν μικροοργανισμοί στη θηλή μέσω κάποιων μικροτραυματισμών.
Πώς αντιμετωπίζεται; Η βασική θεραπεία είναι η παροχέτευση του συσσωρευμένου γάλακτος από το μαστό, κάτι που γίνεται με μασάζ στο μαστό ή χρήση των ειδικών αντλιών του εμπορίου που αδειάζουν το γάλα. Παράλληλα με την παροχέτευση του γάλακτος από το μαστό, πρέπει να χορηγηθούν και αντιβιοτικά.

Αμάτρωμα - Αδενολίπωμα
Τι είναι; Το αμάτρωμα είναι μια σπάνια κατάσταση σχηματισμού καλοηθών όγκων στο μαστό που συναποτελούνται από αδενικό, λιπώδη και συνδετικό ιστό. Δεν υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν την εξέλιξή τους σε καοήθη πάθηση.


Κακοήθεις παθήσεις του μαστού

Ο καρκίνος του μαστού διακρίνεται σε διάφορες μορφές. Ακολουθούν επεξηγηματικές πληροφορίες γύρω από τη φύση, την αιτιολογία και τα επί μέρους χαρακτηριστικά της κάθε μιας από αυτές.
Α. Επί τόπου Πορογενές Καρκίνωμα  (Ductal carcinoma in situ [DCIS])
Τι είναι;
Το Επί τόπου Πορογενές Καρκίνωμα (DCIS) είναι η πιο κοινή μορφή μη διηθητικού καρκίνου στο μαστό. Δεν θεωρείται ιδιαίτερα επικίνδυνη ή επιθετική και αντιμετωπίζεται σχετικά εύκολα. Ωστόσο, αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης μιας πιο επιθετικής μορφής μαστικού καρκίνου. Μία γυναίκα που νόσησε με επί τόπου πορογενές καρκίνωμα αντιμετωπίζει περίπου 25% πιθανότητες επανεμφάνισης της νόσου σε διάστημα 5 έως 10 ετών.

Ο όρος «καρκίνωμα» περιγράφει μία συσσωμάτωση καρκινικών κυττάρων, έναν κακοήθη όγκο, ο οποίος αποτελείται από επιθηλιακό ιστό – τον ιστό που σαν υμένας καλύπτει ή περιβάλλει τα όργανα του σώματος. Ο όρος «πορογενής» αναφέρεται στους γαλακτοφόρους πόρους του μαστού, δηλαδή στις διόδους μέσω των οποίων το γάλα διοχετεύεται στη θηλή. Ο όρος «επί τόπου» υποδηλώνει πως τα καρκινικά κύτταρα παραμένουν στην αρχικά προσβληθείσα περιοχή και δεν έχουν επεκταθεί ή επεκτείνονται σε γειτονικούς ιστούς. Για το λόγο αυτό το επί τόπου πορογενές καρκίνωμα συγκαταλέγεται στις μη διηθητικές μορφές καρκίνου.

Πριν την ευρεία χρήση της μαστογραφίας το επί τόπου πορογενές καρκίνωμα εντοπιζόταν πολύ δύσκολα. Στις ημέρες μας, ωστόσο, η διάγνωση του έχει καταστεί ιδιαίτερα εύκολη, γεγονός που ευθύνεται – σε συνδυασμό με την αύξηση του μέσου όρου ζωής – για τα αυξημένα ποσοστά καταγραμμένων κρουσμάτων παγκοσμίως τα τελευταία χρόνια. Σε αρκετές περιπτώσεις, πορογενή καρκινώματα παραμένουν αδρανή και μη διηθητικά για πολλά χρόνια, ακόμη και για δεκαετίες. Σε άλλες περιπτώσεις, ωστόσο, τα καρκινικά κύτταρα μπορεί να «αφυπνιστούν» και να αρχίσουν να προσβάλλουν γειτονικούς ιστούς. Στην περίπτωση αυτή το επί τόπου πορογενές καρκίνωμα μεταβάλλεται σε διηθητικό πορογενές καρκίνωμα.

Συμπτώματα
Το Επί τόπου Πορογενές Καρκίνωμα δεν εμφανίζει ιδιαίτερα συμπτώματα. Ορισμένοι από τους ασθενείς μπορεί να εντοπίσουν κάποιον όγκο μέσω ψηλάφησης ή να παρατηρήσουν κάποια ασυνήθιστη έκκριση από τη θηλή.

Διάγνωση
Το Επί τόπου Πορογενές Καρκίνωμα θα μπορούσε να διαγνωστεί με τους εξής τρόπους:

  • Ψηλάφηση: ο γιατρός ή και η ίδια η ασθενής μπορεί να διακρίνει ψηλαφώντας το στήθος ένα μικρό ασυνήθιστο όγκο, παρ’ ότι σπάνια το DCIS ανιχνεύεται με τον τρόπο αυτό.
  • Μαστογραφία: υπολογίζεται πως σχεδόν το 80% των κρουσμάτων DCIS διαγιγνώσκεται μέσω μαστογραφιών.
  • Βιοψία: η βιοψία συνήθως ακολουθεί κάποιο ύποπτο εύρημα της μαστογραφίας και διακρίνεται σε διάφορες υποκατηγορίες, ανάλογα με το βαθμό επέμβασης που περιλαμβάνει.
Ø  Βιοψία με βελόνα (Α): περιλαμβάνει την εισαγωγή μίας πολύ μικρής κοίλης βελόνας η οποία λαμβάνει ένα μικρό δείγμα κυττάρων από την ύποπτη περιοχή. Το δείγμα στη συνέχεια περνά από κυτταρολογική εξέταση και αξιολογείται. Αυτού του είδους η βιοψία δεν αφήνει ουλές και ταλαιπωρεί ελάχιστα την εξεταζόμενη.
Ø  Βιοψία με βελόνα (Β): ο γιατρός κάνει μία μικρή τομή για να μπορέσει να εισαγάγει μία μεγαλύτερη βελόνα, ικανή να αφαιρέσει δείγμα ιστού από την ύποπτη περιοχή. Αυτού του είδους η βιοψία αφήνει μία μικρή ουλή που, όμως, γίνεται σχεδόν ανεπαίσθητη μετά από μερικές εβδομάδες.
Ø  Βιοψία διατομής ή διάνοιξης (incisional biopsy): η βιοψία αυτή χρησιμοποιείται μόνον όταν οι δύο προηγούμενες αποτύχουν να δώσουν κατάλληλο δείγμα και μοιάζει περισσότερο με μια μικρή επέμβαση παρά με βιοψία. Περιλαμβάνει τη διενέργεια μιας μικρής τομής και αποσκοπεί στην αφαίρεση ενός μικρού τμήματος ιστού για εξέταση.
Ø  Βιοψία εκτομής (excisional biopsy): η βιοψία εκτομής είναι ακόμη πιο παρεμβατική και αποσκοπεί στην αφαίρεση ολόκληρου του ύποπτου όγκου από το στήθος.

Είναι καλό να υπογραμμιστεί πως η βιοψία, ανεξάρτητα από το είδος της, είναι μέρος της διάγνωσης, και όχι της θεραπείας. Ο ιστός που έχει αφαιρεθεί μέσω της βιοψίας αναλύεται για να προσδιοριστεί ο τύπος και ο βαθμός της νόσου. Αυτό διαπιστώνεται κυρίως μέσω σύγκρισης των καρκινικών κυττάρων με υγιή, οπότε και διαφαίνεται το στάδιο παθογένειας και η ταχύτητα ανάπτυξής τους. Παράλληλα, εξετάζεται κατά πόσον τα καρκινικά κύτταρα έχουν υποδοχείς οιστρογόνων και προγεστερόνων (κάποιες ειδικές πρωτεΐνες στο εξωτερικό των κυττάρων που λαμβάνουν μηνύματα μέσω ορμονών). Αν αυτό ισχύει τότε η καρκινική ανάπτυξη είναι πιο ραγδαία και απαιτεί διαφορετικό χειρισμό.

Στάδιο, Τύπος και Βαθμός DCIS
Το Επί Τόπου Πορογενές Καρκίνωμα υπάγεται πάντοτε στο Στάδιο 0, υποδηλώνοντας το γεγονός της μη εξάπλωσης των καρκινικών κυττάρων σε γειτονικούς ιστούς (γι’ αυτό και ονομάζεται «επί τόπου» [in situ]). Ως προς το βαθμό, ωστόσο, και τον τύπο του DCIS μπορεί να υπάρξουν πολλές διαφοροποιήσεις. Ο προσδιορισμός των δύο αυτών χαρακτηριστικών θα καθορίζει και το είδος της θεραπευτικής προσέγγισης που θα εφαρμοστεί.

Ο Τύπος και ο βαθμός του DCIS ορίζεται από τις διαφορές των παθογόνων κυττάρων κατά τη σύγκρισή τους με υγιή κύτταρα της ίδιας περιοχής.
 Τύπος:
1. Πορογενής Υπερπλασία: ως υπερπλασία ορίζεται η υπέρμετρη ανάπτυξη ενός  οργάνου ή ιστού, η οποία οφείλεται σε πολλαπλασιασμό των συστατικών του κυττάρων, δηλαδή σε αύξηση του αριθμού τους. Ωστόσο, η υπερπλασία δεν είναι καρκίνος, καθώς τα κύτταρα είναι υγιή και όχι καρκινικά. Αν η πορογενής υπερπλασία χαρακτηριστική ως «άτυπη», τότε τα επιπλέον κύτταρα, μολονότι δεν είναι καρκινικά, δεν χαρακτηρίζονται από την τυπική εμφάνιση των υγιών κυττάρων, αλλά είναι ελαφρώς παραλλαγμένα.
2. Επί τόπου Πορογενές Καρκίνωμα: όπως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, το τυπικό DCIS περιγράφει την ύπαρξη και την ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων, περιορισμένων μόνο στους γαλακτοφόρους πόρους του μαστού.
3. Το επονομαζόμενο DCIS-MI (από τον αγγλικό όρο microinvasion) περιγράφει ένα επί τόπου πορογενές καρκίνωμα, μερικά καρκινικά κύτταρα του οποίου έχουν αρχίσει να διαπερνούν (διήθουν) τα τοιχώματα των γαλακτοφόρων πόρων.
Αν διαπιστωθεί πως τα καρκινικά κύτταρα έχουν διαπεράσει πλήρως τα τοιχώματα του γαλακτοφόρου πόρου, το καρκίνωμα δεν εμπίπτει στην κατηγορία των Επί τόπου (in situ) Πορογενών Καρκινωμάτων αλλά στο διηθητικό πορογενές καρκίνωμα, του οποίου τα χαρακτηριστικά εξετάζονται παρακάτω.
Βαθμός:
Υπάρχουν τρεις διαβαθμίσεις του DCIS: Ι, ΙΙ, και ΙΙΙ. Ο βαθμός είναι ανάλογος της διαφοράς των καρκινικών κυττάρων με τα υγιή μαστικά κύτταρα καθώς και του ρυθμού ανάπτυξής τους: όσο μεγαλύτερη η διαφορά και όσο μεγαλύτερος ο ρυθμός ανάπτυξης, τόσο μεγαλύτερος και ο βαθμός. Οι δύο πρώτοι βαθμοί χαρακτηρίζονται από αργή ανάπτυξη («non-comedo» DCIS), γεγονός που διαπιστώνεται από τον αριθμό των νεκρών καρκινικών κυττάρων στον όγκο - όσο περισσότερα τα νεκρά καρκινικά κύτταρα στον όγκο τόσο ταχύτερη και η ανάπτυξή του.
Έχει παρατηρηθεί πως γυναίκες με DCIS βαθμού Ι αντιμετωπίζουν μικρότερο κίνδυνο επανεμφάνισης μαστικού καρκίνου ή εμφάνισης νέου καρκίνου σε σχέση με γυναίκες που πάσχουν από  DCIS βαθμού ΙΙΙ, αλλά έχουν περισσότερες πιθανότητες ανάπτυξης επιθετικού καρκίνου στα επόμενα 5 χρόνια σε σχέση με τον υγιή πληθυσμό.
Στα DCIS βαθμού ΙΙΙ τα καρκινικά κύτταρα τείνουν να αναπτύσσονται ταχύτερα και διαφέρουν αρκετά από τα υγιή μαστικά κύτταρα. Οι γυναίκες που πάσχουν από DCIS αυτού του βαθμού αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης επιθετικού καρκίνου στο μέλλον ή επανεμφάνισης μαστικού καρκίνου σε διάστημα μικρότερο των 5 χρόνων.
Τα υψηλού βαθμού DCIS περιγράφονται μερικές φορές ως «comedo», υποδηλώνοντας την ύπαρξη νεκρών κυττάρων εντός του όγκου λόγω ελλιπούς θρέψης. Το φαινόμενο αυτό υποδηλώνει ταχεία ανάπτυξη του όγκου.

Αντιμετώπιση
Η θεραπεία που θα επιλεγεί για την αντιμετώπιση ενός  DCIS εξαρτάται φυσικά από τον τύπο και το βαθμό του, καθώς και από τη γενικότερη βιολογική και σωματικής κατάσταση της ασθενούς: παράγοντες όπως η ηλικία, το οικογενειακό ιστορικό και μια πιθανή εγκυμοσύνη διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην επιλογή θεραπευτικής αγωγής. Ακολουθούν ορισμένες από τις τυπικές επιλογές αντιμετώπισής του με ορισμένες επεξηγηματικές πληροφορίες.

1.      Ογκεκτομή απλή ή ακολουθούμενη από ακτινοθεραπεία:

Η ογκεκτομή περιλαμβάνει την εκτομή - δηλαδή την αφαίρεση του όγκου και των περιβαλλόντων ιστών - και όχι ολόκληρου του μαστού. Με τον τρόπο αυτό διασώζεται το μεγαλύτερο μέρος του μαστικού αδένα. Ο συνδυασμός ογκεκτομής και ακτινοθεραπείας αποτελεί την πιο κοινή και συνήθη θεραπευτική αντιμετώπιση περιπτώσεων DCIS. Ας σημειωθεί πως ο περιβάλλον ιστός που αφαιρείται περιλαμβάνει στρώματα υγιών κυττάρων, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό πως δεν παραμένουν καθόλου καρκινικά κύτταρα στο μαστό.  Σε κάποιες περιπτώσεις απαιτείται συμπληρωματική επέμβαση για την αφαίρεση επιπλέον ιστού, με στόχο την πλήρη αφαίρεση όλων των ύποπτων για καρκινική ανάπτυξη κυτταρικών στρωμάτων.

Συχνά, την εγχείριση ακολουθεί ακτινοθεραπεία, η οποία έχει υπολογιστεί πως μειώνει τον κίνδυνο επανεμφάνισης του όγκου κατά 60%. Το δεύτερο αυτό στάδιο αντιμετώπισης της νόσου μπορεί να εφαρμοστεί είτε εξωτερικά είτε εσωτερικά:

Α. Στην περίπτωση εξωτερικής ακτινοθεραπείας οι ακτίνες κατευθύνονται στο στήθος μέσω ενός γραμμικού επιταχυντή, έξω από το σώμα της ασθενούς. Η θεραπεία διαρκεί συνήθως μερικές εβδομάδες (το πολύ επτά) και περιλαμβάνει 5 περίπου εφαρμογές την εβδομάδα.

Β. Στην περίπτωση της εσωτερικής ακτινοβολίας, μία μικρή πηγή ακτινών εισάγεται στην παθούσα περιοχή, προσβάλλοντας μόνον αυτή και όχι ολόκληρο το μαστό. Λόγω της περιορισμένης προσβολής, το επιθυμητό αποτέλεσμα επιτυγχάνεται σε πιο σύντομο χρονικό διάστημα (5 – 10 ημέρες) και με λιγότερες παρενέργειες.

Σε κάποιες περιπτώσεις, όπως σε περίπτωση πρώιμης εγκυμοσύνης της ασθενούς ή όγκου DCIS μικρού βαθμού και τύπου, καθώς και σε περίπτωση ασθενούς μεγάλης ηλικίας (λ.χ. άνω των 70 ετών) με άλλα πιο σοβαρά προβλήματα υγείας, συστήνεται η ογκεκτομή δίχως την εφαρμογή ακτινοθεραπείας. Στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, απαιτείται στενή ιατρική παρακολούθηση και τακτικές εξετάσεις για πιθανή επανεμφάνιση της νόσου.


2. Μαστεκτομή

Μαστεκτομή ονομάζεται η ολική χειρουργική αφαίρεση του στήθους. Αυτή η θεραπευτική προσέγγιση προτιμάται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα καρκινικά κύτταρα ενδέχεται να έχουν εξαπλωθεί εκτενώς ή χαρακτηρίζονται από πολλαπλές εστίες, και σε περιπτώσεις βεβαρυμμένου οικογενειακού ιστορικού ή ύπαρξης γονιδίων που αποδεδειγμένα προκαλούν καρκινογένεση στο στήθος.

Η μαστεκτομή ως χειρουργική επέμβαση μπορεί να διαφέρει στην έκταση και την εφαρμογή της:

Ø  Υποδόριος (δηλαδή κάτω από την επιφάνεια του δέρματος) μαστεκτομή: συνίσταται στην αφαίρεση ολόκληρου του παθογόνου μαστού, ακόμη και της θηλής, δίχως ωστόσο την απομάκρυνση του περιβάλλοντος δερματικού ιστού (προφανώς με προοπτική ανάπλασης του μαστού μέσω πλαστικής χειρουργική επέμβασης).
Ø  Απλή μαστεκτομή ονομάζεται η αφαίρεση του συνόλου του παθογόνου αδένα, δηλαδή του μαστού, καθώς και του περιβάλλοντος δέρματος.
Ø  Ολική ριζική μαστεκτομή είναι η διαδικασία κατά την οποία αφαιρούνται το σύνολο του μαστού και του περιβάλλοντος δέρματος, οι γειτνιάζοντες θωρακικοί μύες όπισθεν του μαστού καθώς και οι λεμφαδένες της μασχαλιαίας περιοχής.
Ø  Συντηρητική μερική μαστεκτομή. Περιλαμβάνει την εκτομή του όγκου και των γειτονικών ιστών, αλλά όχι των λεμφαδένων της μασχάλης.
Ø  Τροποποιημένη ριζική μαστεκτομή είναι η ριζική μαστεκτομή που δεν περιλαμβάνει αφαίρεση των θωρακικών μυών όπισθεν του μαστού.

3.      Ορμονική θεραπεία:

Οι αγωγές αυτές στοχεύουν στη μείωση των παραγόμενων οιστρογόνων στο σώμα και εφαρμόζοντες σε περιπτώσεις ασθενών που έχουν κάνει εξέταση ορμονικών υποδοχέων (βλ. ανωτέρω) και τα αποτελέσματα ήταν θετικά. Ορισμένες από τις αγωγές αυτές περιλαμβάνουν τη έκχυση ορμονικών υποκατάστατων που προσκολλώνται στους υποδοχείς ορμονών, καταλαμβάνοντας τη θέση των οιστρογόνων. Άλλες ουσίες στοχεύουν στη γενικότερη μείωση της παραγωγής οιστρογόνων στο σώμα της ασθενούς.
Σε περίπτωση χειρουργικής επέμβασης, ογκεκτομής ή μαστεκτομής διενεργούνται ειδικές εξετάσεις για τον ακριβή εντοπισμό του όγκου. Η εξέταση των λεμφαδένων κανονικά δεν περιλαμβάνεται στις συμβατικές DCIS αγωγές, σε ορισμένες, ωστόσο, πιο σοβαρές περιπτώσεις, διενεργείται βιοψία στους λεμφαδένες για να εξακριβωθεί η κατάστασή τους.

Β. Πορογενές διηθητικό καρκίνωμα (Invasive Ductal Carcinoma [IDC])

Τι είναι;
Το Πορογενές Διηθητικό Καρκίνωμα (IDC) είναι μακράν η πιο συνήθης μορφή καρκίνου του μαστού, καταλαμβάνοντας σχεδόν το 80% των κρουσμάτων παγκοσμίως. Μπορεί να εμφανιστεί σε γυναίκες κάθε ηλικίας, αν και φαίνεται πως τα ποσοστά των κρουσμάτων αυξάνονται όσο ανεβαίνουμε τις ηλικιακές βαθμίδες. Μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και σε ανδρικούς μαστικούς αδένες.
Ο όρος «καρκίνωμα» περιγράφει μία συσσωμάτωση καρκινικών κυττάρων, έναν κακοήθη όγκο δηλαδή, ο οποίος αποτελείται από επιθηλιακό ιστό – τον ιστό που σαν υμένας καλύπτει ή περιβάλλει τα όργανα του σώματος. Ο όρος «πορογενής» αναφέρεται στους γαλακτοφόρους πόρους του μαστού, δηλαδή στις διόδους μέσω των οποίων το γάλα διοχετεύεται στη θηλή. Αυτό που διακρίνει το IDC από το DCIS είναι η επιθετικότητά του. Το IDC δεν περιορίζεται στους γαλακτοφόρους πόρους του μαστού: μολονότι η καρκινογένεση ξεκινά σε αυτή την περιοχή, τα καρκινικά κύτταρα έχουν την τάση να διηθούν (να διαπερνούν) τα τοιχώματα γειτονικών ιστών και να εξαπλώνονται και σε  άλλες περιοχές του μαστικού αδένα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο καρκίνος μπορεί να προσβάλει τους γειτονικούς λεμφαδένες ή και άλλες περιοχές του σώματος.

Συμπτώματα
Το πορογενές διηθητικό καρκίνωμα δεν χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα συμπτώματα κατά την αρχική του ανάπτυξη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να εντοπιστεί μέσω ψηλάφησης του όγκου που έχει αρχίσει να σχηματίζεται στους γαλακτοφόρους πόρους του στήθους και να συνοδεύεται από τις ακόλουθες ενδείξεις, που συχνά συσχετίζονται με την ύπαρξή του:
1.      Όγκος στην μασχαλιαία περιοχή.
2.      Οίδημα (πρήξιμο) σε κάποιο τμήμα ή και στο σύνολο του στήθους.
3.      Πόνος στη θηλή ή γενικότερο στο μαστό.
4.      Εσολκή (γύρισμα προς τα μέσα) της θηλής.
5.      Ερυθρότητα και/ή ερεθισμός του δέρματος ή παραμόρφωση της όψης του.
6.      Σκλήρυνση της θηλής ή του δέρματος που περιβάλει το μαστό.
7.      Αλλοίωση της όψης του δέρματος (φολίδωση).
8.      Εκκρίσεις από τη θηλή ασυνήθιστων υγρών.

Διάγνωση
Ο εντοπισμός και η τελική διάγνωση του IDC πολλές φορές ξεκινά με τη γνωστή εξέταση ψηλάφησης που μπορεί να την κάνει είτε η ίδια η γυναίκα, είτε ο γιατρός της. Φυσικά θα απαιτηθούν κλινικές εξετάσεις για να εξακριβωθεί η φύση του όγκου και η πιθανή σχέση του με την ανάπτυξη μαστικού καρκίνου. Ακολουθούν οι σημαντικότερες από αυτές:
1.Μαστογραφία: η μαστογραφία αποτυπώνει ακτινογραφικά την κατάσταση των μαστών και μπορεί να υποδείξει την ύπαρξη ενός όγκου IDC, που συνήθως χαρακτηρίζεται από αιχμηρές απολήξεις – καρκινικές προεκτάσεις που επεκτείνονται σε άλλους ιστούς.
2.Υπερηχογράφημα: χρησιμοποιείται συνήθως σε συνδυασμό με τη μαστογραφία ως επιβεβαίωση κάποιους ύποπτου ευρήματος.
3.Μαγνητική τομογραφία: παράσχει τη δυνατότητα ακριβέστερης απεικόνισης της ύποπτης περιοχής.
4.Βιοψία: η λήψη δείγματος κυττάρων ή ιστού θα επισφραγίσει την όποια αρχική διάγνωση και θα συμβάλλει στον προσδιορισμό της φύσης και της επιθετικότητας του όγκου, σε περίπτωση που όντως υπάρχει IDC. Η αφαίρεση ιστού ή τμήματος του όγκου έχει στόχο μόνο διαγνωστικό και όχι θεραπευτικό. Η βιοψία μπορεί να διενεργηθεί με τους εξής τρόπους:
  • Βιοψία με βελόνα (Α): περιλαμβάνει την εισαγωγή μίας πολύ μικρής κοίλης βελόνας η οποία λαμβάνει ένα μικρό δείγμα κυττάρων από την ύποπτη περιοχή. Το δείγμα στη συνέχεια περνά από κυτταρολογική εξέταση και αξιολογείται. Αυτού του είδους η βιοψία δεν αφήνει ουλές και ταλαιπωρεί ελάχιστα την εξεταζόμενη.
  • Βιοψία με βελόνα (Β): ο γιατρός κάνει μία μικρή τομή για να μπορέσει να εισαγάγει μία μεγαλύτερη βελόνα, ικανή να αφαιρέσει δείγμα ιστού από την ύποπτη περιοχή. Αυτού του είδους η βιοψία αφήνει μία μικρή ουλή που, όμως, γίνεται σχεδόν ανεπαίσθητη μετά από μερικές εβδομάδες.
  • Βιοψία διατομής ή διάνοιξης (incisional biopsy): η βιοψία αυτή χρησιμοποιείται μόνον όταν οι δύο προηγούμενες αποτύχουν να δώσουν κατάλληλο δείγμα και μοιάζει περισσότερο με μια μικρή επέμβαση παρά με βιοψία. Περιλαμβάνει τη διενέργεια μιας μικρής τομής και αποσκοπεί στην αφαίρεση ενός μικρού τμήματος ιστού για εξέταση.
  • Βιοψία εκτομής (excisional biopsy): η βιοψία εκτομής είναι ακόμη πιο παρεμβατική και αποσκοπεί στην αφαίρεση ολόκληρου του ύποπτου όγκου από το στήθος.

Βασικό χαρακτηριστικό των διαγνωστικών εξετάσεων αποτελεί και η εξέταση για τους γνωστούς υποδοχείς ορμονών. Αν τα καρκινικά κύτταρα έχουν υποδοχείς οιστρογόνων και προγεστερόνων (κάποιες ειδικές πρωτεΐνες στο εξωτερικό των κυττάρων που λαμβάνουν μηνύματα μέσω ορμονών)τότε η καρκινική ανάπτυξη μπορεί είναι πιο ραγδαία και απαιτεί διαφορετικό χειρισμό.
Παράλληλα, εξετάζεται το αν τα καρκινικά κύτταρα υπερπαράγουν μια πρωτεΐνη γνωστή ως HER2 (human epidermal growth factor receptor 2). Αν ισχύει αυτό, τότε είναι πολύ πιθανό η επιφάνεια των κυττάρων να χαρακτηρίζεται από πολλούς ανάλογους υποδοχείς, γεγονός που μπορεί να πυροδοτεί μια πολύ γοργή ανάπτυξη στη νόσο και, συνεπώς, απαιτεί ιδιαίτερο χειρισμό.
Ζωτικός είναι, επίσης, ο καθορισμός των επονομαζόμενων χειρουργικών περιθωρίων. Όταν αφαιρείται ο όγκος από το σώμα της ασθενούς, ο γιατρός θέλει να είναι βέβαιος ότι δεν έχουν απομείνει άλλα καρκινικά κύτταρα στα τοιχώματα των γειτονικών ιστών. Για το λόγο αυτό συχνά αφαιρεί και στρώματα υγιούς ιστού όμορου του όγκου. Ο ιστός αυτός εξετάζεται στη συνέχεια για να διαπιστωθεί κατά πόσον έχει προσβληθεί από καρκινικά κύτταρα. Αν διαπιστωθεί πως έχει προσβληθεί, μπορεί να αποφασιστεί νέα χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση επιπλέον ιστού. Ας υπογραμμιστεί ότι η εξέταση αυτή διενεργείται μετά την αφαίρεση του όγκου, και όχι πριν από αυτή.

Σταδιοποίηση
«Σταδιοποίηση» ονομάζεται η διαδικασία προσδιορισμού της επιθετικότητας των καρκινικών κυττάρων. Πιο συγκεκριμένα, κατά τη σταδιοποίηση εξετάζεται το μέγεθος του όγκου και η έκταση της διάχυσης των καρκινικών κυττάρων σε γειτονικούς ιστούς, όπως στους λεμφαδένες ή σε άλλες περιοχές του σώματος. Το IDC διακρίνεται σε τέσσερα στάδια: Ι, ΙΙ, ΙΙΙ και IV. Στα πλαίσια της σταδιοποίησης, διενεργούνται διάφορες κλινικές εξετάσεις, όπως ειδικές εξετάσεις αίματος, ακτινογραφία πνευμόνων, οστών κτλ., καθώς ορισμένες φορές, το IDC έχει την τάση να προσβάλει οστά, το ήπαρ, τους πνεύμονες ή τον εγκέφαλο. Το είδος των εξετάσεων καθορίζεται από τα συμπτώματα που έχουν  προκύψει, καθώς και από τα αποτελέσματα των προηγούμενων εξετάσεων.

Βαθμός
Ζωτικής σημασίας για την αντιμετώπιση του πορογενούς διηθητικού καρκινώματος είναι ο προσδιορισμός του βαθμού των καρκινικών κυττάρων. Ο βαθμός καθορίζεται από το πόσο διαφέρουν τα καρκινικά κύτταρα του ασθενούς από υγιή κύτταρα: όσο μεγαλύτερες οι διαφορές, τόσο μεγαλύτερος ο βαθμός, καθώς και η σοβαρότητα του IDC. Το πορογενές διηθητικό καρκίνωμα διακρίνεται σε 3 βαθμούς.

Αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση του Πορογενούς Διηθητικού Καρκινώματος διακρίνεται, εν γένει, σε δύο βασικές κατηγορίες:
1. Τοπική αγωγή που περιλαμβάνει χειρουργική επέμβαση και ακτινοθεραπεία και στοχεύει στην αφαίρεση του όγκου και στην καταστροφή των όποιων καρκινικών κυττάρων ελλοχεύουν στους γειτνιάζοντες ιστούς.
2. Συστηματική αγωγή, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, χημειοθεραπεία, ορμονοθεραπεία και άλλες στοχευμένες αγωγές. Η συστηματική αγωγή δεν στοχεύει μόνο στην αφαίρεση του κύριου όγκου, αλλά και στην εξόντωση οποιωνδήποτε καρκινικών κυττάρων πιθανόν έχουν αποσπαστεί από τον κύριο όγκο και έχουν μεταφερθεί μέσω του κυκλοφορικού συστήματος σε άλλο σημείο του σώματος.
Τοπική αγωγή που περιλαμβάνει χειρουργική επέμβαση και ακτινοθεραπεία

1. IDC και Χειρουργική Επέμβαση
Η χειρουργική επέμβαση στοχεύει στην αφαίρεση του καρκινικού όγκου αλλά και στην εξακρίβωση του κατά πόσον έχουν επεκταθεί τα καρκινικά κύτταρα στους γειτονικούς λεμφαδένες. Συνήθως, η επέμβαση αποτελεί το πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση του IDC. Σε περίπτωση, ωστόσο, που το καρκίνωμα έχει επεκταθεί σε μεγάλο βαθμό, ο θεράπων ιατρός μπορεί να συστήσει πρώτα την εφαρμογή χημειοθεραπείας και ορμονοθεραπείας.
Συχνά η χειρουργική αφαίρεση του όγκου ή του παθόντος μαστού μπορεί να συνοδεύεται και από αφαίρεση ορισμένων λεμφαδένων της περιοχής της μασχάλης για να εξακριβωθεί αν έχουν προσβληθεί από τη νόσο. Η εξέταση αυτή είναι εξαιρετικής σημασίας. Οι λεμφαδένες είναι μικρές μάζες λεμφοειδούς ιστού που απαντώνται κατά μήκος των λεμφαγγείων του λεμφικού συστήματος και «φιλτράρουν» ξένα σώματα ή βακτήρια που μπορεί να προξενήσουν λοιμώξεις, ώστε να μην εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος. Δυστυχώς, καρκινικά μαστικά κύτταρα μπορεί να προσβάλλουν τους λεμφαδένες και, μέσω αυτών, να διασπαρθούν στο υπόλοιπο σώμα. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, η θεραπευτική αντιμετώπιση θα πρέπει να είναι ανάλογη, ώστε να μειωθεί η πιθανότητα μετάστασης. Η εξέταση των λεμφαδένων που συχνά συνοδεύουν τη χειρουργική επέμβαση μπορεί να περιλαμβάνει τις ακόλουθες διαδικασίες.
Βιοψία του «Φρουρού» Λεμφαδένα: ο «φρουρός» λεμφαδένας είναι ο πρώτος λεμφαδένας που φιλτράρει τα υγρά που απορρέουν από την περιοχή του στήθους. Σε περίπτωση Πορογενούς Διηθητικού Καρκινώματος που έχει προσβάλλει και τους λεμφαδένες, ο λεμφαδένας φρουρός θα είναι ο πρώτος που θα έχει υποστεί την επέκταση των καρκινικών κυττάρων. Αν εντοπιστεί, λοιπόν, ο φρουρός λεμφαδένας και εξεταστεί, ο θεράπων ιατρός θα είναι σε θέση να γνωρίσει τις πιθανότητες εξάπλωσης των καρκινικών κυττάρων και στον υπόλοιπο οργανισμό. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται «βιοψία του φρουρού λεμφαδένα». Αν η βιοψία καταδείξει πως ο λεμφαδένας είναι καθαρός, καμία περαιτέρω χειρουργική επέμβαση δεν θα θεωρηθεί απαραίτητη. Αντίθετα, αν τα αποτελέσματα είναι αρνητικά, τότε θα απαιτηθεί η αφαίρεση περισσότερων λεμφαδένων καθώς και άλλων ειδικών θεραπευτικών προσεγγίσεων.
Ανατομή των μασχαλιαίων Λεμφαδένων: κατά την ανατομή των μασχαλιαίων λεμφαδένων ο χειρούργος αφαιρεί μια ομάδα μασχαλιαίων λεμφαδένων ώστε να εξεταστούν για πιθανή καρκινική προσβολή. Η διαδικασία αυτή είναι εναλλακτική της βιοψίας Φρουρού Λεμφαδένα.
Η χειρουργική αντιμετώπιση μπορεί να περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες επεμβάσεις:
Ογκεκτομή: στην ογκεκτομή αφαιρείται μόνον το κύριο σώμα του καρκινικού όγκου και τμήμα του υγιούς ιστού που τον περιβάλει. Σε ορισμένες περιπτώσεις  μπορεί να θεωρηθεί απαραίτητη η αφαίρεση και ορισμένων λεμφαδένων της μασχαλιαίας περιοχής όχι για θεραπευτικούς, αλλά για διαγνωστικούς λόγους.
Μαστεκτομή: η μαστεκτομή περιλαμβάνει την τμηματική ή και ολική αφαίρεση του μαστικού αδένα. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η μαστεκτομή που εφαρμόζεται είναι μόνο μερική, και αφορά το τμήμα του μαστικού αδένα που έχει πληγεί και περιέχει τον όγκο. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι απαραίτητη η αφαίρεση έως και του ¼ του μαστού, οπότε και η επέμβαση είναι επίσης γνωστή και ως τεταρτεκτομή. Κατά τη μαστεκτομή, όπως και στην περίπτωση της ογκεκτομής, μπορεί να αφαιρεθούν ορισμένοι λεμφαδένες για περαιτέρω εξέταση. Αν αποφασιστεί ολική ή απλή μαστεκτομή, τότε αφαιρείται το σύνολο του μαστικού ιστού. Στην περίπτωση της επονομαζόμενης τροποποιημένης ριζικής μαστεκτομής αφαιρείται το σύνολο του μαστού, καθώς και ορισμένοι από τους μασχαλιαίους λεμφαδένες. Σπάνια πλέον εφαρμόζεται η ριζική μαστεκτομή στην οποία αφαιρείται, εκτός του μαστού και ορισμένων λεμφαδένων, το σύνολο του στηθαίου θωρακικού μυός.
Λόγω της σημασίας του μαστού για την εμφάνιση αλλά και την ψυχολογία της ασθενούς, πολλές γυναίκες που υπέστησαν κάποιο είδος μαστεκτομής αποφάσισαν να προβούν και σε πλαστική επέμβαση ανάπλασης στήθους, η οποία μπορεί να λάβει χώρα είτε κατά τη μαστεκτομή είτε αργότερα. 

2. IDC και Ραδιοθεραπεία.
Η ραδιοθεραπεία περιλαμβάνει την κατεύθυνση ακτινών υψηλής ενέργειας στο στήθος, στην περιοχή του θώρακα και της μασχάλης, και/ή στην περιοχή της κλείδας. Αποσκοπεί στην εξόντωση οποιωνδήποτε καρκινικών κυττάρων έχουν επεκταθεί από τον κύριο όγκο σε γειτονικές του μαστού περιοχές, καθώς και στη μείωση της πιθανότητας επανεμφάνισης της νόσου.

Η ραδιοθεραπεία συνήθως έπεται της χειρουργικής επέμβασης. Σε περιπτώσεις μερικής μαστεκτομής ή τεταρτεκτομής η ραδιοθεραπεία αποτελεί σχεδόν πάντοτε απαραίτητο συμπλήρωμα της αγωγής, καθώς μέρος του παθόντος μαστού παραμένει στο σώμα και μπορεί να περιέχει υπολείμματα καρκινικών κυττάρων. Σε ορισμένες περιπτώσεις συστήνεται ακόμα και μετά από ολική μαστεκτομή, αν ο όγκος ήταν πολύ μεγάλος (άνω των 5 εκατοστών) ή αν περιλαμβάνεται προσβολή των λεμφαδένων.

Η ραδιοθεραπεία μπορεί να εφαρμοστεί με δύο τρόπους, εσωτερικά ή εξωτερικά. Η πρώτη επιλογή, γνωστή και ως βραχυθεραπεία περιλαμβάνει την εισαγωγή ειδικών πηγών ακτινοβολίας μέσα στο μαστό, στην περιοχή του όγκου. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται λιγότερη προσβολή του υγιούς ιστού από την ακτινοβολία και, συνεπώς, πολύ λιγότερες παρενέργειες.

Η εξωτερική ραδιοθεραπεία επιφέρει εξωτερικά την ακτινοβολία στην παθούσα περιοχή μέσω μίας συσκευής γνωστής ως γραμμικός επιταχυντής. Η εξωτερική ακτινοθεραπεία προσβάλλει μεγαλύτερη περιοχή του στήθους και γενικά χαρακτηρίζεται από περισσότερες παρενέργειες σε σχέση με τη βραχυθεραπεία.

Συστηματική αγωγή, χημειοθεραπεία, ορμονοθεραπεία και άλλες στοχευόμενες αγωγές
Η Συστηματική αγωγή κατά του IDC, σε αντίθεση με την τοπική αγωγή που στοχεύει στην προσβληθείσα περιοχή, περιλαμβάνει θεραπεία για ολόκληρο τον οργανισμό. Εφαρμόζεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες πιστεύεται πως καρκινικά κύτταρα έχουν αποσπαστεί από τον κύριο όγκο και έχουν μετακινηθεί μέσω της λέμφου ή του αίματος και σε άλλα σημεία του σώματος. Η συστηματική αγωγή κατά του IDC μπορεί να περιλαμβάνει χημειοθεραπεία, ορμονοθεραπεία ή άλλες ειδικά στοχευόμενες αγωγές.

Χημειοθεραπεία
Η χημειοθεραπεία περιλαμβάνει τη χρήση φαρμακευτικών ουσιών που αποσκοπούν στην καταστροφή των καρκινικών κυττάρων. Όταν έπεται της χειρουργικής επέμβασης ονομάζεται «συμπληρωματική θεραπεία». Όταν, ωστόσο, ο όγκος είναι πολύ μεγάλος και καρκινικά κύτταρα έχουν προσβάλει σοβαρά τους λεμφαδένες και έχουν διασπαρθεί και σε άλλα μέρη του σώματος, η χημειοθεραπεία προηγείται της επέμβασης και αποσκοπεί στη συρρίκνωση του όγκου και στην εξόντωση των διασπαρμένων καρκινικών κυττάρων. Οι φαρμακευτικές χημειοθεραπευτικές ουσίες διοχετεύονται στο σώμα με τους εξής τρόπους:

  • Στοματικά, μέσω χαπιού ή πόσιμου υγρού.
  • Μέσω ενέσεων.
  • Ενδοφλέβια. Η μέθοδος αυτή αποτελεί και τη συνηθέστερη πρακτική. Σε κάποιο σημείο του κυκλοφοριακού συστήματος του ασθενή συνδέεται ένας μικρός πλαστικός σωλήνας (καθετήρας) μέσω του οποίου διοχετεύεται η φαρμακευτική ουσία στον οργανισμό.

Οι χημειοθεραπευτικές ουσίες διατρέχουν το κυκλοφορικό σύστημα και καταστρέφουν όποια καρκινικά κύτταρα έχουν διασπαρθεί. Δυστυχώς, όμως, συχνά προσβάλλουν και υγιή κύτταρα, με αποτέλεσμα ορισμένες δυσάρεστες παρενέργειες, οι περισσότερες από τις οποίες, ωστόσο, είναι αντιμετωπίσιμες.
Η χημειοθεραπεία συστήνεται όταν το πορογενές διηθητικό καρκίνωμα είναι αρκετά μεγάλο (μεγαλύτερο του ενός εκατοστού) ή έχει επεκταθεί και στους λεμφαδένες. Διαρκεί, συνήθως, 3 με έξι μήνες και η φύση της εξαρτάται από τη σοβαρότητα της κάθε περίπτωσης και από τη φυσιολογία της ασθενούς, την ηλικία της, τη γενικότερη κατάσταση της υγείας της κτλ.
Πρόσφατα έχουν ανακαλυφθεί δύο νέες εξετάσεις οι οποίες είναι σε θέση να βοηθήσουν τόσο το γιατρό όσο και την ασθενή να προσδιορίσουν το αν και κατά πόσον απαιτείται χημειοθεραπεία για την αντιμετώπιση της νόσου: οι εξετάσεις αυτές είναι γνωστές ως Ογκότυπος DX and MammaPrint και είναι σε θέση να εντοπίσουν γονίδια που έχει αποδειχτεί πως συσχετίζονται με την επανεμφάνιση της νόσου.

Ορμονοθεραπεία
Η ορμονοθεραπεία (αντι – οιστρογόνοθεραπεία) εφαρμόζεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η ασθενής έχει βρεθεί θετική σε εξέταση ορμονικών υποδοχέων (βλ. ανωτέρω). Συνήθως η ορμονοθεραπεία ακολουθεί τη χειρουργική επέμβαση και αγωγές χημειοθεραπείας ή ραδιοθεραπείας, αν και σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να προηγηθεί της επέμβασης με στόχο τη συρρίκνωση του όγκου. Βασική της λειτουργία η μείωση της ποσότητας οιστρογόνων στον οργανισμό ή η παρεμπόδιση της μετάδοσης σημάτων ανάπτυξης από τα οιστρογόνα προς τα καρκινικά κύτταρα.

Μετά τη Θεραπεία
Μετά την αγωγή, θα ακολουθήσει μια περίοδος επιφυλακής, κατά την οποία η υγεία του οργανισμού της πρώην ασθενούς και η κατάσταση του μαστού θα εξετάζονται περιοδικά και συστηματικά.
Κατά τα πρώτα 5 χρόνια μετά το πέρας της θεραπείας η ενδιαφερόμενη θα πρέπει να επισκέπτεται το γιατρό της ανά 4 ή 6 μήνες για ειδικές εξετάσεις. Μόλις ολοκληρωθεί η πρώτη πενταετία, οι επισκέψεις αυτές θα γίνουν ετήσιες. Πρώην ασθενής που έχει υποστεί ογκεκτομή ή επέμβαση διατήρησης του στήθους θα πρέπει να κάνει μαστογραφία 6 μήνες μετά το πέρας της ακτινοθεραπείας, και στη συνέχεια μία φορά κάθε χρόνο. Σε περίπτωση μαστεκτομής, η μαστογραφία πρέπει να γίνεται μία φορά το χρόνο. Πολλοί γιατροί, σε περιπτώσεις γυναικών με βεβαρυμμένο οικογενειακό ιστορικό ή με αρνητική γονιδιακή προδιάθεση, συστήνουν και μαγνητική τομογραφία σε ετήσια βάση, μαζί με τη μαστογραφία.
Φυσικά, κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Ο θεράπων ιατρός είναι εκείνος που θα καθορίσει τη συχνότητα και το είδος των προληπτικών εξετάσεων, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η κληρονομικότητα, η ηλικία, η σοβαρότητα του αντιμετωπισθέντος όγκου κτλ.

Γ. Σωληνώδες Καρκίνωμα του μαστού [Tubular carcinoma]

Τι είναι;
Το Σωληνώδες καρκίνωμα του μαστού είναι μία σπάνια παραλλαγή του Διηθητικού Πορογενούς Καρκινώματος (IDC), καθώς καταλαμβάνει ποσοστό που δεν ξεπερνά το 2% των κρουσμάτων παγκοσμίως, και εμφανίζεται σε γυναίκες ηλικίας 40 έως 60 ετών. Ο όρος «καρκίνωμα» αναφέρεται σε έναν κακοήθη καρκινικό όγκο, ο οποίος αποτελείται από επιθηλιακό ιστό – τον ιστό που σαν υμένας καλύπτει ή περιβάλλει τα όργανα του σώματος. Περιγράφεται ως «σωληνώδες» λόγω του επιμήκους σχήματος των καρκινικών του κυττάρων.
Χαρακτηρίζεται από μικρού μεγέθους όγκο, αποτελούμενο από επιμήκη, σωληνώδη κύτταρα χαμηλού βαθμού – δηλαδή λίγο ή ελάχιστα παραλλαγμένα από τα υγιή κύτταρα της ίδιας περιοχής – που αναπτύσσονται αργά και σπάνια διασπείρονται εκτεταμένα σε γειτονικούς ιστούς. Για τους λόγους αυτούς, το σωληνώδες καρκίνωμα αντιμετωπίζεται ευκολότερα από ότι άλλοι τύποι καρκίνου του μαστού.

Συμπτώματα
Το Σωληνώδες μαστικό Καρκίνωμα δεν χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα εμφανή συμπτώματα, ειδικά κατά την αρχική του ανάπτυξη. Η πρώτη ένδειξη της ύπαρξής του, όπως και σε άλλες μορφές καρκίνου του μαστού, είναι ο εντοπισμός μέσω ψηλάφησης ενός μικρού σκληρού ογκιδίου, διαμέτρου το πολύ 1 εκατοστού.

Διάγνωση
Η διάγνωση του Σωληνώδους Καρκινώματος προκύπτει συνήθως από συνδυασμό εξετάσεων. Ο αρχικός εντοπισμός του όγκου μπορεί να προκύψει είτε μέσω ψηλάφησης, είτε μέσω μαστογραφίας. Εν συνεχεία μια μαγνητική τομογραφία ή μια εξέταση υπερήχων μπορεί να παράσχει περισσότερες πληροφορίες τόσο για τη θέση όσο και τη φυσιολογία του όγκου. Ωστόσο, ακριβής διάγνωση μπορεί να γίνει μόνο μέσω βιοψίας, αφαίρεσης δηλαδή τμήματος ιστού ή κυττάρων από τον όγκο για κυτταρολογική εξέταση.
Έχει παρατηρηθεί πως ένα ποσοστό 10 – 15% γυναικών που διαγιγνώσκονται με Σωληνώδες Καρκίνωμα, έχει αναπτύξει καρκινικούς όγκους και στους δύο μαστούς, όχι αναγκαστικά του ίδιου τύπου: τις περισσότερες φορές, ο άλλος μαστός πάσχει από Πορογενές Διηθητικό Καρκίνωμα (IDC). Επίσης, το Σωληνώδες Καρκίνωμα εντοπίζεται ορισμένες φορές κοντά σε άλλες, πιο κοινές μορφές καρκίνου του μαστού, όπως το Επί Τόπου Πορογενές Καρκίνωμα (DCIS), το Επί Τόπου Λοβιακό Καρκίνωμα (LCIS) και το Διηθητικό Λοβιακό Καρκίνωμα. Συνεπώς, είναι επιτακτικό να εξεταστούν εξονυχιστικά και οι δύο μαστοί αν στον ένα έχει εντοπιστεί Σωληνώδες Καρκίνωμα.

Αντιμετώπιση
Η θεραπεία που θα επιλεγεί για  την αντιμετώπιση του Σωληνώδους Καρκινώματος καθορίζεται από το αν είναι η μόνη μορφή καρκίνου που έχει εντοπιστεί στο στήθος ή όχι. Σε περίπτωση που ενυπάρχει και κάποιος άλλος όγκος διαφορετικής φύσης, όπως ένα Διηθητικό Πορογενές Καρκίνωμα, η αγωγή που θα εφαρμοστεί θα πρέπει να στοχεύσει στην αντιμετώπιση και των δύο μορφών καρκίνου.
Η θεραπευτική αντιμετώπιση θα πρέπει να περιλαμβάνει την αφαίρεση του όγκου και των όποιων λεμφαδένων πιθανόν έχουν μολυνθεί με κάποιον από τους παρακάτω τρόπους:
  • Ογκεκτομή: η ογκεκτομή περιλαμβάνει την αφαίρεση του όγκου και τμήματος του περιβάλλοντος υγιούς ιστού. Εφόσον κριθεί απαραίτητο μπορεί να αφαιρεθούν και ορισμένοι από τους λεμφαδένες της μασχαλιαίας περιοχής.
  • Ολική ή απλή μαστεκτομή: η μαστεκτομή περιλαμβάνει την αφαίρεση του μαστικού αδένα. Παράλληλα μπορεί να διενεργηθεί και μια βιοψία για να διαπιστωθεί κατά πόσον τα καρκινικά κύτταρα έχουν προσβάλλει τους γειτνιάζοντες λεμφαδένες.
  • Τροποποιημένη ριζική μαστεκτομή: η τροποποιημένη ριζική μαστεκτομή περιλαμβάνει την αφαίρεση του μαστού, τη μυϊκή επένδυση των θωρακικών τοιχωμάτων και ορισμένων λεμφαδένων της μασχάλης.
Μολονότι το Σωληνώδες Καρκίνωμα δεν χαρακτηρίζεται γενικά από ιδιαίτερη επιθετικότητα και τάσεις εξάπλωσης στο υπόλοιπο σώμα, ο θεράπων ιατρός μπορεί να κρίνει απαραίτητη την εφαρμογή Χημειοθεραπείας για την εξόντωση οποιωνδήποτε καρκινικών κυττάρων έχουν αποσπαστεί από τον κύριο όγκο και έχουν μετακινηθεί σε άλλα σημεία του οργανισμού. Η χημειοθεραπεία συνίσταται στη λήψη ειδικών αντικαρκινικών φαρμακευτικών ουσιών μέσω χαπιού ή ενδοφλέβια και συχνά χαρακτηρίζεται από κάποιες παρενέργειες, οι οποίες, ωστόσο, μπορούν να αντιμετωπιστούν.
Μετά την αφαίρεση του όγκου (ογκεκτομή), μπορεί να κριθεί απαραίτητη η εφαρμογή ακτινοθεραπείας στη χειρουργηθείσα περιοχή για την εξάλειψη οποιωνδήποτε καρκινικών κυττάρων μπορεί να ελλοχεύουν στους όμορους ιστούς.
Η ανάπτυξη Σωληνώδους Καρκινώματος έχει συσχετιστεί στενά με τη δράση των οιστρογόνων στο σώμα. Η ορμονοθεραπεία περιλαμβάνει τη λήψη ειδικών φαρμακευτικών ουσιών που είτε αναστέλλουν τη δράση των οιστρογόνων στον οργανισμό, είτε μειώνουν την ποσότητά τους.

Μετά τη Θεραπεία
Μετά τη θεραπεία ο γιατρός καθορίζει ένα πρόγραμμα προληπτικών επισκέψεων και εξετάσεων για να διασφαλιστεί η υγιής κατάσταση του οργανισμού. Συχνά συστήνεται η επανεξέταση των μαστών ανά εξάμηνο για τα πρώτα 5 χρόνια, και εν συνεχεία σε ετήσια βάση.
Σε περίπτωση ογκεκτομής, η διενέργεια μαστογραφίας έξι μήνες μετά το πέρας της όποιας ακτινοθεραπείας και στη συνέχεια μία φορά το χρόνο είναι επαρκής για την παρακολούθηση της κατάστασης των μαστών.
Σε περίπτωση Μαστεκτομής η διενέργεια μαστογραφίας σε ετήσια βάση έχει κριθεί επαρκής. Αν για κάποιο λόγο ο γιατρός πιστεύει πως ανήκετε σε ομάδα υψηλότερου κινδύνου όσον αφορά την επανεμφάνιση της νόσου, πιθανόν να συστήσει και μαγνητική τομογραφία σε συνδυασμό με τη μαστογραφία.
Σε περίπτωση λήψης ορμονοθεραπείας σχετικές προληπτικές εξετάσεις θα συστηθούν ανά τακτά χρονικά διαστήματα, καθώς οι σχετικές φαρμακευτικές ουσίες ίσως προκαλέσουν κάποια προβλήματα υγείας σε άλλα σημεία του σώματος, όπως η μήτρα ή τα οστά.

Δ. Μυελώδες Καρκίνωμα στο στήθος


Τι είναι;
Το Μυελώδες Καρκίνωμα (Medullary Carcinoma) στο στήθος είναι μια σπάνια (μόλις 3 – 5% των κρουσμάτων καρκίνου του μαστού) μορφή Διηθητικού Πορογενούς Καρκινώματος. Είναι μία από τις πλέον εύκολα αντιμετωπίσιμες μορφές καρκίνου του μαστού.
Ο όρος «καρκίνωμα» αναφέρεται σε έναν κακοήθη καρκινικό όγκο, ο οποίος αποτελείται από επιθηλιακό ιστό – τον ιστό που σαν υμένας καλύπτει ή περιβάλλει τα όργανα του σώματος. Περιγράφεται ως «μυελώδες» λόγω της μαλακής, σαρκώδους σύστασης του όγκου, που μοιάζει με μια περιοχή του εγκεφάλου που ονομάζεται «προμήκης μυελός» (medulla oblongata).
Το Μυελώδες Καρκίνωμα μπορεί να προκύψει σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά συνήθως πλήττει γυναίκες που διάγουν την πέμπτη δεκαετία της ζωής τους.
Το Μυελώδες Καρκίνωμα χαρακτηρίζεται από την ιδιαίτερα αντιφατική συμπεριφορά των καρκινικών του κυττάρων: μολονότι εμφανισιακά διακρίνονται για τον υψηλό τους βαθμό (ποσοστό διαφοροποίησης από τα υγιή κύτταρα της ίδιας περιοχής), η συμπεριφορά τους δεν διαφέρει ριζικά από τα υγιή μαστικά κύτταρα. Το μυελώδες μαστικό καρκίνωμα αναπτύσσεται σχετικά αργά και σπάνια επεκτείνεται από το στήθος στους λεμφαδένες.

Συμπτώματα
Το Μυελώδες Καρκίνωμα δεν προκαλεί ιδιαίτερα συμπτώματα κατά τα αρχικά στάδια της ανάπτυξης του. Όπως και σε άλλες μορφές μαστικού καρκίνου, η πρώτη ένδειξη ύπαρξής του μπορεί να είναι ένας σχετικά μικρός (συνήθως μικρότερος των 2 εκατοστών), μαλακός, σαρκώδης και ψηλαφητός.
Άλλα πιθανά σχετικά συμπτώματα μπορεί να είναι:
  • Πόνος.
  • Οίδημα.
  • Ερυθρότητα.
  • Ευαισθησία στο στήθος.

Διάγνωση
Το μυελώδες καρκίνωμα δεν διαφέρει ιδιαίτερα ως προς το διαγνωστικό εντοπισμό από τις άλλες μορφές καρκίνου του μαστού. Συνήθως εντοπίζεται μέσω:
  • ψηλάφησης, είτε από το γιατρό είτε από την ίδια την ασθενή
  • μαστογραφίας, μολονότι πολλοί ειδικοί έχουν εκφράσει αμφιβολίες για το κατά πόσον αποτελεί η μαστογραφία αξιόπιστη μέθοδο διάγνωσης της συγκεκριμένης μορφής καρκίνου
  • υπερήχων
Η διάγνωση συνήθως περιλαμβάνει ένα συνδυασμό των ανωτέρω περιγραφόμενων μεθόδων, καθώς και άλλων συμπληρωματικών εξετάσεων που αποσκοπούν στον πληρέστερο προσδιορισμό τόσο της θέσης, όσο και της φύσης του όγκου. Απαραίτητη πτυχή του διαγνωστικού αυτού σταδίου η βιοψία, μέσω της οποίας αφαιρείται τμήμα του όγκου που, εν συνεχεία, εξετάζεται εξονυχιστικά για να εξακριβωθεί ο ακριβής τύπος καρκίνου του μαστού. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες το μυελώδες καρκίνωμα παρουσιάζει ορισμένα, και όχι όλα, από τα βασικά του χαρακτηριστικά, οπότε και επονομάζεται «άτυπο». Σε αρκετές περιπτώσεις είναι δύσκολη η διάκρισή του από το Διηθητικό Πορογενές Καρκίνωμα. Για το λόγο αυτό, σε περίπτωση που μία γυναίκα διαγνωσθεί με οποιονδήποτε από τους δύο τύπους καρκίνου του μαστού, είναι σημαντικό να αναζητήσει και δεύτερη ή και τρίτη γνώμη από κάποιον πεπειραμένο στη συγκεκριμένη μορφή καρκινώματος γιατρό.
Αντιμετώπιση
Μολονότι το μυελώδες καρκίνωμα θεωρείται, και είναι, μία εύκολα αντιμετωπίσιμη μορφή καρκίνου, υπάρχουν διιστάμενες απόψεις για το ποια είναι η καλύτερη δυνατή θεραπευτική του αντιμετώπιση.
Ορισμένοι γιατροί διατείνονται πως μια απλή χειρουργική επέμβαση (π. χ. ογκεκτομή) είναι επαρκής για την εξάλειψη του κινδύνου, καθώς δεν είναι ιδιαίτερα επιθετικό και σπάνια επεκτείνεται στους λεμφαδένες.
Άλλοι ισχυρίζονται πως κάθε μυελώδες καρκίνωμα πρέπει να αντιμετωπίζεται όπως και ένα Διηθητικό Πορογενές Καρκίνωμα, λόγω της δυσκολίας στην ακριβή του διάγνωση και ως προληπτικό μέτρο σε περίπτωση ελλοχεύοντος Διηθητικού Πορογενούς Καρκινώματος. Τα αυτά ισχύουν και για τις «άτυπες» μορφές μυελώδους καρκινώματος.
Η θεραπευτική αντιμετώπιση θα πρέπει να περιλαμβάνει την αφαίρεση του όγκου και των όποιων λεμφαδένων πιθανόν έχουν μολυνθεί με κάποιον από τους παρακάτω τρόπους:
  • Ογκεκτομή: η ογκεκτομή περιλαμβάνει την αφαίρεση του όγκου και τμήματος του περιβάλλοντος υγιούς ιστού. Εφόσον κριθεί απαραίτητο μπορεί να αφαιρεθούν και ορισμένοι από τους λεμφαδένες της μασχαλιαίας περιοχής.
  • Ολική ή απλή μαστεκτομή: η μαστεκτομή περιλαμβάνει την αφαίρεση του μαστικού αδένα. Παράλληλα μπορεί να διενεργηθεί και μια βιοψία για να διαπιστωθεί κατά πόσον τα καρκινικά κύτταρα έχουν προσβάλλει τους γειτνιάζοντες λεμφαδένες.
  • Τροποποιημένη ριζική μαστεκτομή: η τροποποιημένη ριζική μαστεκτομή περιλαμβάνει την αφαίρεση του μαστού, τη μυϊκή επένδυση των θωρακικών τοιχωμάτων και ορισμένων λεμφαδένων της μασχάλης.
Σε περίπτωση που αποφασισθεί η εφαρμογή χημειοθεραπείας, αυτή μπορεί να χορηγηθεί είτε ενδοφλεβίως είτε με τη μορφή χαπιών. Μέσω του κυκλοφορικού συστήματος οι φαρμακευτικές ουσίες εξοντώνουν καρκινικά κύτταρα σε κάθε σημείο του σώματος, τα οποία πιθανόν έχουν αποσπαστεί από τον κύριο όγκο.
Η ραδιοθεραπεία μπορεί να επιλεγεί ως συμπληρωματική θεραπευτική αγωγή, και μέσω αυτής ακτινοβολία υψηλής ενέργειας εκπέμπεται προς τον όγκο και την ευρύτερη πάσχουσα περιοχή, όπως το στήθος και οι μασχαλιαίοι λεμφαδένες. Στόχος της ραδιοθεραπείας είναι η καταστροφή οποιωνδήποτε καρκινικών κυττάρων παρέμειναν στην περιοχή μετά την αφαίρεση του όγκου.
Μετά το πέρας της θεραπείας θα ακολουθήσει μια περίοδος εντατικής επαγρύπνησης όσον αφορά την κατάσταση του στήθους και της υγείας της πρώην ασθενούς. Η περίοδος αυτή μπορεί να περιλαμβάνει εξετάσεις ανά εξάμηνο για τα επόμενα 5 χρόνια.
Σε περίπτωση ογκεκτομής θα διευθετηθεί η διενέργεια μαστογραφίας του πάσχοντος μαστού 6 μήνες μετά την ολοκλήρωση της ραδιοθεραπείας που συνήθως ακολουθεί την χειρουργική επέμβαση. Στη συνέχεια, θα εξετάζονται μέσω μαστογραφίας και οι δύο μαστοί μία φορά το χρόνο.
Σε περίπτωση μαστεκτομής συνήθως συστήνεται μαστογραφία του εναπομείναντος μαστού μία φορά το χρόνο. Φυσικά ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασης της πρώην ασθενούς και την αξιολόγηση των πιθανοτήτων επανεμφάνισης του όγκου, ο γιατρός μπορεί να συστήσει πιο εντατικό πρόγραμμα εξετάσεων, που ίσως περιλαμβάνει μαγνητική τομογραφία μία φορά το χρόνο.
Ε. Βλεννοπαράγωγο Μαστικό Καρκίνωμα

Τι είναι;
Το Βλεννοπαράγωγο Μαστικό Καρκίνωμα (Mucinous breast carcinoma) είναι επίσης γνωστό και Κολλοειδές Καρκίνωμα, και αποτελεί μία σπανιότατη μορφή καρκίνου στο στήθος. Ουσιαστικά αποτελεί παραλλαγή του Διηθητικού Πορογενούς Καρκινώματος, μιας μορφής καρκίνου του μαστού που εμφανίζεται στους γαλακτοφόρους πόρους του αδένα και επεκτείνεται σταδιακά και στον υπόλοιπο μαστό.
Το βλεννοπαράγωγο καρκίνωμα καταλαμβάνει ποσοστό μικρότερο του 3% επί του συνόλου των κρουσμάτων καρκίνου του μαστού. Η ιδιαίτερη επωνυμία του οφείλεται στη δυναμική παρουσία βλεννίνης μεταξύ των καρκινικών κυττάρων. Η βλεννίνη αποτελεί το κύριο συστατικό της βλέννας, μιας γλοιώδους, πυκνόρρευστης και ημιδιαφανούς ουσίας που εκκρίνεται από διάφορους αδένες. Μολονότι πολλοί τύποι καρκινικών κυττάρων παράγουν βλέννα, στην περίπτωση του βλεννοπαράγωγου καρκινώματος η βλέννα αποτελεί πλέον βασικό συστατικό στοιχείο του όγκου, περικλείνοντας τα καρκινικά κύτταρα. Ο όρος «καρκίνωμα» περιγράφει μία συσσωμάτωση καρκινικών κυττάρων, έναν κακοήθη όγκο δηλαδή, ο οποίος αποτελείται από επιθηλιακό ιστό – τον ιστό που σαν υμένας καλύπτει ή περιβάλλει τα όργανα του σώματος.
Το βλεννοπαράγωγο καρκίνωμα εμφανίζεται συχνότερα σε γυναίκες που διάγουν την έκτη δεκαετία της ζωής τους (50 – 60 χρονών) ή διάγουν τα πρώτα χρόνια της έβδομης. Θεωρείται σχετικά εύκολα αντιμετωπίσιμη μορφή καρκίνου, καθώς τείνει να παραμένει στο μαστό και να μη διασπείρεται στους γειτονικούς λεμφαδένες.

Συμπτώματα
Όπως πολλές άλλες μορφές καρκίνου, το βλεννοπαράγωγο καρκίνωμα του στήθους δεν χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα συμπτώματα κατά την αρχική του ανάπτυξη. Συχνά, η πρώτη ένδειξη ύπαρξης του είναι ο εντοπισμός ενός μικρού όγκου στην περιοχή του μαστού, μεγέθους 1 – 5 εκατοστά περίπου.

Διάγνωση
Η διάγνωση του βλεννοπαράγωγου καρκινώματος συνήθως γίνεται σταδιακά, με τη χρήση συνδυασμού εξετάσεων, όπως η ψηλάφηση, είτε από το γιατρό είτε από την ίδια την ασθενή, η μαστογραφία, το υπερηχογράφημα, η μαγνητική τομογραφία και η βιοψία. Η τελευταία διαγνωστική μέθοδος είναι ουσιαστικά και αυτή που αποσαφηνίζει το είδος του καρκινικού όγκου, καθώς μέσω αυτής αφαιρείται μικρό τμήμα του όγκου, το οποίο και εξετάζεται εξονυχιστικά.
Δυστυχώς, το βλεννοπαράγωγο καρκίνωμα συνυπάρχει κάποιες φορές και με άλλες μορφές μαστικού καρκίνου, όπως το επί τόπου πορογενές καρκίνωμα (DCIS) και το διηθητικό πορογενές καρκίνωμα (IDS). Σε κάποια περίπτωση μπορεί καρκινικά κύτταρα διηθητικού πορογενούς καρκινώματος να καταλαμβάνουν ποσοστό μεγαλύτερο του 10% στον όγκο, οπότε και περιγράφεται ως «μεμειγμένο» βλεννοπαράγωγο καρκίνωμα. Για τους λόγους αυτούς, η ακριβής διάγνωση της συγκεκριμένης μορφής καρκίνου του μαστού είναι δύσκολη και απαιτεί ιδιαίτερες ικανότητες και γνώσεις εκ μέρους του γιατρού.
Το αμιγές βλεννοπαράγωγο καρκίνωμα χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη ευαισθησία υποδοχέων οιστρογόνων (90 – 100% των περιπτώσεων) και προγεστερόνης (50 – 70% των κρουσμάτων), ενώ σπάνια επεκτείνεται στους γειτονικούς λεμφαδένες.

Αντιμετώπιση
Η συνήθης αντιμετώπιση του βλεννοπαράγωγου περιλαμβάνει τη χειρουργική αφαίρεση του όγκου. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με κάποιον από τους παρακάτω τρόπους.

  • Ογκεκτομή: στην ογκεκτομή αφαιρείται μόνον το κύριο σώμα του καρκινικού όγκου και τμήμα του υγιούς ιστού που τον περιβάλει. Σε ορισμένες περιπτώσεις  μπορεί να θεωρηθεί απαραίτητη η αφαίρεση και ορισμένων λεμφαδένων της μασχαλιαίας περιοχής όχι για θεραπευτικούς, αλλά για διαγνωστικούς λόγους.

  • Μαστεκτομή: η μαστεκτομή περιλαμβάνει την τμηματική ή και ολική αφαίρεση του μαστικού αδένα. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η μαστεκτομή που εφαρμόζεται είναι μόνο μερική, και αφορά το τμήμα του μαστικού αδένα που έχει πληγεί και περιέχει τον όγκο. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι απαραίτητη η αφαίρεση έως και του ¼ του μαστού, οπότε και η επέμβαση είναι επίσης γνωστή και ως τεταρτεκτομή. Κατά τη μαστεκτομή, όπως και στην περίπτωση της ογκεκτομής, μπορεί να αφαιρεθούν ορισμένοι λεμφαδένες για περαιτέρω εξέταση. Αν αποφασιστεί ολική ή απλή μαστεκτομή, τότε αφαιρείται το σύνολο του μαστικού ιστού. Στην περίπτωση της επονομαζόμενης τροποποιημένης ριζικής μαστεκτομής αφαιρείται το σύνολο του μαστού, καθώς και ορισμένοι από τους μασχαλιαίους λεμφαδένες. Σπάνια πλέον εφαρμόζεται η ριζική μαστεκτομή στην οποία αφαιρείται, εκτός του μαστού και ορισμένων λεμφαδένων, το σύνολο του στηθαίου θωρακικού μυός.
Λόγω της σημασίας του μαστού για την εμφάνιση αλλά και την ψυχολογία της ασθενούς, πολλές γυναίκες που υπέστησαν κάποιο είδος μαστεκτομής αποφάσισαν να προβούν και σε πλαστική επέμβαση ανάπλασης στήθους, η οποία μπορεί να λάβει χώρα είτε κατά τη μαστεκτομή είτε αργότερα.
Πιθανόν ο θεράπων ιατρός να κρίνει ότι είναι απαραίτητη η εφαρμογή πρόσθετης, συμπληρωματικής θεραπείας, όπως η ορμονοθεραπεία ή η χημειοθεραπεία.
Η ορμονοθεραπεία περιλαμβάνει τη λήψη ειδικών φαρμακευτικών ουσιών που είτε μπλοκάρουν τη δράση των οιστρογόνων είτε μειώνουν την ποσότητα οιστρογόνων στο σώμα. Λόγω της ιδιαίτερης συσχέτισης οιστρογόνων και βλεννοπαράγωγου καρκινώματος, η ορμονοθεραπεία θεωρείται αρκετά αποτελεσματική προσέγγιση για την πλήρη καταπολέμηση αυτής της μορφής του όγκου και τη μείωση των πιθανοτήτων επανεμφάνισης του όγκου.
Η χημειοθεραπεία περιλαμβάνει την έγχυση στον οργανισμό του ασθενούς ειδικών φαρμακευτικών ουσιών που καταπολεμούν οποιαδήποτε καρκινικά κύτταρα έχουν αποσπαστεί από τον κύριο όγκο και έχουν διασπαρθεί στο σώμα. Δεν υπάρχει ομοφωνία στην ιατρική κοινότητα σχετικά με την αξία της χημειοθεραπείας στην καταπολέμηση του βλεννοπαράγωγου καρκινώματος. Ορισμένοι βασίζουν τις επιλογές τους στο μέγεθος του όγκου και στην πιθανή εξάπλωση των καρκινικών κυττάρων στους λεμφαδένες. Για τη συγκεκριμένη μορφή καρκίνου, είναι απαραίτητη η εμβριθής ενημέρωση και η προσεκτική εξέταση των όποιων διαφορετικών απόψεων.
Μετά το πέρας της θεραπείας ο γιατρός συστήνει μια σειρά ειδικών προληπτικών εξετάσεων για την παρακολούθηση της κατάστασης του μαστού και της γενικότερης υγείας της ασθενούς.
Σε περίπτωση ογκεκτομής θα διευθετηθεί η διενέργεια μαστογραφίας του πάσχοντος μαστού 6 μήνες μετά την ολοκλήρωση της ραδιοθεραπείας που συνήθως ακολουθεί την χειρουργική επέμβαση. Στη συνέχεια, θα εξετάζονται μέσω μαστογραφίας και οι δύο μαστοί μία φορά το χρόνο.
Σε περίπτωση μαστεκτομής συνήθως συστήνεται μαστογραφία του εναπομείναντος μαστού μία φορά το χρόνο. Φυσικά ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασης της πρώην ασθενούς και την αξιολόγηση των πιθανοτήτων επανεμφάνισης του όγκου, ο γιατρός μπορεί να συστήσει πιο εντατικό πρόγραμμα εξετάσεων, που ίσως περιλαμβάνει μαγνητική τομογραφία μία φορά το χρόνο.

ΣΤ. Θηλώδες (Θηλοειδές) Καρκίνωμα στο μαστό (Papillary Carcinoma of the Brest)
Τι είναι;
Το διηθητικό Θηλώδες Καρκίνωμα (Papillary Carcinoma) του μαστού είναι μια σπάνια μορφή καρκίνου που καταλαμβάνει μόλις το 1 -2 % των κρουσμάτων διηθητικού μαστικού καρκίνου παγκοσμίως.
Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το θηλώδες καρκίνωμα εμφανίζεται σε γυναίκες που έχουν περάσει στην περίοδο της εμμηνόπαυσης και συχνότατα αναπτύσσεται σε συνδυασμό με μία άλλη, πολύ συνηθέστερη μορφή καρκίνου, το Επί Τόπου Πορογενές Καρκίνωμα (DCIS).
Ο όρος «καρκίνωμα» περιγράφει μία συσσωμάτωση καρκινικών κυττάρων, έναν κακοήθη όγκο δηλαδή, ο οποίος αποτελείται από επιθηλιακό ιστό – τον ιστό που σαν υμένας καλύπτει ή περιβάλλει τα όργανα του σώματος. Ο όρος «θηλοειδής» ή «Θηλώδης» αναφέρεται στο ιδιαίτερο σχήμα του συγκεκριμένου καρκινώματος.
Για τη διάγνωση και την αντιμετώπιση του Θηλώδους μαστικού Καρκινώματος εξετάστε την ενότητα που αναφέρεται στο Επί Τόπου Πορογενές Καρκίνωμα.

Ζ. Διάτρητο Καρκίνωμα του Μαστού [Cribriform Carcinoma of the Breast]
Τι είναι;
Το Διάτρητο Καρκίνωμα (Cribriform Carcinoma) του μαστού είναι μια σπάνια μορφή μαστικού καρκίνου. Κατά την ανάπτυξή του, τα καρκινικά κύτταρα εισβάλλουν στους συνδετικούς ιστούς του στήθους και σχηματίζουν ελλειπτικές συσσωματώσεις ανάμεσα στους πόρους και στα λοβία. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του τύπου καρκινώματος είναι η ιδιότυπη δομή του εσωτερικού, που δεν είναι συμπαγής αλλά διάτρητη, γεμάτη κενά.
Το διάτρητο καρκίνωμα συσχετίζεται και αναπτύσσεται μαζί με άλλες, συνηθέστερες μορφές καρκίνου, όπως το Επί τόπου Πορογενές Καρκίνωμα (DCIS): σε ένα ποσοστό της τάξης του 5 – 6 % των διηθητικών μορφών καρκίνου, κάποιο τμήμα του όγκου διαγιγνώσκεται ως διάτρητο.
Για τη διάγνωση και την αντιμετώπιση του Διάτρητου Καρκινώματος στο μαστό εξετάστε την ενότητα που αναφέρεται στο Επί Τόπου Πορογενές Καρκίνωμα (DCIS).
Η. Διηθητικό Λοβιακό Καρκίνωμα  (Invasive lobular carcinoma [ILC])
Τι είναι;
Το Διηθητικό Λοβιακό Καρκίνωμα (ILC) αποτελεί τη δεύτερη συνηθέστερη μορφή καρκίνου του μαστού μετά το Διηθητικό Πορογενές Καρκίνωμα.  Υπολογίζεται πως το 10% όλων των μορφών διηθητικού μαστικού καρκίνου αφορά Διηθητικά Λοβιακά Καρκινώματα.
Ο όρος «διηθητικός» περιγράφει την τάση των καρκινικών κυττάρων να διαπερνούν και να επεκτείνονται σε γειτονικούς ιστούς. Ο όρος «Λοβιακό» αναφέρεται στο τμήμα του μαστού στο οποίο εμφανίζονται αρχικά τα καρκινικά κύτταρα, συγκεκριμένα στα γαλακτοπαραγωγά λόβια του μαστού, που παράγουν το γάλα και το διαχέουν μέσω των γαλακτοφόρων πόρων στις θηλές. Ο όρος «καρκίνωμα» περιγράφει μία συσσωμάτωση καρκινικών κυττάρων, έναν κακοήθη όγκο, ο οποίος αποτελείται από επιθηλιακό ιστό – τον ιστό που σαν υμένας καλύπτει ή περιβάλλει τα όργανα του σώματος.  Συνεπώς, το Διηθητικό Λοβιακό Καρκίνωμα αναφέρεται σε μια μορφή καρκίνου που εκκινεί από τα λόβια του μαστού και επεκτείνεται στους γειτονικούς ιστούς. Σταδιακά, το ILC μπορεί να επεκταθεί στους λεμφαδένες και πιθανόν σε  άλλα σημεία του σώματος.
Το ILC μπορεί να εμφανιστεί σε γυναίκες κάθε ηλικίας, αλλά διαγιγνώσκεται συχνότερα σε γυναίκες άνω των 55 ετών.
Συμπτώματα
Αρχικά, το ILC, όπως και οι περισσότερες μορφές μαστικού καρκίνου, αναπτύσσεται χωρίς ιδιαίτερες ενδείξεις ή συμπτώματα. Μάλιστα, έχει παρατηρηθεί πως είναι πιο δύσκολο να εντοπιστεί μέσω μαστογραφίας σε σχέση με το Διηθητικό Πορογενές Καρκίνωμα, λόγω της ιδιότυπης διασποράς των καρκινικών κυττάρων στον όμορο συνδετικό ιστό. Συνήθως, η πρώτη ένδειξη για την ύπαρξή του είναι η ψηλάφηση ενός ογκιδίου ή μιας σκλήρυνσης στην περιοχή του μαστού, γεγονός που οδηγεί σε περαιτέρω εξετάσεις και διάγνωση της ασθένειας. Άλλα πιθανά συμπτώματα μπορεί να είναι:
  • Οίδημα στην περιοχή του στήθους
  • Αλλοίωση του δέρματος στην περιοχή του στήθους
  • Εισολκή θηλής
  • Κνησμός ή δερματική ενόχληση
  • Πόνος στην περιοχή του στήθους
  • Πόνος στην περιοχή της θηλής
  • Ερυθρότητα και σκλήρυνση της θηλής ή του δερματικού ιστού στο στήθος
  • Εκκρίσεις υγρών από τη θηλή (εκτός γάλακτος)
Διάγνωση
Η διάγνωση του Διηθητικού Λοβιακού Καρκινώματος περιλαμβάνει συνήθως έναν συνδυασμό εξετάσεων και διαγνωστικών τεχνικών. Δυστυχώς, το ILC τείνει να έχει πολλές καρκινικές εστίες στο μαστικό αδένα ενώ έχει καταδειχτεί πως συχνά πλήττει και τους δύο μαστούς μιας ασθενούς.
Ακολουθούν ορισμένες τεχνικές εξέτασης που χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση του Διηθητικού λοβιακού Καρκινώματος.
  • Ψηλάφηση: ο γιατρός μπορεί, ψηλαφώντας την περιοχή του στήθους να εντοπίσει κάποια σκλήρυνση ή έναν μικρό όγκο στην ευρύτερη περιοχή του στήθους. Συνήθως, σε περιπτώσεις ILC, εντοπίζεται σκλήρυνση και όχι όγκος, λόγω της ιδιότυπης διασποράς των καρκινικών κυττάρων στον περιβάλλοντα συνδετικό ιστό. Παράλληλα ερευνώνται ενδελεχώς οι λεμφαδένες της μασχάλης και της περιοχής της κλείδας για οποιεσδήποτε αλλοιώσεις ή άλλες ενδείξεις.
  • Μαστογραφία: Το Διηθητικό Λοβιακό Καρκίνωμα μπορεί να εντοπιστεί μέσω μαστογραφίας, συχνά, όμως, αποδεικνύεται αυτό δυσκολότερο σε σχέση με άλλες μορφές καρκίνου, λόγω της ιδιάζουσας ανάπτυξής του. Σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί να εντοπιστεί όγκος, αλλά να δείχνει μικρότερος απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα. Σε περίπτωση εντοπισμού ενός ανησυχητικού όγκου, διενεργούνται περισσότερες μαστογραφίες και στους δύο μαστούς για να συγκεντρωθούν περεταίρω στοιχεία.
  • Υπέρηχος: η εξέταση υπερήχων χρησιμοποιεί ηχητικά κύματα που αντανακλούν στα τοιχώματα των ιστών και βοηθούν το γιατρό να αποτυπώσει την κατάσταση του εσωτερικού του στήθους. Έχει αποδειχτεί πως, συγκεκριμένα για την περίπτωση του ILC, ο υπέρηχος έχει αποδειχτεί πολύ πιο αξιόπιστος για τη διάγνωση της νόσου. Ωστόσο, και πάλι, ο όγκος μπορεί να φανεί μικρότερος από ότι είναι στην πραγματικότητα.
  • Μαγνητική τομογραφία στήθους: η μαγνητική τομογραφία δίνει τη δυνατότητα στο γιατρό να συγκεντρώσει ακόμη περισσότερες πληροφορίες για τη φύση και την έκταση του όγκου.
  • Βιοψία: η βιοψία περιλαμβάνει την αφαίρεση κυττάρων ή ιστού από τον όγκο ή την περιοχή που οι παραπάνω εξετάσεις κατέδειξαν πως πιθανόν να πάσχει από καρκινογένεση και την εξέταση του τμήματος αυτού με μικροσκόπιο. Μέσω αυτή της μεθόδου, καθίσταται σαφές κατά πόσον πρόκειται για Διηθητικό Λοβιακό Καρκίνωμα ή όχι. Η βιοψία διενεργείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με τη φύση του όγκου και την ευκολία με την οποία μπορεί να τον εντοπίσει ο γιατρός. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις η αφαίρεση του όγκου καθοδηγείται μέσω υπερήχων ή μαστογραφίας (στερεοτακτική βιοψία) για να εντοπιστεί ευκολότερα ο όγκος.
Βιοψία με βελόνα (Α): περιλαμβάνει την εισαγωγή μίας πολύ μικρής κοίλης βελόνας η οποία λαμβάνει ένα μικρό δείγμα κυττάρων από την ύποπτη περιοχή. Το δείγμα στη συνέχεια υφίσταται κυτταρολογική εξέταση και αξιολογείται. Αυτού του είδους η βιοψία δεν αφήνει ουλές και ταλαιπωρεί ελάχιστα την εξεταζόμενη.
Βιοψία με βελόνα (Β): ο γιατρός κάνει μία μικρή τομή για να μπορέσει να εισαγάγει μία μεγαλύτερη βελόνα, ικανή να αφαιρέσει δείγμα ιστού από την ύποπτη περιοχή. Αυτού του είδους η βιοψία αφήνει μία μικρή ουλή που, όμως, γίνεται σχεδόν ανεπαίσθητη μετά από μερικές εβδομάδες.
Βιοψία διατομής ή διάνοιξης (incisional biopsy): η βιοψία αυτή χρησιμοποιείται μόνον όταν οι δύο προηγούμενες αποτύχουν να δώσουν κατάλληλο δείγμα και μοιάζει περισσότερο με μικρή επέμβαση παρά με βιοψία. Περιλαμβάνει τη διενέργεια μιας μικρής τομής και αποσκοπεί στην αφαίρεση ενός μικρού τμήματος ιστού για εξέταση.
Βιοψία εκτομής (excisional biopsy): η βιοψία εκτομής είναι ακόμη πιο παρεμβατική και αποσκοπεί στην αφαίρεση ολόκληρου του ύποπτου όγκου από το στήθος.
Βιοψία με χρήση σύρματος εντοπισμού (needle wire localization). Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις στις οποίες είναι δύσκολο να εντοπιστεί ο όγκος και το σημείο στο οποίο πρέπει να διενεργηθεί βιοψία, οπότε και εισάγεται στο στήθος μια εξαιρετικά λεπτή βελόνα με κενό εσωτερικό, μέσω της οποίας διοχετεύεται ένα ειδικό καλώδιο στο στήθος, που επιτρέπει στο γιατρό να εντοπίσει ευκολότερα την περιοχή στην οποία πρέπει να διενεργηθεί η βιοψία.
Στη συνέχεια το δείγμα αποστέλλεται σε ειδικό παθολόγο που το εξετάζει μέσω μικροσκοπίου, διερευνώντας οποιεσδήποτε πιθανές κυτταρικές μεταβολές ή αλλοιώσεις. Όταν υπάρχουν υποψίες για ILC, ο παθολόγος συχνά φροντίζει να εξεταστεί το δείγμα και γενετικά, καθώς έχει αποδειχτεί πως ένα συγκεκριμένο γονίδιο, γνωστό ως CDH1, που δρα ενάντια στην εξάπλωση καρκινικών κυττάρων είναι συχνά αλλοιωμένο σε άτομα που πάσχουν με ILC.  Ας υπογραμμιστεί πως η βιοψία είναι διαγνωστική και όχι θεραπευτική προσέγγιση: ακόμη και στην περίπτωση διενέργειας βιοψίας εκτομής, θα απαιτηθεί επιπλέον χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση της νόσου.
Σταδιοποίηση και Βαθμός
Η Σταδιοποίηση είναι η διαδικασία προσδιορισμού του βαθμού στον οποίο τα καρκινικά κύτταρα έχουν επεκταθεί από την αρχική τους πηγή στους γείτονες ιστούς ή σε άλλα μέρη του σώματος. Ο καθορισμός αυτού του βαθμού επέκτασης, γνωστού ως Σταδίου καθορίζεται από τρεις σημαίνοντες παράγοντες:
  • Το μέγεθος του όγκου.
  • Την πιθανή διασπορά των καρκινικών κυττάρων στους λεμφαδένες και, αν ισχύει κάτι τέτοιο, σε πόσους από αυτούς.
  • Την πιθανή διασπορά των καρκινικών κυττάρων σε άλλα σημεία του σώματος. το Διηθητικό Λοβιακό Καρκίνωμα συνήθως επεκτείνεται αργά εκτός του μαστού. Σε περίπτωση διασποράς του σε άλλα όργανα του σώματος, καρκινικά κύτταρα εντοπίζονται συνήθως στον γαστρεντερικό σωλήνα (που περιλαμβάνει όργανα όπως το στομάχι και το έντερο), στα τοιχώματα της κοιλιακής χώρας, η στα αναπαραγωγικά όργανα, όπως οι ωοθήκες. Σπανιότερα, εμφανίζονται στον περιβάλλοντα ιστό του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού.
Η κλίμακα Σταδιοποίησης του Διηθητικού Λοβιακού Καρκινώματος περιλαμβάνει 4 Στάδια (I, II, III, IV) και βασίζεται σε αποτελέσματα κλινικών και άλλων εξετάσεων, όπως η αφαίρεση μικρού αριθμού λεμφαδένων για να διαπιστωθεί η πιθανή καρκινική τους προσβολή. Παράλληλα, ο γιατρός εξετάζει ενδελεχώς όλο τον οργανισμό για πιθανές ενδείξεις διασποράς των καρκινικών κυττάρων και σε άλλα σημεία του σώματος. Αυτό συνήθως περιλαμβάνει διάφορες ειδικευμένες εξετάσεις αίματος, εξέταση της λειτουργίας του ήπατος, και εξέτασης αλκαλικής φωσφατάσης, ενός ενζύμου που παρατηρείται σε αυξημένα επίπεδα σε άτομα που πάσχουν από καρκίνο στο συκώτι και στα κόκαλα.
Παράλληλα, ο γιατρός, ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση, μπορεί να ζητήσει επιπλέον εξετάσεις για να βεβαιωθεί για την έκταση ή τη διασπορά των καρκινικών κυττάρων σε άλλα σημεία του σώματος. Οι εξετάσεις αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν:
  • Σπινθηρογράφημα Οστών: η εξέταση αυτή παρέχει τη δυνατότητα ενδελεχούς ελέγχου της κατάστασης των οστών όταν υπάρχει υποψία μετάστασης ή διασποράς καρκινικών κυττάρων. Η εξέταση περιλαμβάνει δύο στάδια: αρχικά διοχετεύεται στον οργανισμό του εξεταζόμενου μία ειδική ραδιενεργή ουσία, η οποία διασπείρεται στο σώμα του ασθενούς και στο σκελετικό του σύστημα. Στη συνέχεια, μετά το πέρας λίγων ωρών (συνήθως τριών) ο ασθενής ξαπλώνει σε μια ειδική κλίνη και το σώμα του σαρώνεται από ειδικό μηχάνημα. Η εξέταση αυτή είναι σε θέση να εντοπίσει πιθανή διασπορά καρκινικών κυττάρων σε κάποιο ή κάποια οστά του σώματος του ασθενή.
  • Αξονική τομογραφία, υπέρηχος ή και μαγνητική τομογραφία της κοιλιακής χώρας και της περιοχής της πυέλου (λεκάνη) ή και άλλων περιοχών του σώματος.
  • Τομογραφία Εκπομπής Ποζιτρονίων (Positron Emission Tomography ή ΡΕΤ). Η εξέταση αυτή παρέχει τη δυνατότητα παρακολούθησης των κυττάρων του σώματος. Διοχετεύεται στον ασθενή μια ελάχιστη ποσότητα ενός ραδιενεργού στοιχείο μαζί με ζάχαρη. Καθώς τα στοιχεία αυτά απορροφούνται από τα κύτταρα, καθίστανται πλέον ορατά μέσω μιας ειδικής συσκευής σάρωσης, οπότε είναι δυνατός ο εντοπισμός διασπαρθέντων καρκινικών κυττάρων στον υπόλοιπο οργανισμό.
Εκτός των εξετάσεων που σχετίζονται με την πιθανή διασπορά των καρκινικών κυττάρων, είναι πιθανό να διενεργηθούν και εξετάσεις που βοηθούν το θεράποντα ιατρό να συγκεντρώσει περισσότερες πληροφορίες για τον όγκο, τη συμπεριφορά των καρκινικών κυττάρων και την ενδεχόμενη αποτελεσματικότητα διαφόρων θεραπευτικών επιλογών. Οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται μπορεί να αφορούν:
  • Βαθμός: ο Βαθμός των καρκινικών κυττάρων σχετίζεται με το ποσοστό διαφοροποίησης της συμπεριφοράς και της όψης τους σε σχέση με ανάλογα υγιή κύτταρα. Όσο μεγαλύτερες οι διαφορές, τόσο μεγαλύτερος ο ρυθμός ανάπτυξης και η πιθανότητα διασποράς, και αντίστοιχα, τόσο μεγαλύτερος ο Βαθμός των καρκινικών κυττάρων. Τα καρκινικά κύτταρα του Διηθητικού Λοβιακού Καρκινώματος διακρίνονται σε 3 συνολικά βαθμίδες – Βαθμού 1 (χαμηλού), 2 (μέσου) ή 3 (υψηλού).
  • Χειρουργικά Όρια: τα χειρουργικά όρια αποτελούν στοιχείο κλειδί για την επιτυχή αντιμετώπιση του όγκου. Κατά την εκτομή του όγκου, ο γιατρός εκτός από την καρκινική συσσωμάτωση αφαιρεί και ένα τμήμα περιβάλλοντος υγιούς ή φυσιολογικού ιστού, για να βεβαιωθεί πως έχει αφαιρέσει όλα τα καρκινικά κύτταρα. Το τμήμα αυτό, γνωστό ως «χειρουργικά όρια» εξετάζεται ενδελεχώς για να εξακριβωθεί κατά πόσον και σε ποιο βαθμό έχει προσβληθεί από καρκινικά κύτταρα. Αν τα όρια αυτά χαρακτηριστούν «αρνητικά», σημαίνει πως δεν παρατηρήθηκαν καθόλου καρκινικά κύτταρα στα εξωτερικά τοιχώματα των χειρουργικών ορίων, οπότε δεν χρειάζεται κάποια άλλη χειρουργική επέμβαση. Αν χαρακτηριστούν «θετικά» σημαίνει πως εντοπίστηκαν καρκινικά κύτταρα στο εξωτερικό τοίχωμα των ορίων οπότε πιθανότατα θα απαιτηθεί επιπλέον επέμβαση. Υπάρχει περίπτωση να εντοπιστούν καρκινικά κύτταρα στα όρια αλλά αυτά να μην έχουν φτάσει ως τα απώτερα εξωτερικά τοιχώματα, οπότε και θεωρείται λιγότερο πιθανό να έχει προσβληθεί ο περιβάλλον ιστός.
  • Ορμονικοί Υποδοχείς: για να επιτελέσουν τη λειτουργία τους οι ορμόνες, ουσίες που εκκρίνει ο οργανισμός και σχετίζονται με τη λειτουργία των κυττάρων, πρέπει να επικολληθούν σε συγκεκριμένες περιοχές του κυττάρου που ονομάζονται «υποδοχείς». Ένας παράγοντας εξαιρετικής σημασίας που πρέπει να προσδιοριστεί από το ιατρικό προσωπικό είναι το κατά πόσον τα καρκινικά κύτταρα έχουν ή όχι ορμονικούς υποδοχείς οιστρογόνων και προγεστερόνων, καθώς οι συγκεκριμένες ορμόνες έχουν αποδειχτεί πως τροφοδοτούν την καρκινική ανάπτυξη. Αν, λοιπόν, αποδειχτεί πως ο ασθενής είναι θετικός όσον αφορά στους ορμονικούς υποδοχείς, είναι πολύ πιθανό ο γιατρός να συστήσει κάποιο είδος ορμονικής θεραπείας.
  • Παραγωγή υποδοχέα HER2: ο υποδοχέας HER2 (human epidermal growth factor receptor 2) είναι μια πρωτεΐνη. Όσο περισσότερη πρωτεΐνη παράγεται από τα μαστικά κύτταρα, τόσο περισσότερους αντίστοιχους υποδοχείς θα έχουν τα κύτταρα στην εξωτερική τους επιφάνεια. Όσο μεγαλύτερος ο αριθμός των υποδοχέων, τόσο ταχύτερη η ανάπτυξη των καρκινικών κυττάρων. Μια σχετική εξέταση προσδιορίζει την παραγόμενη ποσότητα αυτής της πρωτεΐνης και καθιστά σαφές κατά πόσον χρειάζεται κάποια ειδική θεραπεία για το συγκεκριμένο πρόβλημα ή όχι.
Αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση του Διηθητικού λοβιακού Καρκινώματος διακρίνεται σε δύο κύριες κατηγορίες:
  • Τοπική αντιμετώπιση, που συνήθως περιλαμβάνει χειρουργική παρέμβαση και ακτινοθεραπεία.
  • Συστηματική αντιμετώπιση, που μπορεί να περιλαμβάνει χημειοθεραπεία, ορμονοθεραπεία κ.ά.
Τοπική αγωγή που περιλαμβάνει χειρουργική επέμβαση και ακτινοθεραπεία
Η τοπική αντιμετώπιση κατά του Διηθητικού Λοβιακού Καρκινώματος στοχεύει στην αφαίρεση του όγκου και στην αντιμετώπιση των καρκινικών κυττάρων που πιθανόν έχουν προσβάλει οποιεσδήποτε γειτονικές στο μαστό περιοχές, όπως τους λεμφαδένες και την ευρύτερη περιοχή του στήθους.
1. ILC και Χειρουργική Επέμβαση
Η χειρουργική επέμβαση είναι η συνήθης και κύρια θεραπευτική αντιμετώπιση κατά του Διηθητικού Λοβιακού Καρκινώματος. Η χειρουργική επέμβαση μπορεί να περιλαμβάνει:
Ογκεκτομή: στην ογκεκτομή αφαιρείται μόνον ο καρκινικός όγκος και τμήμα του υγιούς ιστού που τον περιβάλει. Σε ορισμένες περιπτώσεις  μπορεί να θεωρηθεί απαραίτητη η αφαίρεση και ορισμένων λεμφαδένων της μασχαλιαίας περιοχής όχι για θεραπευτικούς, αλλά για διαγνωστικούς λόγους.
Μαστεκτομή: η μαστεκτομή περιλαμβάνει την τμηματική ή και ολική αφαίρεση του μαστικού αδένα. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η μαστεκτομή που εφαρμόζεται είναι μόνο μερική, και αφορά το τμήμα του μαστικού αδένα που έχει πληγεί και περιέχει τον όγκο. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι απαραίτητη η αφαίρεση έως και του ¼ του μαστού, οπότε και η επέμβαση είναι επίσης γνωστή και ως τεταρτεκτομή. Κατά τη μαστεκτομή, όπως και στην περίπτωση της ογκεκτομής, μπορεί να αφαιρεθούν ορισμένοι λεμφαδένες για περαιτέρω εξέταση. Αν αποφασιστεί ολική ή απλή μαστεκτομή, τότε αφαιρείται το σύνολο του μαστικού ιστού. Στην περίπτωση της επονομαζόμενης τροποποιημένης ριζικής μαστεκτομής αφαιρείται το σύνολο του μαστού, καθώς και ορισμένοι από τους μασχαλιαίους λεμφαδένες. Σπάνια πλέον εφαρμόζεται η ριζική μαστεκτομή στην οποία αφαιρείται, εκτός του μαστού και ορισμένων λεμφαδένων, το σύνολο του στηθαίου θωρακικού μυός.
Στα πλαίσια μιας ογκεκτομής ή μαστεκτομής ο γιατρός μπορεί να κρίνει απαραίτητη την αφαίρεση και ορισμένων λεμφαδένων για να εξετάσει κατά πόσον έχουν προσβληθεί από τον καρκίνο. Αν έχουν προσβληθεί, τότε η πιθανότητα να έχουν διασπαρθεί καρκινικά κύτταρα και στο υπόλοιπο σώμα είναι μεγαλύτερη.
Οι λεμφαδένες είναι μικρές μάζες λεμφοειδούς ιστού που απαντώνται κατά μήκος των λεμφαγγείων του λεμφικού συστήματος και «φιλτράρουν» ξένα σώματα ή βακτήρια που μπορεί να προξενήσουν λοιμώξεις, ώστε να μην εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος. Δυστυχώς, καρκινικά μαστικά κύτταρα μπορεί να προσβάλλουν τους λεμφαδένες και, μέσω αυτών, να διασπαρθούν στο υπόλοιπο σώμα. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, η θεραπευτική αντιμετώπιση θα πρέπει να είναι ανάλογη, ώστε να μειωθεί η πιθανότητα μετάστασης. Η εξέταση των λεμφαδένων που συχνά συνοδεύουν τη χειρουργική επέμβαση μπορεί να περιλαμβάνει τις ακόλουθες διαδικασίες:
  • Βιοψία του «Φρουρού» Λεμφαδένα: ο «φρουρός» λεμφαδένας είναι ο πρώτος λεμφαδένας που φιλτράρει τα υγρά που απορρέουν από την περιοχή του στήθους. Σε περίπτωση Λοβιακού Διηθητικού Καρκινώματος που έχει προσβάλλει και τους λεμφαδένες, ο λεμφαδένας φρουρός θα είναι ο πρώτος που θα έχει υποστεί την προσβολή των καρκινικών κυττάρων. Αν εντοπιστεί, λοιπόν, ο φρουρός λεμφαδένας και εξεταστεί, ο θεράπων ιατρός θα είναι σε θέση να γνωρίσει τις πιθανότητες εξάπλωσης των καρκινικών κυττάρων και στον υπόλοιπο οργανισμό. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται «βιοψία του φρουρού λεμφαδένα». Αν η βιοψία καταδείξει πως ο λεμφαδένας είναι καθαρός, καμία περαιτέρω χειρουργική επέμβαση δεν θα θεωρηθεί απαραίτητη. Αντίθετα, αν τα αποτελέσματα είναι αρνητικά, τότε θα απαιτηθεί η αφαίρεση περισσότερων λεμφαδένων καθώς και άλλων ειδικών θεραπευτικών προσεγγίσεων.
  • Ανατομή των μασχαλιαίων Λεμφαδένων: κατά την ανατομή των μασχαλιαίων λεμφαδένων ο χειρούργος αφαιρεί μια ομάδα μασχαλιαίων λεμφαδένων ώστε να εξεταστούν για πιθανή καρκινική προσβολή. Η διαδικασία αυτή είναι εναλλακτική της βιοψίας Φρουρού Λεμφαδένα.
2. ILC και Ραδιοθεραπεία
Η ραδιοθεραπεία περιλαμβάνει την κατεύθυνση ακτινών υψηλής ενέργειας στο στήθος, στην περιοχή του θώρακα και της μασχάλης, και/ή στην περιοχή της κλείδας. Αποσκοπεί στην εξόντωση οποιωνδήποτε καρκινικών κυττάρων έχουν επεκταθεί από τον κύριο όγκο σε γειτονικές του μαστού περιοχές, καθώς και στη μείωση της πιθανότητας επανεμφάνισης της νόσου.
Η ραδιοθεραπεία συνήθως έπεται της χειρουργικής επέμβασης. Σε περιπτώσεις μερικής μαστεκτομής ή τεταρτεκτομής η ραδιοθεραπεία αποτελεί σχεδόν πάντοτε απαραίτητο συμπλήρωμα της αγωγής, καθώς μέρος του παθόντος μαστού παραμένει στο σώμα και μπορεί να περιέχει υπολείμματα καρκινικών κυττάρων. Σε ορισμένες περιπτώσεις συστήνεται ακόμα και μετά από ολική μαστεκτομή, αν ο όγκος ήταν πολύ μεγάλος (άνω των 5 εκατοστών) ή αν περιλαμβάνεται προσβολή των λεμφαδένων.
Η ραδιοθεραπεία μπορεί να εφαρμοστεί με δύο τρόπους, εσωτερικά ή εξωτερικά. Η πρώτη επιλογή, γνωστή και ως βραχυθεραπεία περιλαμβάνει την εισαγωγή ειδικών πηγών ακτινοβολίας μέσα στο μαστό, στην περιοχή του όγκου. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται λιγότερη προσβολή του υγιούς ιστού από την ακτινοβολία και, συνεπώς, πολύ λιγότερες παρενέργειες.
Η εξωτερική ραδιοθεραπεία επιφέρει εξωτερικά την ακτινοβολία στην παθούσα περιοχή μέσω μίας συσκευής γνωστής ως «γραμμικός επιταχυντής». Η εξωτερική ακτινοθεραπεία προσβάλλει μεγαλύτερη περιοχή του στήθους και γενικά χαρακτηρίζεται από περισσότερες παρενέργειες σε σχέση με τη βραχυθεραπεία.
Συστηματική αγωγή, χημειοθεραπεία, ορμονοθεραπεία και άλλες στοχευόμενες αγωγές
Η Συστηματική αγωγή κατά του ILC, σε αντίθεση με την τοπική αγωγή που στοχεύει στην προσβληθείσα περιοχή, περιλαμβάνει θεραπεία για ολόκληρο τον οργανισμό. Εφαρμόζεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες πιστεύεται πως καρκινικά κύτταρα έχουν αποσπαστεί από τον κύριο όγκο και έχουν μετακινηθεί μέσω της λέμφου ή του αίματος και σε άλλα σημεία του σώματος. Η συστηματική αγωγή κατά του ILC μπορεί να περιλαμβάνει χημειοθεραπεία, ορμονοθεραπεία ή άλλες ειδικά στοχευόμενες αγωγές.

Χημειοθεραπεία
Η χημειοθεραπεία περιλαμβάνει τη χρήση φαρμακευτικών ουσιών που αποσκοπούν στην καταστροφή των καρκινικών κυττάρων. Όταν έπεται της χειρουργικής επέμβασης ονομάζεται «συμπληρωματική θεραπεία». Όταν, ωστόσο, ο όγκος είναι πολύ μεγάλος και καρκινικά κύτταρα έχουν προσβάλει σοβαρά τους λεμφαδένες και έχουν διασπαρθεί και σε άλλα μέρη του σώματος, η χημειοθεραπεία προηγείται της επέμβασης και αποσκοπεί στη συρρίκνωση του όγκου και στην εξόντωση των διασπαρμένων καρκινικών κυττάρων. Οι φαρμακευτικές χημειοθεραπευτικές ουσίες διοχετεύονται στο σώμα με τους εξής τρόπους:
  • Στοματικά, μέσω χαπιού ή πόσιμου υγρού.
  • Μέσω ενέσεων.
  • Ενδοφλέβια. Η μέθοδος αυτή αποτελεί και τη συνηθέστερη πρακτική. Σε κάποιο σημείο του κυκλοφοριακού συστήματος του ασθενή συνδέεται ένας μικρός πλαστικός σωλήνας (καθετήρας) μέσω του οποίου διοχετεύεται η φαρμακευτική ουσία στον οργανισμό.
Οι χημειοθεραπευτικές ουσίες διατρέχουν το κυκλοφορικό σύστημα και καταστρέφουν όποια καρκινικά κύτταρα έχουν διασπαρθεί. Δυστυχώς, όμως, συχνά προσβάλλουν και υγιή κύτταρα, με αποτέλεσμα ορισμένες δυσάρεστες παρενέργειες, οι περισσότερες από τις οποίες, ωστόσο, είναι αντιμετωπίσιμες.
Η χημειοθεραπεία συστήνεται όταν το πορογενές διηθητικό καρκίνωμα είναι αρκετά μεγάλο (μεγαλύτερο του ενός εκατοστού) ή έχει επεκταθεί και στους λεμφαδένες. Διαρκεί, συνήθως, 3 με 6 μήνες και η φύση της εξαρτάται από τη σοβαρότητα της κάθε περίπτωσης και από τη φυσιολογία της ασθενούς, την ηλικία της, τη γενικότερη κατάσταση της υγείας της κτλ.
Πρόσφατα έχουν ανακαλυφθεί δύο νέες εξετάσεις οι οποίες είναι σε θέση να βοηθήσουν τόσο το γιατρό όσο και την ασθενή να προσδιορίσουν το αν και κατά πόσον απαιτείται χημειοθεραπεία για την αντιμετώπιση της νόσου: οι εξετάσεις αυτές είναι γνωστές ως Ογκότυπος DX and MammaPrint και είναι σε θέση να εντοπίσουν γονίδια που έχει αποδειχτεί πως συσχετίζονται με την επανεμφάνιση της νόσου.
Ορμονοθεραπεία

Η ορμονοθεραπεία (αντι – οιστρογονοθεραπεία) εφαρμόζεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η ασθενής έχει βρεθεί θετική σε εξέταση ορμονικών υποδοχέων (βλ. ανωτέρω). Συνήθως η ορμονοθεραπεία ακολουθεί τη χειρουργική επέμβαση και αγωγές χημειοθεραπείας ή ραδιοθεραπείας, αν και σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να προηγηθεί της επέμβασης με στόχο τη συρρίκνωση του όγκου. Βασική της λειτουργία είναι η μείωση της ποσότητας οιστρογόνων στον οργανισμό ή η παρεμπόδιση της μετάδοσης σημάτων ανάπτυξης από τα οιστρογόνα προς τα καρκινικά κύτταρα.
Μετά τη Θεραπεία
Μετά την αγωγή, θα ακολουθήσει μια περίοδος επαγρύπνησης, κατά την οποία η υγεία του οργανισμού της πρώην ασθενούς και η κατάσταση του μαστού θα εξετάζονται περιοδικά και συστηματικά.
Κατά τα πρώτα 5 χρόνια μετά το πέρας της θεραπείας η ενδιαφερόμενη θα πρέπει να επισκέπτεται το γιατρό της ανά 4 ή 6 μήνες για ειδικές εξετάσεις. Μόλις ολοκληρωθεί η πρώτη πενταετία, οι επισκέψεις αυτές θα γίνουν ετήσιες.
Πρώην ασθενής που έχει υποστεί ογκεκτομή ή επέμβαση διατήρησης του στήθους θα πρέπει να κάνει μαστογραφία 6 μήνες μετά το πέρας της ακτινοθεραπείας, και στη συνέχεια μία φορά κάθε χρόνο. Σε περίπτωση μαστεκτομής, η μαστογραφία πρέπει να γίνεται μία φορά το χρόνο. Πολλοί γιατροί, σε περιπτώσεις γυναικών με βεβαρυμμένο οικογενειακό ιστορικό ή με αρνητική γονιδιακή προδιάθεση, συστήνουν και μαγνητική τομογραφία σε ετήσια βάση, μαζί με τη μαστογραφία.
Φυσικά, κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Ο θεράπων ιατρός είναι εκείνος που θα καθορίσει τη συχνότητα και το είδος των προληπτικών εξετάσεων, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η κληρονομικότητα, η ηλικία, η σοβαρότητα του αντιμετωπισθέντος όγκου κτλ.

Θ. Φλεγμονώδης Καρκίνος του Μαστού (Inflammatory breast cancer [IBC])

Γενικές πληροφορίες
Ο Φλεγμονώδης Καρκίνος του Μαστού (Inflammatory Brest Cancer) είναι μια σπάνια αλλά εξαιρετικά επιθετική μορφή καρκίνου. Σύμφωνα με Εθνικό Καρκινικό Κέντρο των Η.Π.Α. ο Φλεγμονώδης Καρκίνος του Μαστού καταλαμβάνει ποσοστό 1 – 5% επί όλων των κρουσμάτων μαστικού καρκίνου.
Ιδιάζον χαρακτηριστικό του Φλεγμονώδους Καρκίνου του Μαστού, εν σχέση με άλλες μορφές μαστικού καρκίνου, είναι η εμφάνισή τους σε γυναίκες σχετικά μικρότερης ηλικίας, (50 – 57) καθώς και η συσχέτισή του με την παχυσαρκία. Όπως και άλλες μορφές καρκίνου, το IBC μπορεί να εμφανιστεί και σε άντρες.

Συμπτώματα
Ο Φλεγμονώδης Καρκίνος του Μαστού παρουσιάζει έντονα συμπτώματα τα οποία επιδεινώνονται ταχύτητα, ακόμα και σε διάστημα ωρών. Είναι επιτακτικό μια γυναίκα που αναγνωρίζει οποιοδήποτε από τα κάτωθι περιγραφόμενα συμπτώματα να αναζητήσει άμεσα ιατρική βοήθεια.
Ο Φλεγμονώδης Καρκίνος του Μαστού δεν χαρακτηρίζεται στην αρχική του ανάπτυξη από διαμορφωμένους όγκους, αλλά από ένα αίσθημα σκλήρυνσης ή επιβάρυνσης στο στήθος. Παράλληλα, μπορεί να παρατηρηθεί έντονη ερυθρότητα ή φλόγωση στο δέρμα του μαστού. Το IBC τείνει να αναπτύσσεται σε στρώματα ιστού που επικαλύπτονται. Το επακόλουθο οίδημα προκαλείται από την απόφραξη των λεμφοφόρων αγγείων από τα καρκινικά κύτταρα.
Τα συνηθέστερα συμπτώματα του IBC είναι:
  • Ερυθρότητα στο στήθος, η οποία και αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό γνώρισμα του Φλεγμονώδους Καρκίνου στο μαστό. Σε κάποιες περιπτώσεις η ερυθρότητα μπορεί να υποχωρεί και να επανεμφανίζεται περιοδικά.
  • Οίδημα στο στήθος, που μπορεί να περιλαμβάνει μέρος ή και το σύνολο του μαστού. Εκτός από την αύξηση του μεγέθους λόγω του οιδήματος μπορεί να παρατηρηθεί και ιδιαίτερη σκληρότητα.
  • Φλόγωση, Καύσος (έντονη αίσθηση θερμότητας).
  • Όψη φλούδας πορτοκαλιού.
  • Διάφορες αλλοιώσεις στην όψη του δέρματος: μελάνωση, αυλακώσεις, εκδορές ή εξανθήματα.
  • Οίδημα των λεμφαδένων στην περιοχή της μασχάλης ή πάνω από την κλείδα.
  • Εξομάλυνση ή εισολκή (το δέρμα μοιάζει να απορροφάται προς το εσωτερικό της θηλής) της θηλής.
  • Πόνος στην περιοχή του στήθους.
Ορισμένα από τα συμπτώματα αυτά μπορεί να προκληθούν και από μία άλλη νόσο που πλήττει γυναίκες που θηλάζουν τη μαστίτιδα. Ωστόσο, η μαστίτιδα χαρακτηρίζεται και από πυρετό και αντιμετωπίζεται εύκολα μέσω αντιβίωσης. Αν τα συμπτώματα επιμένουν, είναι πιθανόν να πρόκειται για Φλεγμονώδη Καρκίνο του Μαστού. Το αυτό ισχύει και σε περίπτωση θεραπείας κατά της κυτταρίτιδας: αν τα συμπτώματα επιμένουν, η ενδιαφερόμενη πρέπει να προσφύγει άμεσα σε ιατρική κατεύθυνση.
Η. Διηθητικό Λοβιακό Καρκίνωμα  (Invasive lobular carcinoma [ILC])
Τι είναι;
Το Διηθητικό Λοβιακό Καρκίνωμα (ILC) αποτελεί τη δεύτερη συνηθέστερη μορφή καρκίνου του μαστού μετά το Διηθητικό Πορογενές Καρκίνωμα.  Υπολογίζεται πως το 10% όλων των μορφών διηθητικού μαστικού καρκίνου αφορά Διηθητικά Λοβιακά Καρκινώματα.
Ο όρος «διηθητικός» περιγράφει την τάση των καρκινικών κυττάρων να διαπερνούν και να επεκτείνονται σε γειτονικούς ιστούς. Ο όρος «Λοβιακό» αναφέρεται στο τμήμα του μαστού στο οποίο εμφανίζονται αρχικά τα καρκινικά κύτταρα, συγκεκριμένα στα γαλακτοπαραγωγά λόβια του μαστού, που παράγουν το γάλα και το διαχέουν μέσω των γαλακτοφόρων πόρων στις θηλές. Ο όρος «καρκίνωμα» περιγράφει μία συσσωμάτωση καρκινικών κυττάρων, έναν κακοήθη όγκο, ο οποίος αποτελείται από επιθηλιακό ιστό – τον ιστό που σαν υμένας καλύπτει ή περιβάλλει τα όργανα του σώματος.  Συνεπώς, το Διηθητικό Λοβιακό Καρκίνωμα αναφέρεται σε μια μορφή καρκίνου που εκκινεί από τα λόβια του μαστού και επεκτείνεται στους γειτονικούς ιστούς. Σταδιακά, το ILC μπορεί να επεκταθεί στους λεμφαδένες και πιθανόν σε  άλλα σημεία του σώματος.
Το ILC μπορεί να εμφανιστεί σε γυναίκες κάθε ηλικίας, αλλά διαγιγνώσκεται συχνότερα σε γυναίκες άνω των 55 ετών.
Συμπτώματα
Αρχικά, το ILC, όπως και οι περισσότερες μορφές μαστικού καρκίνου, αναπτύσσεται χωρίς ιδιαίτερες ενδείξεις ή συμπτώματα. Μάλιστα, έχει παρατηρηθεί πως είναι πιο δύσκολο να εντοπιστεί μέσω μαστογραφίας σε σχέση με το Διηθητικό Πορογενές Καρκίνωμα, λόγω της ιδιότυπης διασποράς των καρκινικών κυττάρων στον όμορο συνδετικό ιστό. Συνήθως, η πρώτη ένδειξη για την ύπαρξή του είναι η ψηλάφηση ενός ογκιδίου ή μιας σκλήρυνσης στην περιοχή του μαστού, γεγονός που οδηγεί σε περαιτέρω εξετάσεις και διάγνωση της ασθένειας. Άλλα πιθανά συμπτώματα μπορεί να είναι:
  • Οίδημα στην περιοχή του στήθους
  • Αλλοίωση του δέρματος στην περιοχή του στήθους
  • Εισολκή θηλής
  • Κνησμός ή δερματική ενόχληση
  • Πόνος στην περιοχή του στήθους
  • Πόνος στην περιοχή της θηλής
  • Ερυθρότητα και σκλήρυνση της θηλής ή του δερματικού ιστού στο στήθος
  • Εκκρίσεις υγρών από τη θηλή (εκτός γάλακτος)

Διάγνωση
Η διάγνωση του Διηθητικού Λοβιακού Καρκινώματος περιλαμβάνει συνήθως έναν συνδυασμό εξετάσεων και διαγνωστικών τεχνικών. Δυστυχώς, το ILC τείνει να έχει πολλές καρκινικές εστίες στο μαστικό αδένα ενώ έχει καταδειχτεί πως συχνά πλήττει και τους δύο μαστούς μιας ασθενούς.
Ακολουθούν ορισμένες τεχνικές εξέτασης που χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση του Διηθητικού λοβιακού Καρκινώματος.
  • Ψηλάφηση: ο γιατρός μπορεί, ψηλαφώντας την περιοχή του στήθους να εντοπίσει κάποια σκλήρυνση ή έναν μικρό όγκο στην ευρύτερη περιοχή του στήθους. Συνήθως, σε περιπτώσεις ILC, εντοπίζεται σκλήρυνση και όχι όγκος, λόγω της ιδιότυπης διασποράς των καρκινικών κυττάρων στον περιβάλλοντα συνδετικό ιστό. Παράλληλα ερευνώνται ενδελεχώς οι λεμφαδένες της μασχάλης και της περιοχής της κλείδας για οποιεσδήποτε αλλοιώσεις ή άλλες ενδείξεις.
  • Μαστογραφία: Το Διηθητικό Λοβιακό Καρκίνωμα μπορεί να εντοπιστεί μέσω μαστογραφίας, συχνά, όμως, αποδεικνύεται αυτό δυσκολότερο σε σχέση με άλλες μορφές καρκίνου, λόγω της ιδιάζουσας ανάπτυξής του. Σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί να εντοπιστεί όγκος, αλλά να δείχνει μικρότερος απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα. Σε περίπτωση εντοπισμού ενός ανησυχητικού όγκου, διενεργούνται περισσότερες μαστογραφίες και στους δύο μαστούς για να συγκεντρωθούν περεταίρω στοιχεία.
  • Υπέρηχος: η εξέταση υπερήχων χρησιμοποιεί ηχητικά κύματα που αντανακλούν στα τοιχώματα των ιστών και βοηθούν το γιατρό να αποτυπώσει την κατάσταση του εσωτερικού του στήθους. Έχει αποδειχτεί πως, συγκεκριμένα για την περίπτωση του ILC, ο υπέρηχος έχει αποδειχτεί πολύ πιο αξιόπιστος για τη διάγνωση της νόσου. Ωστόσο, και πάλι, ο όγκος μπορεί να φανεί μικρότερος από ότι είναι στην πραγματικότητα.
  • Μαγνητική τομογραφία στήθους: η μαγνητική τομογραφία δίνει τη δυνατότητα στο γιατρό να συγκεντρώσει ακόμη περισσότερες πληροφορίες για τη φύση και την έκταση του όγκου.
  • Βιοψία: η βιοψία περιλαμβάνει την αφαίρεση κυττάρων ή ιστού από τον όγκο ή την περιοχή που οι παραπάνω εξετάσεις κατέδειξαν πως πιθανόν να πάσχει από καρκινογένεση και την εξέταση του τμήματος αυτού με μικροσκόπιο. Μέσω αυτή της μεθόδου, καθίσταται σαφές κατά πόσον πρόκειται για Διηθητικό Λοβιακό Καρκίνωμα ή όχι. Η βιοψία διενεργείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με τη φύση του όγκου και την ευκολία με την οποία μπορεί να τον εντοπίσει ο γιατρός. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις η αφαίρεση του όγκου καθοδηγείται μέσω υπερήχων ή μαστογραφίας (στερεοτακτική βιοψία) για να εντοπιστεί ευκολότερα ο όγκος.
Βιοψία με βελόνα (Α): περιλαμβάνει την εισαγωγή μίας πολύ μικρής κοίλης βελόνας η οποία λαμβάνει ένα μικρό δείγμα κυττάρων από την ύποπτη περιοχή. Το δείγμα στη συνέχεια υφίσταται κυτταρολογική εξέταση και αξιολογείται. Αυτού του είδους η βιοψία δεν αφήνει ουλές και ταλαιπωρεί ελάχιστα την εξεταζόμενη.
Βιοψία με βελόνα (Β): ο γιατρός κάνει μία μικρή τομή για να μπορέσει να εισαγάγει μία μεγαλύτερη βελόνα, ικανή να αφαιρέσει δείγμα ιστού από την ύποπτη περιοχή. Αυτού του είδους η βιοψία αφήνει μία μικρή ουλή που, όμως, γίνεται σχεδόν ανεπαίσθητη μετά από μερικές εβδομάδες.
Βιοψία διατομής ή διάνοιξης (incisional biopsy): η βιοψία αυτή χρησιμοποιείται μόνον όταν οι δύο προηγούμενες αποτύχουν να δώσουν κατάλληλο δείγμα και μοιάζει περισσότερο με μικρή επέμβαση παρά με βιοψία. Περιλαμβάνει τη διενέργεια μιας μικρής τομής και αποσκοπεί στην αφαίρεση ενός μικρού τμήματος ιστού για εξέταση.
Βιοψία εκτομής (excisional biopsy): η βιοψία εκτομής είναι ακόμη πιο παρεμβατική και αποσκοπεί στην αφαίρεση ολόκληρου του ύποπτου όγκου από το στήθος.
Βιοψία με χρήση σύρματος εντοπισμού (needle wire localization). Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις στις οποίες είναι δύσκολο να εντοπιστεί ο όγκος και το σημείο στο οποίο πρέπει να διενεργηθεί βιοψία, οπότε και εισάγεται στο στήθος μια εξαιρετικά λεπτή βελόνα με κενό εσωτερικό, μέσω της οποίας διοχετεύεται ένα ειδικό καλώδιο στο στήθος, που επιτρέπει στο γιατρό να εντοπίσει ευκολότερα την περιοχή στην οποία πρέπει να διενεργηθεί η βιοψία.
Στη συνέχεια το δείγμα αποστέλλεται σε ειδικό παθολόγο που το εξετάζει μέσω μικροσκοπίου, διερευνώντας οποιεσδήποτε πιθανές κυτταρικές μεταβολές ή αλλοιώσεις. Όταν υπάρχουν υποψίες για ILC, ο παθολόγος συχνά φροντίζει να εξεταστεί το δείγμα και γενετικά, καθώς έχει αποδειχτεί πως ένα συγκεκριμένο γονίδιο, γνωστό ως CDH1, που δρα ενάντια στην εξάπλωση καρκινικών κυττάρων είναι συχνά αλλοιωμένο σε άτομα που πάσχουν με ILC.  Ας υπογραμμιστεί πως η βιοψία είναι διαγνωστική και όχι θεραπευτική προσέγγιση: ακόμη και στην περίπτωση διενέργειας βιοψίας εκτομής, θα απαιτηθεί επιπλέον χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση της νόσου.
Σταδιοποίηση και Βαθμός
Η Σταδιοποίηση είναι η διαδικασία προσδιορισμού του βαθμού στον οποίο τα καρκινικά κύτταρα έχουν επεκταθεί από την αρχική τους πηγή στους γείτονες ιστούς ή σε άλλα μέρη του σώματος. Ο καθορισμός αυτού του βαθμού επέκτασης, γνωστού ως Σταδίου καθορίζεται από τρεις σημαίνοντες παράγοντες:
  • Το μέγεθος του όγκου.
  • Την πιθανή διασπορά των καρκινικών κυττάρων στους λεμφαδένες και, αν ισχύει κάτι τέτοιο, σε πόσους από αυτούς.
  • Την πιθανή διασπορά των καρκινικών κυττάρων σε άλλα σημεία του σώματος. το Διηθητικό Λοβιακό Καρκίνωμα συνήθως επεκτείνεται αργά εκτός του μαστού. Σε περίπτωση διασποράς του σε άλλα όργανα του σώματος, καρκινικά κύτταρα εντοπίζονται συνήθως στον γαστρεντερικό σωλήνα (που περιλαμβάνει όργανα όπως το στομάχι και το έντερο), στα τοιχώματα της κοιλιακής χώρας, η στα αναπαραγωγικά όργανα, όπως οι ωοθήκες. Σπανιότερα, εμφανίζονται στον περιβάλλοντα ιστό του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού.
Η κλίμακα Σταδιοποίησης του Διηθητικού Λοβιακού Καρκινώματος περιλαμβάνει 4 Στάδια (I, II, III, IV) και βασίζεται σε αποτελέσματα κλινικών και άλλων εξετάσεων, όπως η αφαίρεση μικρού αριθμού λεμφαδένων για να διαπιστωθεί η πιθανή καρκινική τους προσβολή. Παράλληλα, ο γιατρός εξετάζει ενδελεχώς όλο τον οργανισμό για πιθανές ενδείξεις διασποράς των καρκινικών κυττάρων και σε άλλα σημεία του σώματος. Αυτό συνήθως περιλαμβάνει διάφορες ειδικευμένες εξετάσεις αίματος, εξέταση της λειτουργίας του ήπατος, και εξέτασης αλκαλικής φωσφατάσης, ενός ενζύμου που παρατηρείται σε αυξημένα επίπεδα σε άτομα που πάσχουν από καρκίνο στο συκώτι και στα κόκαλα.
Παράλληλα, ο γιατρός, ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση, μπορεί να ζητήσει επιπλέον εξετάσεις για να βεβαιωθεί για την έκταση ή τη διασπορά των καρκινικών κυττάρων σε άλλα σημεία του σώματος. Οι εξετάσεις αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν:
  • Σπινθηρογράφημα Οστών: η εξέταση αυτή παρέχει τη δυνατότητα ενδελεχούς ελέγχου της κατάστασης των οστών όταν υπάρχει υποψία μετάστασης ή διασποράς καρκινικών κυττάρων. Η εξέταση περιλαμβάνει δύο στάδια: αρχικά διοχετεύεται στον οργανισμό του εξεταζόμενου μία ειδική ραδιενεργή ουσία, η οποία διασπείρεται στο σώμα του ασθενούς και στο σκελετικό του σύστημα. Στη συνέχεια, μετά το πέρας λίγων ωρών (συνήθως τριών) ο ασθενής ξαπλώνει σε μια ειδική κλίνη και το σώμα του σαρώνεται από ειδικό μηχάνημα. Η εξέταση αυτή είναι σε θέση να εντοπίσει πιθανή διασπορά καρκινικών κυττάρων σε κάποιο ή κάποια οστά του σώματος του ασθενή.
  • Αξονική τομογραφία, υπέρηχος ή και μαγνητική τομογραφία της κοιλιακής χώρας και της περιοχής της πυέλου (λεκάνη) ή και άλλων περιοχών του σώματος.
  • Τομογραφία Εκπομπής Ποζιτρονίων (Positron Emission Tomography ή ΡΕΤ). Η εξέταση αυτή παρέχει τη δυνατότητα παρακολούθησης των κυττάρων του σώματος. Διοχετεύεται στον ασθενή μια ελάχιστη ποσότητα ενός ραδιενεργού στοιχείο μαζί με ζάχαρη. Καθώς τα στοιχεία αυτά απορροφούνται από τα κύτταρα, καθίστανται πλέον ορατά μέσω μιας ειδικής συσκευής σάρωσης, οπότε είναι δυνατός ο εντοπισμός διασπαρθέντων καρκινικών κυττάρων στον υπόλοιπο οργανισμό.
Εκτός των εξετάσεων που σχετίζονται με την πιθανή διασπορά των καρκινικών κυττάρων, είναι πιθανό να διενεργηθούν και εξετάσεις που βοηθούν το θεράποντα ιατρό να συγκεντρώσει περισσότερες πληροφορίες για τον όγκο, τη συμπεριφορά των καρκινικών κυττάρων και την ενδεχόμενη αποτελεσματικότητα διαφόρων θεραπευτικών επιλογών. Οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται μπορεί να αφορούν:
  • Βαθμός: ο Βαθμός των καρκινικών κυττάρων σχετίζεται με το ποσοστό διαφοροποίησης της συμπεριφοράς και της όψης τους σε σχέση με ανάλογα υγιή κύτταρα. Όσο μεγαλύτερες οι διαφορές, τόσο μεγαλύτερος ο ρυθμός ανάπτυξης και η πιθανότητα διασποράς, και αντίστοιχα, τόσο μεγαλύτερος ο Βαθμός των καρκινικών κυττάρων. Τα καρκινικά κύτταρα του Διηθητικού Λοβιακού Καρκινώματος διακρίνονται σε 3 συνολικά βαθμίδες – Βαθμού 1 (χαμηλού), 2 (μέσου) ή 3 (υψηλού).
  • Χειρουργικά Όρια: τα χειρουργικά όρια αποτελούν στοιχείο κλειδί για την επιτυχή αντιμετώπιση του όγκου. Κατά την εκτομή του όγκου, ο γιατρός εκτός από την καρκινική συσσωμάτωση αφαιρεί και ένα τμήμα περιβάλλοντος υγιούς ή φυσιολογικού ιστού, για να βεβαιωθεί πως έχει αφαιρέσει όλα τα καρκινικά κύτταρα. Το τμήμα αυτό, γνωστό ως «χειρουργικά όρια» εξετάζεται ενδελεχώς για να εξακριβωθεί κατά πόσον και σε ποιο βαθμό έχει προσβληθεί από καρκινικά κύτταρα. Αν τα όρια αυτά χαρακτηριστούν «αρνητικά», σημαίνει πως δεν παρατηρήθηκαν καθόλου καρκινικά κύτταρα στα εξωτερικά τοιχώματα των χειρουργικών ορίων, οπότε δεν χρειάζεται κάποια άλλη χειρουργική επέμβαση. Αν χαρακτηριστούν «θετικά» σημαίνει πως εντοπίστηκαν καρκινικά κύτταρα στο εξωτερικό τοίχωμα των ορίων οπότε πιθανότατα θα απαιτηθεί επιπλέον επέμβαση. Υπάρχει περίπτωση να εντοπιστούν καρκινικά κύτταρα στα όρια αλλά αυτά να μην έχουν φτάσει ως τα απώτερα εξωτερικά τοιχώματα, οπότε και θεωρείται λιγότερο πιθανό να έχει προσβληθεί ο περιβάλλον ιστός.
  • Ορμονικοί Υποδοχείς: για να επιτελέσουν τη λειτουργία τους οι ορμόνες, ουσίες που εκκρίνει ο οργανισμός και σχετίζονται με τη λειτουργία των κυττάρων, πρέπει να επικολληθούν σε συγκεκριμένες περιοχές του κυττάρου που ονομάζονται «υποδοχείς». Ένας παράγοντας εξαιρετικής σημασίας που πρέπει να προσδιοριστεί από το ιατρικό προσωπικό είναι το κατά πόσον τα καρκινικά κύτταρα έχουν ή όχι ορμονικούς υποδοχείς οιστρογόνων και προγεστερόνων, καθώς οι συγκεκριμένες ορμόνες έχουν αποδειχτεί πως τροφοδοτούν την καρκινική ανάπτυξη. Αν, λοιπόν, αποδειχτεί πως ο ασθενής είναι θετικός όσον αφορά στους ορμονικούς υποδοχείς, είναι πολύ πιθανό ο γιατρός να συστήσει κάποιο είδος ορμονικής θεραπείας.
  • Παραγωγή υποδοχέα HER2: ο υποδοχέας HER2 (human epidermal growth factor receptor 2) είναι μια πρωτεΐνη. Όσο περισσότερη πρωτεΐνη παράγεται από τα μαστικά κύτταρα, τόσο περισσότερους αντίστοιχους υποδοχείς θα έχουν τα κύτταρα στην εξωτερική τους επιφάνεια. Όσο μεγαλύτερος ο αριθμός των υποδοχέων, τόσο ταχύτερη η ανάπτυξη των καρκινικών κυττάρων. Μια σχετική εξέταση προσδιορίζει την παραγόμενη ποσότητα αυτής της πρωτεΐνης και καθιστά σαφές κατά πόσον χρειάζεται κάποια ειδική θεραπεία για το συγκεκριμένο πρόβλημα ή όχι.
Αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση του Διηθητικού λοβιακού Καρκινώματος διακρίνεται σε δύο κύριες κατηγορίες:
  • Τοπική αντιμετώπιση, που συνήθως περιλαμβάνει χειρουργική παρέμβαση και ακτινοθεραπεία.
  • Συστηματική αντιμετώπιση, που μπορεί να περιλαμβάνει χημειοθεραπεία, ορμονοθεραπεία κ.ά.

Τοπική αγωγή που περιλαμβάνει χειρουργική επέμβαση και ακτινοθεραπεία
Η τοπική αντιμετώπιση κατά του Διηθητικού Λοβιακού Καρκινώματος στοχεύει στην αφαίρεση του όγκου και στην αντιμετώπιση των καρκινικών κυττάρων που πιθανόν έχουν προσβάλει οποιεσδήποτε γειτονικές στο μαστό περιοχές, όπως τους λεμφαδένες και την ευρύτερη περιοχή του στήθους.

1. ILC και Χειρουργική Επέμβαση
Η χειρουργική επέμβαση είναι η συνήθης και κύρια θεραπευτική αντιμετώπιση κατά του Διηθητικού Λοβιακού Καρκινώματος. Η χειρουργική επέμβαση μπορεί να περιλαμβάνει:
Ογκεκτομή: στην ογκεκτομή αφαιρείται μόνον ο καρκινικός όγκος και τμήμα του υγιούς ιστού που τον περιβάλει. Σε ορισμένες περιπτώσεις  μπορεί να θεωρηθεί απαραίτητη η αφαίρεση και ορισμένων λεμφαδένων της μασχαλιαίας περιοχής όχι για θεραπευτικούς, αλλά για διαγνωστικούς λόγους.
Μαστεκτομή: η μαστεκτομή περιλαμβάνει την τμηματική ή και ολική αφαίρεση του μαστικού αδένα. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η μαστεκτομή που εφαρμόζεται είναι μόνο μερική, και αφορά το τμήμα του μαστικού αδένα που έχει πληγεί και περιέχει τον όγκο. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι απαραίτητη η αφαίρεση έως και του ¼ του μαστού, οπότε και η επέμβαση είναι επίσης γνωστή και ως τεταρτεκτομή. Κατά τη μαστεκτομή, όπως και στην περίπτωση της ογκεκτομής, μπορεί να αφαιρεθούν ορισμένοι λεμφαδένες για περαιτέρω εξέταση. Αν αποφασιστεί ολική ή απλή μαστεκτομή, τότε αφαιρείται το σύνολο του μαστικού ιστού. Στην περίπτωση της επονομαζόμενης τροποποιημένης ριζικής μαστεκτομής αφαιρείται το σύνολο του μαστού, καθώς και ορισμένοι από τους μασχαλιαίους λεμφαδένες. Σπάνια πλέον εφαρμόζεται η ριζική μαστεκτομή στην οποία αφαιρείται, εκτός του μαστού και ορισμένων λεμφαδένων, το σύνολο του στηθαίου θωρακικού μυός.
Στα πλαίσια μιας ογκεκτομής ή μαστεκτομής ο γιατρός μπορεί να κρίνει απαραίτητη την αφαίρεση και ορισμένων λεμφαδένων για να εξετάσει κατά πόσον έχουν προσβληθεί από τον καρκίνο. Αν έχουν προσβληθεί, τότε η πιθανότητα να έχουν διασπαρθεί καρκινικά κύτταρα και στο υπόλοιπο σώμα είναι μεγαλύτερη.
Οι λεμφαδένες είναι μικρές μάζες λεμφοειδούς ιστού που απαντώνται κατά μήκος των λεμφαγγείων του λεμφικού συστήματος και «φιλτράρουν» ξένα σώματα ή βακτήρια που μπορεί να προξενήσουν λοιμώξεις, ώστε να μην εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος. Δυστυχώς, καρκινικά μαστικά κύτταρα μπορεί να προσβάλλουν τους λεμφαδένες και, μέσω αυτών, να διασπαρθούν στο υπόλοιπο σώμα. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, η θεραπευτική αντιμετώπιση θα πρέπει να είναι ανάλογη, ώστε να μειωθεί η πιθανότητα μετάστασης. Η εξέταση των λεμφαδένων που συχνά συνοδεύουν τη χειρουργική επέμβαση μπορεί να περιλαμβάνει τις ακόλουθες διαδικασίες:
  • Βιοψία του «Φρουρού» Λεμφαδένα: ο «φρουρός» λεμφαδένας είναι ο πρώτος λεμφαδένας που φιλτράρει τα υγρά που απορρέουν από την περιοχή του στήθους. Σε περίπτωση Λοβιακού Διηθητικού Καρκινώματος που έχει προσβάλλει και τους λεμφαδένες, ο λεμφαδένας φρουρός θα είναι ο πρώτος που θα έχει υποστεί την προσβολή των καρκινικών κυττάρων. Αν εντοπιστεί, λοιπόν, ο φρουρός λεμφαδένας και εξεταστεί, ο θεράπων ιατρός θα είναι σε θέση να γνωρίσει τις πιθανότητες εξάπλωσης των καρκινικών κυττάρων και στον υπόλοιπο οργανισμό. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται «βιοψία του φρουρού λεμφαδένα». Αν η βιοψία καταδείξει πως ο λεμφαδένας είναι καθαρός, καμία περαιτέρω χειρουργική επέμβαση δεν θα θεωρηθεί απαραίτητη. Αντίθετα, αν τα αποτελέσματα είναι αρνητικά, τότε θα απαιτηθεί η αφαίρεση περισσότερων λεμφαδένων καθώς και άλλων ειδικών θεραπευτικών προσεγγίσεων.
  • Ανατομή των μασχαλιαίων Λεμφαδένων: κατά την ανατομή των μασχαλιαίων λεμφαδένων ο χειρούργος αφαιρεί μια ομάδα μασχαλιαίων λεμφαδένων ώστε να εξεταστούν για πιθανή καρκινική προσβολή. Η διαδικασία αυτή είναι εναλλακτική της βιοψίας Φρουρού Λεμφαδένα.

2. ILC και Ραδιοθεραπεία
Η ραδιοθεραπεία περιλαμβάνει την κατεύθυνση ακτινών υψηλής ενέργειας στο στήθος, στην περιοχή του θώρακα και της μασχάλης, και/ή στην περιοχή της κλείδας. Αποσκοπεί στην εξόντωση οποιωνδήποτε καρκινικών κυττάρων έχουν επεκταθεί από τον κύριο όγκο σε γειτονικές του μαστού περιοχές, καθώς και στη μείωση της πιθανότητας επανεμφάνισης της νόσου.
Η ραδιοθεραπεία συνήθως έπεται της χειρουργικής επέμβασης. Σε περιπτώσεις μερικής μαστεκτομής ή τεταρτεκτομής η ραδιοθεραπεία αποτελεί σχεδόν πάντοτε απαραίτητο συμπλήρωμα της αγωγής, καθώς μέρος του παθόντος μαστού παραμένει στο σώμα και μπορεί να περιέχει υπολείμματα καρκινικών κυττάρων. Σε ορισμένες περιπτώσεις συστήνεται ακόμα και μετά από ολική μαστεκτομή, αν ο όγκος ήταν πολύ μεγάλος (άνω των 5 εκατοστών) ή αν περιλαμβάνεται προσβολή των λεμφαδένων.
Η ραδιοθεραπεία μπορεί να εφαρμοστεί με δύο τρόπους, εσωτερικά ή εξωτερικά. Η πρώτη επιλογή, γνωστή και ως βραχυθεραπεία περιλαμβάνει την εισαγωγή ειδικών πηγών ακτινοβολίας μέσα στο μαστό, στην περιοχή του όγκου. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται λιγότερη προσβολή του υγιούς ιστού από την ακτινοβολία και, συνεπώς, πολύ λιγότερες παρενέργειες.
Η εξωτερική ραδιοθεραπεία επιφέρει εξωτερικά την ακτινοβολία στην παθούσα περιοχή μέσω μίας συσκευής γνωστής ως «γραμμικός επιταχυντής». Η εξωτερική ακτινοθεραπεία προσβάλλει μεγαλύτερη περιοχή του στήθους και γενικά χαρακτηρίζεται από περισσότερες παρενέργειες σε σχέση με τη βραχυθεραπεία.
  
Συστηματική αγωγή, χημειοθεραπεία, ορμονοθεραπεία και άλλες στοχευόμενες αγωγές
Η Συστηματική αγωγή κατά του ILC, σε αντίθεση με την τοπική αγωγή που στοχεύει στην προσβληθείσα περιοχή, περιλαμβάνει θεραπεία για ολόκληρο τον οργανισμό. Εφαρμόζεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες πιστεύεται πως καρκινικά κύτταρα έχουν αποσπαστεί από τον κύριο όγκο και έχουν μετακινηθεί μέσω της λέμφου ή του αίματος και σε άλλα σημεία του σώματος. Η συστηματική αγωγή κατά του ILC μπορεί να περιλαμβάνει χημειοθεραπεία, ορμονοθεραπεία ή άλλες ειδικά στοχευόμενες αγωγές.

Χημειοθεραπεία
Η χημειοθεραπεία περιλαμβάνει τη χρήση φαρμακευτικών ουσιών που αποσκοπούν στην καταστροφή των καρκινικών κυττάρων. Όταν έπεται της χειρουργικής επέμβασης ονομάζεται «συμπληρωματική θεραπεία». Όταν, ωστόσο, ο όγκος είναι πολύ μεγάλος και καρκινικά κύτταρα έχουν προσβάλει σοβαρά τους λεμφαδένες και έχουν διασπαρθεί και σε άλλα μέρη του σώματος, η χημειοθεραπεία προηγείται της επέμβασης και αποσκοπεί στη συρρίκνωση του όγκου και στην εξόντωση των διασπαρμένων καρκινικών κυττάρων. Οι φαρμακευτικές χημειοθεραπευτικές ουσίες διοχετεύονται στο σώμα με τους εξής τρόπους:
  • Στοματικά, μέσω χαπιού ή πόσιμου υγρού.
  • Μέσω ενέσεων.
  • Ενδοφλέβια. Η μέθοδος αυτή αποτελεί και τη συνηθέστερη πρακτική. Σε κάποιο σημείο του κυκλοφοριακού συστήματος του ασθενή συνδέεται ένας μικρός πλαστικός σωλήνας (καθετήρας) μέσω του οποίου διοχετεύεται η φαρμακευτική ουσία στον οργανισμό.
Οι χημειοθεραπευτικές ουσίες διατρέχουν το κυκλοφορικό σύστημα και καταστρέφουν όποια καρκινικά κύτταρα έχουν διασπαρθεί. Δυστυχώς, όμως, συχνά προσβάλλουν και υγιή κύτταρα, με αποτέλεσμα ορισμένες δυσάρεστες παρενέργειες, οι περισσότερες από τις οποίες, ωστόσο, είναι αντιμετωπίσιμες.
Η χημειοθεραπεία συστήνεται όταν το πορογενές διηθητικό καρκίνωμα είναι αρκετά μεγάλο (μεγαλύτερο του ενός εκατοστού) ή έχει επεκταθεί και στους λεμφαδένες. Διαρκεί, συνήθως, 3 με 6 μήνες και η φύση της εξαρτάται από τη σοβαρότητα της κάθε περίπτωσης και από τη φυσιολογία της ασθενούς, την ηλικία της, τη γενικότερη κατάσταση της υγείας της κτλ.
Πρόσφατα έχουν ανακαλυφθεί δύο νέες εξετάσεις οι οποίες είναι σε θέση να βοηθήσουν τόσο το γιατρό όσο και την ασθενή να προσδιορίσουν το αν και κατά πόσον απαιτείται χημειοθεραπεία για την αντιμετώπιση της νόσου: οι εξετάσεις αυτές είναι γνωστές ως Ογκότυπος DX and MammaPrint και είναι σε θέση να εντοπίσουν γονίδια που έχει αποδειχτεί πως συσχετίζονται με την επανεμφάνιση της νόσου.

Ορμονοθεραπεία
Η ορμονοθεραπεία (αντι – οιστρογονοθεραπεία) εφαρμόζεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η ασθενής έχει βρεθεί θετική σε εξέταση ορμονικών υποδοχέων (βλ. ανωτέρω). Συνήθως η ορμονοθεραπεία ακολουθεί τη χειρουργική επέμβαση και αγωγές χημειοθεραπείας ή ραδιοθεραπείας, αν και σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να προηγηθεί της επέμβασης με στόχο τη συρρίκνωση του όγκου. Βασική της λειτουργία είναι η μείωση της ποσότητας οιστρογόνων στον οργανισμό ή η παρεμπόδιση της μετάδοσης σημάτων ανάπτυξης από τα οιστρογόνα προς τα καρκινικά κύτταρα.

Μετά τη Θεραπεία
Μετά την αγωγή, θα ακολουθήσει μια περίοδος επαγρύπνησης, κατά την οποία η υγεία του οργανισμού της πρώην ασθενούς και η κατάσταση του μαστού θα εξετάζονται περιοδικά και συστηματικά.
Κατά τα πρώτα 5 χρόνια μετά το πέρας της θεραπείας η ενδιαφερόμενη θα πρέπει να επισκέπτεται το γιατρό της ανά 4 ή 6 μήνες για ειδικές εξετάσεις. Μόλις ολοκληρωθεί η πρώτη πενταετία, οι επισκέψεις αυτές θα γίνουν ετήσιες.
Πρώην ασθενής που έχει υποστεί ογκεκτομή ή επέμβαση διατήρησης του στήθους θα πρέπει να κάνει μαστογραφία 6 μήνες μετά το πέρας της ακτινοθεραπείας, και στη συνέχεια μία φορά κάθε χρόνο. Σε περίπτωση μαστεκτομής, η μαστογραφία πρέπει να γίνεται μία φορά το χρόνο. Πολλοί γιατροί, σε περιπτώσεις γυναικών με βεβαρυμμένο οικογενειακό ιστορικό ή με αρνητική γονιδιακή προδιάθεση, συστήνουν και μαγνητική τομογραφία σε ετήσια βάση, μαζί με τη μαστογραφία.
Φυσικά, κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Ο θεράπων ιατρός είναι εκείνος που θα καθορίσει τη συχνότητα και το είδος των προληπτικών εξετάσεων, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η κληρονομικότητα, η ηλικία, η σοβαρότητα του αντιμετωπισθέντος όγκου κτλ.

ΠΗΓΗ: ΚΑΡΚΙΝΟΣ 24