Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

Τηλεόραση και παιδιά

Τηλεόραση και παιδιά


Τα τελευταία χρόνια έχει μελετηθεί ευρέως η επίδραση που ασκούν στα παιδιά διάφορες σειρές στην τηλεόραση αλλά και η ίδια η τηλεόραση. Η ανάπτυξη συμπεριφοράς με επιθετικά και βίαια στοιχεία σε πολλές έρευνες έχει συνδεθεί με την τηλεόραση. Πολλά από τα προγράμματα που παρακολουθούν τα παιδιά έχει διαπιστωθεί ότι εκπέμπουν μηνύματα βίας.

Για παράδειγμα σύμφωνα με έρευνα Ισπανικού Πανεπιστημίου η παιδική σειρά «ΤΟΜ και ΤΖΕΡΥ» είναι ένα από τα πιο βίαια παιδικά προγράμματα της τηλεόρασης. Συγκεκριμένα η κόντρα του γάτου Τομ με τον ποντικό Τζέρι περιέχει τις περισσότερες σκηνές βίας σε σύγκριση με 19 παιδικά προγράμματα, σύμφωνα πάντα με τα αποτελέσματα της έρευνας. Κι ενώ η σειρά «ΤΟΜ και ΤΖΕΡΥ» εκτιμάται ως βίαιο παιδικό πρόγραμμα η σιερά «ΝΤΟΡΑ Η ΜΙΚΡΗ ΕΞΕΡΕΥΝΗΤΡΙΑ» εκτιμήθηκε ως το πλέον εκπαιδευτικό πρόγραμμα για παιδιά.

Ωστόσο το 68% των κινούμενων σχεδίων περιέχουν σκηνές βίας και τα στοιχεία δείχνουν πως ανά 55 λεπτά προβάλλεται και μία βίαιη σκηνή. Στην πρώτη θέση βρίσκεται η σωματική βία και ακολουθούν  η χρήση όπλων ή άλλων αντικειμένων, οι απειλές και η λεκτική βία, ενώ σε ποσοστό 84% δεν παρουσιάζονται οι συνέπειες των βίαιων πράξεων.

Ωστόσο η τηλεόραση είναι μέσα στην καθημερινότητα της ζωής του παιδιού μας και όσο και αν θέλουμε να την κλείσουμε, συνήθως οι καταστάσεις την κρατούν ανοιχτή και οι γονείς συχνά κατευθύνουν τα παιδιά σε αυτήν. Ωστόσο υπάρχουν μικρές συμβουλές που επιτρέπουν στο γονιό να περιορίσει τις αρνητικές συνέπειες της τηλεόρασης.

Θυμηθείτε:

● Σύμφωνα με ανακοίνωση της Αμερικανικής Παιδιατρικής Εταιρίας τα παιδιά κάτω των δυο ετών θα πρέπει να αποφεύγουν την τηλεόραση καθώς αυτή επηρεάζει την ανάπτυξη του εγκεφάλου των παιδιών.

● Η ίδια ανακοίνωση αναφέρει ότι στα μεγαλύτερα παιδιά ο χρόνος έκθεσης τους σε οθόνη (τηλεόραση, υπολογιστής κτλ) δεν θα πρέπει να ξεπερνά τις δύο ώρες στο σύνολο.

● Αποφύγετε να τοποθετήσετε την τηλεόραση σε παιδικό δωμάτιο καθώς με αυτό τον τρόπο υπάρχει ο κίνδυνος να «χάσετε» τον έλεγχο».

● Ελέγχετε πάντα την ποιότητα των προγραμμάτων που παρακολουθεί το παιδί σας (μια έξυπνη λύση είναι να αφιερώσετε χρόνο κάποια στιγμή και να τα δείτε μαζί) και συμβουλευτείτε την ειδική σήμανση.

● Προτείνετε κι εσείς προγράμματα που θα μπορούσε το παιδί σας να παρακολουθήσει.

● Περιορίστε στο μικρότερο δυνατό τον χρόνο της τηλεόρασης.

● Συζητήστε πάντα ότι σας μεταφέρει το παιδί από την εμπειρία του με την τηλεόραση, και φροντίστε να του/της ξεχωρίσετε το πραγματικό από το φανταστικό.

Για οτιδήποτε σας προβληματίσει μπορείτε να επικοινωνήστε με την Εθνική Τηλεφωνική Γραμμή για τα Παιδιά SOS 1056.

http://www.hamogelo.gr/4-1/1360/Thleorash-koi-poidia-

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Η αγάπη των γονιών, η ανατροφή των παιδιών και η ευτυχία στην οικογένεια




Η αγάπη που δέχονται τα παιδιά από τους γονείς τους είναι καθοριστικός παράγοντας στην ανατροφή και στο σχηματισμό της προσωπικότητας τους. Ο χαρακτήρας και η προσωπικότητα των παιδιών αποτελούν κυρίαρχο παράγοντα για μια ευτυχισμένη οικογένεια. 


Η αγάπη των γονιών προς τα παιδιά δεν είναι αρκετό μόνο να υπάρχει. Είναι βασικό να εκφράζεται και να βιώνεται έμπρακτα από τα παιδιά. 

Είναι εξαιρετικά σημαντικό να γνωρίζουν οι γονείς με πιο τρόπο μπορούν να εκφράζουν την αγάπη τους και να την εντάσσουν χωρίς υπερβολές και με πειθαρχία στην ανατροφή που προσφέρουν στα παιδιά τους. Τα παιδιά οποιασδήποτε ηλικίας έχουν συνεχώς ανάγκη να αισθάνονται την αγάπη, την εκτίμηση και την υποστήριξη και από τους δύο γονείς τους. 

Η αγάπη αυτή πρέπει να εκφράζεται όχι μόνο με την προσφορά υλικών αγαθών αλλά με προσφορά χρόνου, με λόγια, πράξεις, συνέπεια και αφοσίωση. Οι γονείς χρειάζεται να δίνουν πάντοτε χρόνο, εάν είναι δυνατό κάθε μέρα για να τον περνούν με τα παιδιά τους. 

Ο ενεργός ρόλος στην διαμόρφωση του χαρακτήρα τους, εκφράζεται με το ενδιαφέρον για τα προβλήματα, τους φίλους και για τη ζωή τους στο σχολείο όπως και για τις δυσκολίες ή επιτυχίες σε διάφορες δραστηριότητες τους. Ο γονιός είναι ο σημαντικότερος παράγοντας που μπορεί να καλλιεργήσει και να ενδυναμώσει το αίσθημα αυτοπεποίθησης και αυτοεκτίμησης του παιδιού. 

Ο γονιός μπορεί να ενθαρρύνει το παιδί για να πετυχαίνει τους στόχους του, να μαθαίνει να είναι συνεπές και επιμελές στις υποχρεώσεις του. Το βοηθά να ανακαλύψει νέες δυνάμεις που έχει και τις οποίες ακόμη δεν γνωρίζει. 

Όταν το παιδί νιώθει ότι ο γονιός του πιστεύει και έχει εμπιστοσύνη σε αυτό, η ενέργεια του για να πετύχει, πολλαπλασιάζεται. Τα παιδιά βλέπουν, καταγράφουν και μιμούνται τη συμπεριφορά των γονιών τους.

Απορροφούν τις αξίες βάσει των οποίων λειτουργεί η προσωπικότητα των γονιών. Οι αξίες αυτές είναι οι πρώτες βάσεις του σχηματισμού της προσωπικότητας τους. 

Καθόλη τη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, η διαδικασία παρατήρησης και επηρεασμού των παιδιών από τη συμπεριφορά των γονιών είναι διαρκής. Έτσι, οι ευθύνες των γονιών στη διαμόρφωση του χαρακτήρα των παιδιών είναι εξαιρετικά σημαντικές. 

Τόσο στο σπίτι όσο και έξω στην κοινωνία, οι γονείς πρέπει να θυμούνται πάντοτε να δίνουν το καλό παράδειγμα. Η ευγένεια και η αποφυγή βίαιων τρόπων πειθαρχίας επιβάλλονται σε όλες τις περιστάσεις. 

Η διαδικασία ανταμοιβής για τα επιτεύγματα, των οριοθετήσεων και των περιοριστικών τιμωριών όταν χρειάζονται, πρέπει να γίνονται σε λογικά, συνεπή πλαίσια από πολύ νωρίς στην παιδική ηλικία. Το αίσθημα ευθύνης, ορθότητας και υπακοής καλλιεργείται νωρίς. 

Δεν πρέπει οι γονείς να αναμένουν στην εφηβική ηλικία την ύπαρξη των αρετών αυτών εάν δια μέσου της αγάπης τους δεν φρόντισαν να τις καλλιεργήσουν στα παιδιά τους. Οι γονείς πρέπει να δείχνουν καθημερινά και έμπρακτα την αγάπη τους προς τα παιδιά τους. 

Η αγάπη αυτή δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Είναι αναγκαίο να εκφράζεται με προσφορά χρόνου, αφοσίωσης, ενέργειας, ενδιαφέροντος και συνεχούς στήριξης του παιδιού. 

Παιδιά που ανατρέφονται κάτω από αυτές τις συνθήκες συμβάλλουν τα μέγιστα και διαχρονικά για την ευτυχία στην οικογένεια.






Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΦΗΒΟΥΣ

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΦΗΒΟΥΣ

Γιατί θεωρούνται σημαντικές; Ποιες είναι οι επιπτώσεις τους στη ζωή των παιδιών και των εφήβων;

Οι ψυχικές διαταραχές της παιδικής και εφηβικής ηλικίας είναι ένα σύνθετο και σημαντικό πρόβλημα εξαιτίας των σοβαρών επιπτώσεων που μπορεί να επιφέρουν: ο ψυχικός πόνος και η ελλειμματική λειτουργικότητα του ατόμου (διαταραγμένες σχέσεις με συνομηλίκους και οικογένεια, χαμηλές σχολικές επιδόσεις κλπ) που συχνά τις συνοδεύουν, η οικονομική επιβάρυνση των οικογενειών αλλά και της κοινωνίας είναι μερικές από αυτές.
Εάν οι διαταραχές αυτές αφεθούν χωρίς θεραπεία, τείνουν να γίνονται σοβαρότερες με επιπτώσεις στην ψυχοκοινωνική ζωή του ατόμου καθώς συσσωρεύεται η ματαίωση εξαιτίας της σχολικής αποτυχίας και των άσχημων σχέσεων με οικογένεια, φίλους και άλλους ανθρώπους. Επιπλέον, μπορεί να συνεχίζονται στην ενήλικη ζωή με επιπτώσεις στην επαγγελματική και γενικότερη ζωή των ανθρώπων (αυξημένα ποσοστά εμπλοκής με το νόμο, την αστυνομία και τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας και πρόνοιας).
Για παράδειγμα, γνωρίζουμε από μακροχρόνιες έρευνες ότι περίπου ένα στα τρία παιδιά με διαταραχές διαγωγής (που παρουσίαζαν δηλαδή συμπεριφορές όπως π.χ. επιθετικότητα, κλοπές, ψέμματα, σκασιαρχείο, φυγές από το σπίτι, βανδαλισμοί, παραβατικότητα) εξελίσσονται σε ενήλικες με αντικοινωνική προσωπικότητα, ενώ αντίστροφα, το σύνολο σχεδόν των αντικοινωνικών ενηλίκων είχαν ιστορικό διαταραχών διαγωγής στην παιδική τους ηλικία. Επίσης, η κατάθλιψη που δεν αντιμετωπίστηκε θεραπευτικά νωρίς στη ζωή συχνά “ακολουθεί” το άτομο στη ενήλικη ζωή του με υποτροπές και επιπτώσεις στη λειτουργικότητά του (σχέσεις με άλλους, επαγγελματική απόδοση κλπ). Ειδικά η κατάθλιψη συνοδεύεται συχνά από χρήση ουσιών (νικοτίνη, αλκοόλ, ναρκωτικές ουσίες), ενώ ο μεγαλύτερος και σοβαρότερος κίνδυνος είναι η αυτοκτονικότητα (η αυτοκτονία είναι η τρίτη αιτία θανάτου στους εφήβους και τους νεαρούς ενήλικες).

Ποιες είναι αυτές οι διαταραχές;

Αν και υπάρχουν διαταραχές με κοινά συμπτώματα, κάθε διαταραχή ψυχικής υγείας στην παιδική και εφηβική ηλικία εκδηλώνεται με διαφορετικό τρόπο. Τα προβλήματα αυτά που εμφανίζονται σε ποσοστό 7-15% (ή έως και 20% στους μεγαλύτερους εφήβους) περίπου για τις ηλικίες 0-18 ετών, ταξινομούνται, πιο συγκεκριμένα, στις ακόλουθες κατηγορίες. Είναι αξιοσημείωτο πως συχνά δύο ή και περισσότερες διαταραχές μπορεί να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο, φαινόμενο που οι παιδοψυχίατροι ονομάζουν “συν-νοσηρότητα”.
Διαταραχές Άγχους (οι συχνότερες, προσβάλλουν περίπου 13% των νέων ατόμων ηλικίας 9-17 ετών). Περιλαμβάνουν τον πανικό, το μετατραυματικό στρες (εμφανίζεται μετά από μια τραυματική εμπειρία, όπως κακοποίηση, τροχαίο ατύχημα, σεισμό, σοβαρή αρρώστια κλπ), ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή, το γενικευμένο άγχος, και τις φοβίες (κοινωνική, συγκεκριμένες π.χ. σκοταδιού, ύψους, ζώων). Εδώ εμπίπτουν άτομα με υπερβολική ανησυχία και αγωνία για διάφορα θέματα και που τα εμποδίζει να λειτουργήσουν ομαλά στη ζωή τους. Συχνά υπάρχουν και σωματικές εκδηλώσεις άγχους (π.χ. δύσπνοια, ταχυκαρδία, συχνουρία, τρόμος).
Διαταραχές Διάθεσης (κατάθλιψη/δυσθυμία, 4-8%), Παιδιά και έφηβοι με κατάθλιψη παρουσιάζουν  καταθλιπτική διάθεση (θλίψη, στενοχώρια, εύκολα κλάματα) ή ευρεθιστότητα (εύκολα νεύρα). Επίσης, μείωση ή ακόμα και απώλεια ενδιαφέροντος ή ευχαρίστησης σε δραστηριότητες που συνήθιζαν να έχουν. Μπορεί να έχουν αλλαγές στην όρεξή τους με σημαντική απώλεια ή προσθήκη βάρους καθώς και δυσκολίες με τον ύπνο τους. Μπορεί να παρουσιάζουν ψυχοκινητική διέγερση ή επιβράδυνση (αργή σκέψη, κίνηση, αργός λόγος) καθώς και αδικαιολόγητη κόπωση ή απώλεια της ενεργητικότητάς τους. Συχνά έχουν αισθήματα αναξιότητας ή υπερβολικής ή αδικαιολόγητης ενοχής. Η ικανότητα σκέψης ή συγκέντρωσης συχνά επηρεάζεται με αποτέλεσμα να έχουν δυσκολίες στη μελέτη και τις σχολικές τους επιδόσεις. Τα παιδιά με κατάθλιψη μπορεί να έχουν σκέψεις θανάτου ή/και ιδέες αυτοκτονίας που επανέρχονται κάθε τόσο.
Διαταραχές Διαγωγής και Εναντίωσης-Αντίθεσης (4-6% στις παραπάνω ηλικίες). Τα παιδιά και οι έφηβοι βρίσκονται σε συνεχή σύγκρουση με κάθε μορφής εξουσία, είναι ανυπάκουοι σε κάθε κοινωνικό κανόνα και παρουσιάζουν, μεταξύ άλλων, επιθετικότητα, κλοπές, ψέμματα, σκασιαρχείο, φυγές από το σπίτι, βανδαλισμούς, παραβατικότητα (παραβίαση νόμων).
Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες (τουλάχιστον 5%), όπως π.χ. η δυσλεξία (ειδική διαταραχή ανάγνωσης), η δυσγραφία, η δυσαριθμησία  που εμποδίζουν το παιδί ή τον έφηβο να αναπτύξει το νοητικό δυναμικό του και συχνά επηρεάζουν την αυτοεκτίμηση και την ψυχική του ισορροπία (σε υψηλά ποσοστά συνοδεύονται από διαταραχές άγχους, κατάθλιψης, διαγωγής, ελλειμματικής προσοχής/υπερκινητικότητας).
Διαταραχές Διατροφής (ψυχογενής ανορεξία και βουλιμία, 1%), αφορούν κυρίως κορίτσια (άνω του 90%) που έχουν παραμορφωμένη εικόνα για το σώμα τους και το βάρος τους, έντονο φόβο ότι θα κερδίσουν βάρος, φτάνουν να υποβάλλονται σε εξαντλητικές δίαιτες, να ασκούνται έντονα σωματικά ή να παίρνουν φάρμακα για να αδυνατίσουν. Η κατάσταση αυτή συχνά συνοδεύεται από ορμονικές και άλλες οργανικές διαταραχές που απαιτούν τη νοσηλεία της έφηβης, αφού μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο ακόμα και τη ζωή της (μελέτες που έγιναν 5-8 χρόνια μετά τη διάγνωση δείχνουν 5% θνησιμότητα ή ακόμα και 20% μετά από 20 χρόνια παρακολούθησης των ασθενών).
Ψυχωσικές Διαταραχές (σχιζοφρένεια, διπολική ή μανιοκαταθλιπτική διαταραχή, μέχρι 1% στους μεγαλύτερους εφήβους). Πρόκειται για σοβαρές διαταραχές με κύρια συμπτώματα τις παραληρητικές ιδέες (ο ασθενής πιστεύει ότι οι άλλοι επιθυμούν το κακό του, συζητούν γι’ αυτόν κλπ) και τις ακουστικές (ο ασθενής ακούει φωνές που είναι ανύπαρκτες), οπτικές κλπ ψευδαισθήσεις (τα περισσότερα πάντως παιδιά με ακουστικές ψευδαισθήσεις δεν είναι σχιζοφρενή).
Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής-Υπερκινητικότητας (5-7%), αρχίζει πριν από το 6ο έτος ζωής με απροσεξία, υπερκινητικότητα ή/και παρορμητικότητα.
Διαταραχές Φάσματος Αυτισμού (0.6%), αρχίζει πριν από το 3ο έτος ζωής και εκδηλώνεται με προβλήματα επικοινωνίας και κοινωνικής συναλλαγής με τους άλλους.

Ποιές ομάδες παιδιών και εφήβων θεωρούνται ευάλωτες;

Παιδιά και έφηβοι με ιστορικό κακοποίησης ή/και παραμέλησης,  χρήσης ουσιών (μεταξύ των οποίων και νικοτίνης και αλκοόλ),  με χρόνιες σωματικές αναπηρίες ή ασθένειες. Επίσης, παιδιά και έφηβοι που βρίσκονται σε κίνδυνο να παρουσιάσουν ψυχολογικές δυσκολίες και ψυχικές διαταραχές είναι εκείνοι των οποίων ο γονέας πάσχει από ένα σοβαρό χρόνιο σωματικό ή ψυχικό πρόβλημα υγείας.

Ποιες είναι οι αιτίες αυτών των διαταραχών;

Αν και η επιστημονικά τεκμηριωμένη γνώση μας στον τομέα αυτό έχει σημαντικά αυξηθεί τις τελευταίες δεκαετίες, απομένει ακόμα να μάθουμε πολλά για τις αιτίες, τους μηχανισμούς καθώς και τις παρεμβάσεις μας (ψυχοθεραπευτικές, ψυχοφαρμακολογικές). Γενικά πιστεύουμε σήμερα πως η αλληλεπίδραση γενετικών/βιολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων  (π.χ. χειρισμοί από την οικογένεια) σχετίζεται με την αιτιολογία και τη συνέχιση ή μη πολλών ψυχικών διαταραχών.

Γιατί χρειάζεται δράση;

Η ανάγκη για δράση επιβάλλεται τόσο από τα δικαιώματα του παιδιού όσο και από το βάρος που συνοδεύει τις ψυχικές διαταραχές. 7-22% των νέων υποφέρει από κάποια μορφή ψυχικής διαταραχής και οι επιπτώσεις, βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες είναι σημαντικές: δυσκολίες στις σχέσεις με συνομηλίκους, στις σχολικές επιδόσεις και προσαρμογή, και στην ενήλικη ζωή με δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις και αυξημένα ποσοστά εμπλοκής με το νόμο καθώς και τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας και πρόνοιας.
Πέρα όμως από το ψυχικό και κοινωνικό κόστος, είναι γνωστή και η τεράστια οικονομική επιβάρυνση από τις ψυχικές διαταραχές στην παιδική ηλικία και την συνέχειά της στην ενηλικίωση (π.χ.  σοι διαταραχές διαγωγής που δεν θεραπεύτηκαν στην παιδική ηλικία  συνδέονται με 10 φορές επιπλέον οικονομική επιβάρυνση στις σημερινές κοινωνίες)

Τι εμποδίζει τις οικογένειες στην αναζήτηση βοήθειας;

Ο φόβος του στίγματος, διάφορες προκαταλήψεις, αρνητικές στάσεις του κόσμου απέναντι σε θέματα ψυχικής υγείας, η άγνοια και η έλλειψη κατάλληλης πληροφόρησης παίζουν ρόλο στην αναζήτηση βοήθειας από τους ειδικούς ψυχικής υγείας, αν και σε μικρότερο βαθμό στη σημερινή κοινωνία. Υπάρχει, για παράδειγμα, μια μακροχρόνια αντίληψη ότι τα παιδιά με προβλήματα ψυχικής υγείας είναι κακά, όχι άρρωστα ή διαταραγμένα, και ότι τα ίδια ή/και οι γονείς τους πρέπει να κατηγορηθούν για τη συμπεριφορά τους.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς για να βοηθήσουν τα παιδιά τους;

Οι γονείς ή οι έχοντες την επιμέλεια παιδιών με συμπεριφορές που προβληματίζουν και επιμένουν είναι καλό να απευθύνονται στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας για παιδιά και εφήβους για αναζήτηση βοήθειας προτού αυτές γίνουν σοβαρότερες, χρονίσουν και καταλήξουν σε ψυχική και κοινωνική μειονεξία και αναπηρία του νέου ανθρώπου. Είναι γνωστό άλλωστε από μελέτες πως όσο νωρίτερα αντιμετωπιστούν τα προβλήματα συναισθήματος και συμπεριφοράς τόσο καλύτερη θα είναι η έκβασή τους. Οι συνεργασίες αυτές συχνά μπορεί να περιορίζονται σε μερικές επισκέψεις στους ειδικούς, άλλοτε όμως είναι μακροχρόνιες για την αντιμετώπιση καταστάσεων όπως ο αυτισμός, οι ψυχώσεις κλπ χρόνιες ψυχικές διαταραχές. Σε κάθε πάντως περίπτωση οι γονείς χρειάζεται να συνεργάζονται και οι ίδιοι με τους ειδικούς που παρακολουθούν το παιδί τους και να είναι θετικοί, υποστηρικτικοί, με κατανόηση και όχι πίεση απέναντι στις δυσκολίες του. Το ίδιο ισχύει και για τους εκπαιδευτικούς: η πραγματικότητα είναι ότι σε μια τυπική τάξη 25 μαθητών, θα υπάρχουν περί τα 5 παιδιά που θα αποκλίνουν από τα υπόλοιπα. Τα προβλήματα μάλιστα των 2 από τα 5 παιδιά είναι πιθανό να μην εντοπιστούν ποτέ, επειδή λειτουργούν κοντά στο φυσιολογικό, ενώ τα άλλα 2 παιδιά μπορεί να είναι πιο εμφανώς διαταραγμένα και να λειτουργούν περισσότερο οριακά.

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΑ ΟΡΙΑ ΣΤΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

ΤΑ ΟΡΙΑ ΣΤΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ 


Σκοπός αυτού του άρθρου είναι να συμβουλεύσει τους γονείς που πιθανόν αντιμετωπίζουν προβλήματα πειθαρχίας των παιδιών τους προτείνοντας πρακτικές μεθόδους και βοηθώντας τους να μην είναι ούτε πολύ ανεκτικοί ούτε πολύ περιοριστικοί και αυστηροί.
 Η οριοθέτηση της συμπεριφοράς είναι αυτό που βοηθά το παιδί να κατανοήσει τους κανόνες και τις προσδοκίες των γονέων του. Τα όρια που τίθενται στη συμπεριφορά καθορίζουν επίσης την ισορροπία της δύναμης και της εξουσίας στις οικογενειακές σχέσεις και συνιστούν ένα ουσιώδες στοιχείο στην ανατροφή των παιδιών.
 Πολλές μελέτες αναφέρουν ότι όταν οι γονείς θέτουν σταθερά όρια, τα παιδιά μεγαλώνουν έχοντας μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, σε αντίθεση με τα παιδιά στα οποία επιτρέπεται να συμπεριφέρονται όπως τους αρέσει. Τα παιδιά με καλή προσαρμογή έχουν τρυφερούς, περιποιητικούς και υποστηρικτικούς γονείς, οι οποίοι ασκούν έλεγχο με λογικό τρόπο και έχουν υψηλές προσδοκίες. Ο σταθερός έλεγχος που δεν περιορίζει τις ευκαιρίες για πειραματισμό και επιτρέπει την αυθόρμητη έκφραση σχετίζεται με την ανεξαρτησία του παιδιού.
           Αμέσως μετά την αγάπη, το σπουδαιότερο δώρο του γονιού προς το παιδί είναι η αίσθηση της πειθαρχίας. Οι περισσότεροι γονείς παραδέχονται ότι είναι πολύ σημαντικό να θέτουν όρια, εντούτοις ένα από τα δυσκολότερα εγχειρήματά τους είναι να βάλουν σε πράξη αυτήν την παραδοχή και μάλιστα με τρόπο σταθερό και αποτελεσματικό. Όταν και οι δυο γονείς δουλεύουν όλη μέρα και λείπουν από το σπίτι, απεχθάνονται να εφαρμόζουν κανόνες πειθαρχίας τις λιγοστές ώρες που βρίσκονται με τα παιδιά τους. Όμως τότε είναι που πολλές φορές τα παιδιά θα δοκιμάσουν την προκλητική τους συμπεριφορά.
           Πειθαρχία σημαίνει διδασκαλία, όχι τιμωρία. Χωρίς πειθαρχία, τα παιδιά, ήδη από το δεύτερο έτος, συμπεριφέρονται σαν να είναι κακομαθημένα. Η σταθερή πειθαρχία που αφορά σημαντικά ζητήματα δεν αποτελεί απειλή για την προσωπικότητα του παιδιού. Ίσα-ίσα, είναι μέρος της πορείας του προς την αυτογνωσία. Οι γονείς θα πρέπει να διδάξουν όρια στα παιδιά, χωρίς να επιδεινώνουν την κατάσταση.
Για παράδειγμα, μερικά παιδιά ηλικίας 3 ως 6 ετών σε κάποιο ξέσπασμά τους πετούν ή σπάζουν αντικείμενα. Στο τέλος της ημέρας ή κάποια άλλη στιγμή που είναι πολύ κουρασμένο, το παιδί χάνει τον έλεγχό του. Κατ’αρχήν, δώστε του να καταλάβει ότι αυτό δεν πρέπει να το κάνει-ότι δε θα το αφήσετε να το κάνει όσο περνάει από το χέρι σας. Αγκαλιάστε το και καθήστε κοντά του ώσπου να είναι σε θέση να σας ακούσει. Τότε κουβεντιάστε το λόγο που πιστεύετε ότι θέλησε να το κάνει και δείξτε του ότι ξέρετε καλά πόσο άσχημα αισθάνεται για αυτή την καταστροφική και ανεξέλεγκτη συμπεριφορά του. Διαβεβαιώστε το ότι θα προσπαθήσετε να το βοηθήσετε προτού του ξανασυμβεί. Ρωτήστε το τι νομίζει ότι θα μπορούσε να το σταματήσει. Αν αυτό που προτείνει φέρνει αποτέλεσμα, επαινέστε το ζωηρά. Αυτό βοηθά ιδιαίτερα στην ανάκτηση του αυτοελέγχου.
 Παρακάτω δίνονται ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την πειθαρχία:
 *       Προσαρμόστε την πειθαρχία στο στάδιο ανάπτυξης του παιδιού. Αν πρόκειται για βρέφος ή νήπιο που μόλις άρχισε να στέκεται στα πόδια του, προσπαθήστε κατ’αρχήν να στρέψετε την προσοχή του σε μια άλλη δραστηριότητα. Αν αυτό δεν φέρει αποτέλεσμα –δυστυχώς δε φέρνει πάντα- ίσως χρειαστεί να το απομακρύνεται μόνοι σας. Για ένα παιδί πάνω από δύο ετών, η πειθαρχία πρέπει πάντα να περιλαμβάνει μια εξήγηση για τους λόγους που το οδήγησαν να ‘παρασυρθεί’ και να ενεργήσει κατ’αυτόν τον τρόπο. Δοκιμάστε να σκεφτείτε τι ώθησε το παιδί σε αυτή την συμπεριφορά και δώστε του την ευκαιρία να το καταλάβει μόνο του.
*       Η πειθαρχία πρέπει να ταιριάζει στο παιδί σας. Χρησιμοποιήστε όλα όσα ξέρετε γύρω από το χαρακτήρα και τις ευαισθησίες του παιδιού σας. Ένα ευαίσθητο παιδί μπορεί να συντριβεί με κάποιο είδος τιμωρίας, η οποία μπορεί, αντίθετα, να είναι ιδανική για ένα ζωηρό, υπερκινητικό παιδί.
*       Όταν το παιδί σας είναι μαζί με άλλα παιδιά, προσπαθήστε να μην ανακατεύεστε. Όταν επεμβαίνετε σε μια κατάσταση, τη μετατρέπετε από μια απλή συναναστροφή παιδιών σε μια περίπλοκη επικοινωνία, όπου τουλάχιστον οι μισές αντιδράσεις του παιδιού σας έχουν στόχο εσάς τους ίδιους.
*       Προσφέρετε στο παιδί πρότυπα συμπεριφοράς για μίμηση. Δοκιμάστε να το βοηθήσετε να ελέγξει τον εαυτό του ή να βρει τρόπους να αντιμετωπίσει μια κατάσταση, δίνοντάς του παραδείγματα. Συχνά ο τρόπος που το βοηθάτε να λύσει μια διαφορά είναι πολύ πιο διδακτικός από χίλιες λέξεις. Μια σταθερή, άμεση αλλά και γεμάτη αγάπη προσέγγιση είναι σίγουρα το καλύτερο πρότυπο μια μίμηση που μπορείτε να του προσφέρετε.
 *       Κάνετε ένα time-out, μόνο όμως για λίγο. Αφού τελειώσει το ζήτημα, αγκαλιάστε το παιδί και εξηγήστε του γιατί ήταν αναγκαίο να γίνει αυτό.
*       Ζητήστε τη γνώμη του παιδιού για το τι θα μπορούσε να βοηθήσει την επόμενη φορά. Και δοκιμάστε το. Αν φέρει αποτέλεσμα, επαινέστε το παιδί σας.
*       Η σωματική τιμωρία έχει πολύ χειροπιαστά μειονεκτήματα. Θυμηθείτε τι σημαίνει για το παιδί να σας δει να χάνετε την ψυχραιμία σας και να αντιδράτε με τη χρήση σωματικής βίας.
 *       Προσέξτε τα διφορούμενα μηνύματα. Καθώς του λέτε «Μη χτυπάς» ή «Μην το κάνεις αυτό», αν εσείς κατά βάθος δεν έχετε πειστεί, ίσως αυξήσετε την έλλειψη αυτοελέγχου στο παιδί σας.
*       Σταθείτε και εκτιμήστε και πάλι τις περιπτώσεις στις οποίες η πειθαρχία δεν έφερε αποτέλεσμα. Μήπως αντιδράτε πολύ σκληρά και επομένως αναποτελεσματικά; Μήπως το παιδί σας αντιδρά με τρόπο που υποδηλώνει ότι έχει άγχος ή ότι χρειάζεται περισσότερη στοργή;
 Θυμηθείτε να ενισχύετε θετικά το παιδί σας όταν δεν σας ταλαιπωρεί: «Μπράβο το παιδί μου. Κοίταξε πόσο προσπάθησες να ελέγξεις τον εαυτό σου! Είμαι πολύ περήφανη για σένα!».

ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΣΕ ΕΝΗΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ

ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΣΕ ΕΝΗΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ.





Τι είναι το πένθος;


       Το πένθος θεωρείται μια αναμενόμενη και φυσιολογική αντίδραση του ατόμου, μπροστά στην απώλεια (πραγματική π.χ. θάνατος ή συμβολική π.χ. χωρισμός ή διαζύγιο) αγαπημένων του προσώπων. Διαιρείται σε 5 στάδια και μπορεί να κρατήσει έως και 2 χρόνια. 


Τα στάδια του πένθους είναι τα εξής:


       Άρνηση: "όχι.. δε, το πιστεύω". Πρόκειται για έναν μηχανισμό άμυνας που ενεργοποιεί το άτομο ασυνείδητα και προσωρινά, καθώς δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει το μέγεθος της απώλειας.


       Θυμός: είτε για το ίδιο το πρόσωπο που έφυγε, θεωρώντας πως μας εγκατέλειψε και μας άφησε μόνους, είτε γιατί ο θάνατος εκλαμβάνεται ως αδικία...αδικία γιατί η ζωή ή ο Θεός μας πήρε το αγαπημένο μας πρόσωπο, είτε θυμό για τα πρόσωπα που συνδέονται με το θάνατό του.


     Διαπραγμάτευση: το στάδιο αυτό περιλαμβάνει σκέψεις και σενάρια σχετικά με το τι διαφορετικό θα μπορούσε να είχε γίνει ώστε να μη φύγει το αγαπημένο μας πρόσωπο. Συνήθως, τα άτομα νιώθουν ενοχές που δεν έδειξαν αρκετή αγάπη στο πρόσωπο που έφυγε  ή δε πρόλαβαν να του πούνε αυτά που θα ήθελαν.


      Θλίψη: το άτομο συνειδητοποιεί περισσότερο την απώλεια και βιώνει συναισθήματα θλίψης και απογοήτευσης, διαταραχές ύπνου και διατροφής και έλλειψη συγκέντρωσης.


      Αποδοχή: σταδιακά, οι σκέψεις, τα συναισθήματα και τα συμπτώματα καταλαγιάζουν και το άτομο αρχίζει σιγά-σιγά να προσαρμόζεται σε καινούργια δεδομένα.


       Τα στάδια αυτά δεν είναι απόλυτα. Μπορεί να επαναληφθούν ή να μην υπάρξουν κάποια από αυτά. Ωστόσο, αν δε καταφέρει το άτομο να βιώσει κάποιο από τα στάδια του πένθους, αυτό θα έχει ως συνέπεια τη δυσλειτουργικότητα σε άλλους τομείς και την εμφάνιση διαταραχών, όπως είναι η καταθλιπτική διαταραχή.


Ποιες είναι οι σκέψεις που κάνουν τα άτομα, που έχασαν ένα αγαπημένο τους πρόσωπο;


       Συνήθεις αρνητικές σκέψεις των ανθρώπων που χάνουν αγαπημένα τους πρόσωπα είναι:
-"Δε μπορώ να ζήσω χωρίς τον άλλον".
-"Θέλω να πεθάνω".
-"Αν συνεχίσω τη ζωή μου θα προδώσω τον αγαπημένο μου".
-"Είμαι άτυχος/η".
-"Ο θάνατος είναι τιμωρία προς εμένα ή αυτόν".
-"Είμαι ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος του κόσμου".
-"Με εγκατέλειψε".
-"Εγώ φταίω. Θα μπορούσα να το προλάβω".
-"Είναι άδικο να συμβαίνει αυτό".
-"Δε θα μπορέσω να γνωρίσω πάλι έναν άνθρωπο σαν αυτόν".

Ποια είναι τα αρνητικά συναισθήματα που βιώνουν τα άτομα που έχασαν ένα αγαπημένο τους πρόσωπο; 

       Συνήθη συναισθήματα που βιώνει το άτομο, όταν χάνει κάποιο αγαπημένο πρόσωπο είναι:
-Ζήλεια, γιατί οι άλλοι έχουν δίπλα τους τους αγαπημένους τους, ενώ εκείνο όχι.
-Ενοχές, γιατί το άτομο δεν έδειξε αρκετή αγάπη στο πρόσωπο που έχασε ή δεν έκανε αρκετά πράγματα για εκείνον.
-Φόβο, ότι δε θα καταφέρει να σταθεί και πάλι στα πόδια του και να προχωρήσει στη ζωή του.
-Πόνο, διότι η απώλεια εκλαμβάνεται σα να έχει χάσει ένα κομμάτι του εαυτού του.
-Μοναξιά, γιατί πιστεύει πως δύσκολα θα καταφέρει να συνδεθεί με άλλους ανθρώπους.
-Απογοήτευση και θλίψη, γιατί δεν αποδίδει νόημα σε τίποτα αφού δεν έχει πια κοντά του το αγαπημένο του πρόσωπο.

-Θυμό προς το κόσμο, τη τύχη, την αδικία, τη μοίρα, τον εαυτό του, το Θεό.


Ποια είναι τα σωματικά συμπτώματα που έχουν τα άτομα που πενθούν;

       Συνήθη σωματικά συμπτώματα που ενοχλούν το άτομο που πενθεί είναι:


-πονοκέφαλοι,


-κοιλιακή ενόχληση,


-πόνος στο στήθος και δύσπνοια,


-τάσεις λιποθυμίας,

-κόπωση,


-διαταραχές διατροφής και ύπνου.

Τι πρέπει να κάνουν τα άτομα που είναι δίπλα στον άνθρωπο που πενθεί:


       Πρώτα από όλα, είναι σημαντικό να δίνουμε χρόνο στον άνθρωπο που πενθεί, προκειμένου να περάσει τα στάδια του πένθους. Για αυτό εκφράσεις, όπως: "μη κλαις", "δεν πρέπει να νιώθεις έτσι,  (ενοχές, θυμό, ζήλεια, αδικία, ατυχία)",¨"πρέπει να συνεχίσεις τη ζωή σου", "έχεις τόσους ανθρώπους γύρω σου", "ξέρω πώς νιώθεις" (΄ΟΧΙ, δε θα καταλάβουμε ποτέ πώς νιώθει ένας άλλος άνθρωπος για οποιαδήποτε απώλεια), είναι καλύτερο να αποφεύγονται. Τέτοιες εκφράσεις, ίσως το άτομο που πενθεί μπορέσει να τις καταλάβει διανοητικά, όμως συναισθηματικά δε μπορεί να τις ακολουθήσει.


       Για αυτό, θα πρέπει να δίνουμε στον άνθρωπο που πενθεί επιλογές. Μπορούμε να ρωτήσουμε τι θα ήθελε να είναι διαφορετικό, καλύτερο ή περισσότερο. Τι καλύτερο,ίσως, θα μπορούσε να είχε κάνει για εκείνον ή τι περισσότερο θα μπορούσε να του είχε πει όσο ήταν κοντά του ή πόσο διαφορετικά θα ήθελε να ήταν τα πράγματα πριν φύγει; Έτσι, μας δίνεται μια εικόνα για το τι έχει μείνει "μισό".


      Επίσης, αντί να προσπαθούμε να τον βοηθήσουμε με όποιον τρόπο μας έρχεται στο μυαλό χωρίς αποτέλεσμα, μπορούμε καλύτερα να ρωτήσουμε το ίδιο το άτομο με ποιο τρόπο θα ήθελε να το βοηθήσουμε.  Οποιαδήποτε απάντηση του ατόμου πρέπει να γίνει σεβαστή, π.χ. "θέλω να μείνω μόνος/η μου" ή "κανείς δε μπορεί να με βοηθήσει". Σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να διαβεβαιώσουμε το άτομο πως θα είμαστε δίπλα του οτιδήποτε και αν χρειαστεί.


       Το ενθαρρύνουμε να έρχεται σε επαφή με τα αληθινά συναισθήματα και τις σκέψεις του και να τις εκφράζει . Να δεχτεί την ευθύνη για ό,τι θεωρεί ότι άφησε στη μέση και να προτείνουμε, ίσως να γράψει ένα γράμμα στο πρόσωπο που χάθηκε, το οποίο θα περιλαμβάνει μια συγνώμη, ίσως, για τα πράγματα που δεν έκανε ή όλα εκείνα που δε του είπε ποτέ. 


       Να είμαστε καλοί ακροατές. Να είμαστε δίπλα στο άτομο, όποτε θέλει να μιλήσει και να μοιραστεί μαζί μας αναμνήσεις, συναισθήματα, σκέψεις.


       Να είμαστε δίπλα του σε κάθε βήμα που κάνει για να προχωρήσει παρακάτω. Πρέπει σιγά-σιγά να το ενθαρρύνουμε να δράσει με το να αλλάξει το σπίτι, να φυλάξει τις φωτογραφίες του προσώπου που χάθηκε, να δώσει τα ρούχα του σε ανθρώπους και ιδρύματα που τα έχουν ανάγκη ώστε να νιώσει καλύτερα μέσα από την προσφορά. Να συμμετάσχει σε κάποια ομάδα ανθρώπων που έχουν βιώσει μια σημαντική απώλεια, ώστε μέσα από αυτή να νιώσει αμοιβαία υποστήριξη σε αυτή τη διαδικασία. Να αρχίζει να βγαίνει και να ψυχαγωγείται και να σχεδιάζει το μέλλον.


Τι πρέπει  να κάνει το άτομο που πενθεί;


       Είναι πολύ σημαντικό το άτομο που πενθεί:

-να αποφεύγει χημικές ουσίες, όπως ηρεμιστικά και αλκοόλ,

-να τρώει καλά, ακόμα και αν αντιμετωπίζει δυσκολίες στην πρόσληψη τροφής,

-να αρχίζει σιγά-σιγά να αυξάνει την ενέργειά του με το να κάνει έναν περίπατο ή να γυμναστεί,

-να μιλάει σε ανθρώπους που ξέρει ότι τον αγαπούν πραγματικά και πως σέβονται τα συναισθήματά του,

-να εκφραστεί μέσω της προσωπικής δημιουργίας, όπως το να ζωγραφίσει, να γράψει ποιήματα ή να φτιάξει ένα κολάζ με φωτογραφίες του ανθρώπου που έχασε,

-να γράψει όλα αυτά που αισθάνεται και που θα ήθελε να πει στον άνθρωπο που έχασε με τη μορφή γράμματος.


Πότε υπάρχει πρόβλημα;
       
       Όπως είπαμε παραπάνω, τα στάδια του πένθους είναι απολύτως φυσιολογικό να τα βιώνει ένας άνθρωπος σε περιπτώσεις απώλειας και πρέπει να του δίνουμε χρόνο να τα βιώσει ώστε να προσαρμοστεί ομαλά. Ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις, όπου το άτομο δε μπορεί να χειριστεί την κατάσταση και παρουσιάζει ορισμένες προβληματικές συμπεριφορές. Οι άνθρωποι που βρίσκονται δίπλα του πρέπει να ανησυχήσουν και να απευθυνθούν σε κάποιον ειδικό όταν τα άτομα που πενθούν:

-πιστεύουν ότι θα συναντήσουν το αγαπημένο τους πρόσωπο ή του μιλάνε σα να υπάρχει μέσα στο σπίτι,

-εμφανίζουν επιθετική συμπεριφορά που απειλεί τους άλλους ή ακόμα και τον εαυτό τους (χτυπάνε το κεφάλι τους στο τοίχο, τραβάνε τα μαλλιά τους ή χτυπάνε τους άλλους),

-έχουν αυτοκτονικό ιδεασμό, λένε ότι θέλουν να πεθάνουν για να πάνε να τον βρουνε ή κάνουν απόπειρες αυτοκτονίας,

-υιοθετούν δυσλειτουργικές συμπεριφορές για να κρατήσουν το αγαπημένο τους πρόσωπο "κοντά τους" (ντύνονται με τα ρούχα του για να τον αισθάνονται, χωρίς να τα βγάζουν από πάνω τους, αρνούνται πεισματικά να φυλάξουν οτιδήποτε δικό του, ετοιμάζουν δείπνο για δύο άτομα συμπεριλαμβάνοντας και το χαμένο πρόσωπο).


-όταν, μετά το πέρας των δύο χρόνων, τα στάδια του πένθους, αντί να καταλαγιάσουν γίνονται εντονότερα, (είτε γιατί το άτομο δε πέρασε από αυτά, είτε γιατί συνεχώς επαναλαμβάνονται) με αποτέλεσμα τα άτομα να εμφανίσουν καταθλιπτική διαταραχή(παρατηρούνται έντονα αρνητικά συναισθήματα και πτώση της διάθεσης, έχουν χάσει κάθε ενδιαφέρον για δραστηριότητες, αισθάνονται έντονη κούραση και παρουσιάζουν διαταραχές ύπνου (αυπνία ή υπερυπνία) και διατροφής(δε τρώνε τίποτα ή τρώνε πάρα πολύ).


Τα παιδιά μπροστά στο πένθος και την απώλεια.


       Κατά την προσχολική ηλικία(3-6 ετών), το παιδί έχει διαμορφώσει την έννοια του θανάτου αλλά δε μπορεί να αντιληφθεί τη μονιμότητά του και αυτό γιατί σε αυτή την ηλικία δεν έχει οργανώσει τη σκέψη του και αποδίδει αφελείς σημασίες στις λέξεις που χρησιμοποιεί. Στην ηλικία των 6-9 χρονών αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τη μονιμότητα του θανάτου αλλά θεωρούν ότι αυτό δε θα συμβεί στα ίδια. Αντίθετα πιστεύουν ότι μπορούν να τον νικήσουν με την εξυπνάδα και τη δύναμή τους. Μεταξύ 9-11 ετών, το παιδί πλεόν μπορεί να συνειδητοποιήσει τι είναι ο θάνατος και κατανοεί τη καθολικότητα, δηλαδή ότι κάποια στιγμή όλοι οι άνθρωποι θα πεθάνουν και πως αυτό δεν είναι αναστρέψιμο.


      Ωστόσο, κάθε παιδί έχει δικό του ρυθμό ανάπτυξης. Υπάρχουν παιδιά που ρωτούν για το θάνατο από τα τρία τους και άλλα από τα δέκα τους. Ακόμα, άλλα  παιδιά κυριεύονται από συναισθήματα άγχους και φόβου, ενοχών διότι πιστεύουν πως φταίνε τα ίδια για το θάνατο του αγαπημένου τους, θυμού ενώ άλλα παιδιά δείχνουν να μην επηρεάζονται πολύ. 


Τι ΔΕΝ πρέπει να κάνει ο γονιός όταν το παιδί χάσει τον άλλο γονέα (ή κάποιο άλλο αγαπημένο πρόσωπο); 


Ο γονιός δεν πρέπει:


-να κρύβει την αλήθεια από το παιδί (π.χ. έχει πάει ένα ταξίδι και δε ξέρω πότε θα γυρίσει),


-να δίνει ανακριβείς ή δυσνόητες πληροφορίες π.χ.κοιμήθηκε και δε θα ξαναξυπνήσει ή πέθανε επειδή αρρώστησε. Μπορεί να δημιουργηθεί φόβος στο παιδί για τον ύπνο με αποτέλεσμα να φοβάται να κοιμηθεί ή ακόμα και για τις απλές αρρώστιες (κρυολογήματα) αν δεν διευκρινιστεί στο παιδί η διαφορά ανάμεσα σε μια θανατηφόρα και σε μια καθημερινή αρρώστια.


-να ρίχνει ευθύνες στο παιδί, 


-να λέει ότι το παιδί δε κάνει να λυπηθεί  ή να κλάψει


-να το παραμελεί και να μεταφέρει το θυμό του στο ίδιο το παιδί,


-να λέει ότι "ήταν θέλημα Θεού" ή ότι "τώρα είναι καλύτερα κοντά στο Θεό". Τέτοιες δηλώσεις προκαλούν σύγχυση στο παιδί αν δε γνωρίζει πολλά για τη θρησκεία. Ίσως πιστεύει ότι ο Θεός θα πάρει και το ίδιο ή μπερδεύεται όταν όλοι κλαίνε απαρηγόρητα αλλά παράλληλα ισχυρίζονται ότι είναι καλύτερα κοντά στο Θεό.


Τι ΠΡΕΠΕΙ να κάνει ο γονιός όταν  το παιδί χάσει τον άλλο γονέα (ή κάποιο άλλο αγαπημένο πρόσωπο);


       Ο γονιός πρέπει:

-να λέει στο παιδί του ότι το άτομο πέθανε και να εξηγήσει την έννοια του θανάτου με απλές,  σύντομες και ειλικρινείς φράσεις. Μπορεί να ρωτήσει το ίδιο το παιδί τι πιστεύει ή τι ξέρει για το θάνατο και να του αναιρέσει τυχόν λανθασμένες αντιλήψεις και φόβους. Αν δε γνωρίζει κάτι να πει απλώς "δε ξερω". Σε αυτό βοηθάει πολύ το σχέδιο και η ζωγραφική καθώς οι φιγούρες, το σχέδιο και τα χρώματα που χρησιμοποιεί το παιδί είναι ενδεικτικά του τρόπου που βιώνει το θάνατο και των φόβων του. Αν ο γονιός δυσκολεύεται πολύ, μπορεί να συμβουλευτεί βιβλία ή να διαβάσει με το παιδί παραμυθάκια που μιλούν για το θάνατο.

-να είναι υποστηρικτικός και να δείχνει κατανόηση στις συμπεριφορές του παιδιού,

-να εξηγήσει στο παιδί τι θα συμβεί από εδώ και πέρα. Τα παιδιά ανησυχούν για το δικό τους μέλλον. Να εξηγεί πως το παιδί και οι βασικές του ανάγκες θα είναι πάντα η προτεραιότητά του και να του υπενθυμίζει  πόσο πολύ το αγαπάει χωρίς προϋποθέσεις.

-να το απαλλάξει από κάθε ευθύνη και ενοχή που μπορεί να έχει, 

-να το ενθαρρύνει να φτιάξει ένα άλμπουμ με αναμνηστικές φωτογραφίες για το άτομο που πέθανε ή να του γράψει ένα γράμμα. Μπορούν επίσης να συζητούν μαζί για τις αναμνήσεις που έχουν από το πρόσωπο που πέθανε, είτε καλές είτε κακές. Το παιδί έχει ανάγκη να διατηρεί στη μνήμη του ηαυτά που έζησε με το πρόσωπο που χάθηκε.


-να το ενθαρρύνει να εκφράσει τα συναισθήματά του και να του πει πως δεν είναι κακό να κλάψει. Σε αυτό βοηθάνε πολύ παιδικά βιβλία και παραμύθια που αφορούν στην απώλεια αγαπημένων προσώπων, μέσα από τα οποία αντιλαμβάνεται τα συναισθήματα των ηρώων της ιστορίας και τα δικά του.


Πότε υπάρχει πρόβλημα;

       Οι γονείς πρέπει να βρίσκονται σε επαγρύπνηση και να απευθυνθούν σε ειδικό όταν το παιδί επανειλλημένα:

-φαντάζεται ότι θα συναντήσει το αγαπημένο του πρόσωπο ή του μιλάει σα να είναι κοντά του ή το αντίθετο, δηλαδή δε μιλάει καθόλου για εκείνον,

-αντιμετωπίζει μαθησιακά προβλήματα ή έλλειψη συγκέντρωσης ή αρνείται να πάει στο σχολείο,

-παρουσιάζει κοινωνική απομόνωση,

-έχει αυτοκτονικές τάσεις,

-είναι πολύ επιθετικό σε σημείο που απειλεί τον εαυτό του ή τους άλλους,

-παρουσιάζει έντονες εκρήξεις θυμού,

-παρουσιάζει διαταραχές ύπνου και βλέπει εφιάλτες ή ανορεξία

-εκδηλώνει φοβίες.
 

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

ΥΙΟΘΕΣΙΑ

 
Πόσο ορφανός από κοινωνική στήριξη είναι ο θεσμός της υιοθεσίας στη χώρα μας και τι οφείλουν να κάνουν όλοι όσοι θέλουν να ανοίξουν την αγκαλιά τους σ’ ένα παιδί.
Πρώτοι έκαναν το βήμα οι σταρ του χόλιγουντ. Η Αντζελίνα Τζολί έχει υιοθετήσει τρία (!) παιδιά, τον εφτάχρονο Μάντοξ από την Καμπότζη, ένα κορίτσι από την Αιθιοπία, τη Ζαχάρα (3 ετών), και πρόσφατα μαζί με τον Μπραντ Πιτ τον πεντάχρονο Παξ από το Βιετνάμ. Η Μαντόνα με τη σειρά της πήρε κοντά της τον μικρό Ντέιβιντ Μπάνα από το Μαλάουι όταν ήταν μόλις 13 μηνών. Μπορεί αυτή η καινούργια «μόδα» να έχει γίνει αντικείμενο κριτικής και να έχει κατηγορηθεί από πολλούς –κυρίως λόγω των επιπτώσεων που ενδεχομένως έχει στον ψυχισμό των παιδιών– όμως κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι με το παράδειγμά τους οι σταρ μπορούν να παρακινήσουν πολλά ζευγάρια να πάρουν την απόφαση να υιοθετήσουν. Και το σημαντικότερο είναι ότι στην περίπτωση όλων αυτών των «ανώνυμων» θετών γονέων κίνητρο δεν είναι η ανάγκη για προβολή, αλλά μια ψυχική ανάγκη που τους υπαγορεύει να ανοίξουν την αγκαλιά τους σ’ ένα παιδί που τους έχει ανάγκη. Η υιοθεσία αποτελεί ίσως τον πιο «ανθρωπιστικό» θεσμό του νομικού μας συστήματος. Μπορεί να πρόκειται για νομική διαδικασία, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είναι απογυμνωμένη από το συναίσθημα, αφού σε αυτήν εμπλέκονται παιδιά που γίνονται µέλη οικογενειών, σαν να είχαν γεννηθεί σε αυτές, απολαμβάνοντας όλα τα προνόμια και τα δικαιώματα του φυσικού παιδιού. Οι θετοί γονείς δεν διαφέρουν νομικά σε τίποτα από τους φυσικούς. Πότε όμως μπορεί να δοθεί ένα παιδί για υιοθεσία;
Η διαδικασία με τα ιδρύματα
Παρόλο που στα αρμόδια ιδρύματα που τελούν υπό κρατική εποπτεία και έλεγχο υπάρχουν αρκετά παιδιά, μόνο ένα μικρό μέρος αυτών θεωρείται «νομικά ελεύθερο» να δοθεί προς υιοθεσία, αφού για να προχωρήσουν οι σχετικές με αυτή διαδικασίες πρέπει να συναινέσουν οι φυσικοί γονείς. Αυτό φυσικά στην πράξη συχνά δεν επιτυγχάνεται, γιατί οι φυσικοί γονείς, παρόλο που δεν είναι ικανοί να φροντίσουν τα παιδιά τους, κάνουν τα πάντα για να μη χάσουν την επιμέλεια και αρνούνται να τα δώσουν για υιοθεσία. Υπάρχουν ασφαλώς και οι περιπτώσεις εκείνες όπου με δικαστική απόφαση η μη παραχώρηση συναίνεσης από τους φυσικούς γονείς θεωρείται καταχρηστική, τους αφαιρείται η επιμέλεια και παραχωρείται στο ίδρυμα (η διαδικασία αυτή μπορεί να διαρκέσει 1 µε 2 χρόνια, διάστημα κατά το οποίο το παιδί δεν μπορεί ακόμη να δοθεί για υιοθεσία). Από την πλευρά των υποψήφιων θετών γονέων, η απόφαση να υιοθετήσουν ένα παιδί μέσω ιδρύματος συνήθως σημαίνει το ξεκίνημα ενός μαραθωνίου. Όπως επισημαίνει η νομικός Κατερίνα Παλιατσάρα, η οποία κατά τη διάρκεια της καριέρας της έχει ασχοληθεί με αρκετές υποθέσεις υιοθεσιών, «τα ζευγάρια νιώθουν αρκετά “εκτεθειμένα” στις εκτεταμένες έρευνες στις οποίες υποβάλλονται υποχρεωτικά από την πλευρά του ιδρύματος. Αισθάνονται ότι τους ζητείται να μοιραστούν μύχιες σκέψεις και συναισθήματα, με εντελώς αβέβαιο αποτέλεσμα και μάλιστα υπό το αυστηρό και ψυχρό βλέμμα της κοινωνικής υπηρεσίας, που δεν επιβεβαιώνει παρά μόνο με την ολοκλήρωση της κοινωνικής έρευνας αν τους εγκρίνει ή τους απορρίπτει, εάν δηλαδή τους θεωρεί κατάλληλους για γονείς ή όχι. Πολλοί υποψήφιοι γονείς που έχουν βιώσει την εμπειρία μιλούν για “ψυχικό ξεγύμνωμα”. «Ωστόσο», συνεχίζει «αυτές οι διαδικασίες αποτελούν φυσικό επακόλουθο της σοβαρής δέσμευσης που υπάρχει από πλευράς των κρατικών ιδρυμάτων να διασφαλίσουν ότι το παιδί που θα υιοθετηθεί θα πέσει σε καλά χέρια, και μεγαλώνοντας δίπλα σε υγιείς και ισορροπημένες προσωπικότητες θα μπορέσει να νιώσει ευδαιμονία και οικογενειακή ευτυχία». Το κύριο μέλημα των ιδρυμάτων είναι να εξασφαλίσουν ότι η όποια απόφαση θα είναι για το συμφέρον του παιδιού και γι’ αυτό προσπαθούν να αποδείξουν ότι πράγματι οι συγκεκριμένοι υποψήφιοι γονείς είναι ικανοί να αναλάβουν την ευθύνη για το μεγάλωμα και την ανάπτυξη ενός παιδιού. Τα περισσότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ζευγάρια οφείλονται συνήθως στην άγνοια. «Είναι σημαντικό τα ζευγάρια που αποφασίζουν να υιοθετήσουν να γνωρίζουν πολύ καλά όλα τα στάδια και τη διαδικασία μέχρι την ολοκλήρωση της υιοθεσίας, ώστε να οπλιστούν με υπομονή», συνιστά η κ. Παλιατσάρα. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι αρκετά από τα ζευγάρια που απευθύνονται στα κρατικά ιδρύματα κατορθώνουν να υλοποιήσουν το μεγάλο τους όνειρο, ακόμα κι αν χρειαστεί να περιμένουν λίγο παραπάνω, κατά μέσο όρο πέντε χρόνια.
Η νομική διαδικασία
Οι υποψήφιοι γονείς, εκτός από τη σφαιρική γνώση των… διαδικαστικών, πρέπει να είναι εξοπλισμένοι με υπομονή και επιμονή, αφού χρειάζεται χρόνος και αρκετό τρέξιμο. Το τίμημα, όμως, ειδικά σε αυτή την περίπτωση είναι απειροελάχιστο, κάτι που συνειδητοποίησαν όσοι κράτησαν στην αγκαλιά τους το δικό τους «παιδί της καρδιάς».
Ξεκινώντας, θα πρέπει να απευθυνθούν στο Κέντρο Βρεφών ΜΗΤΕΡΑ, στο ΠΙΚΠΑ ή στο ίδρυμα «Αγ. Στυλιανός» της Θεσσαλονίκης, τα οποία τελούν υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του κράτους και θα υποβάλλουν σχετική αίτηση υιοθεσίας. Στη συνέχεια, θα καταθέσουν την αίτηση ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου του τόπου κατοικίας τους, η οποία δικάζεται κατά τη διαδικασία της Εκούσιας Δικαιοδοσίας. Στο δικαστήριο απαιτείται η συναίνεση των φυσικών γονέων, που δίνεται αυτοπροσώπως, καθώς και η έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας. Για την έκδοσή της υποβάλλεται αίτηση από τους ενδιαφερόμενους υποψήφιους γονείς στην αρμόδια Νομαρχία όπου κατοικούν οι αιτούντες για υιοθεσία γονείς πριν την κατάθεση της αίτησης στο δικαστήριο. Παρότι η έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να τελεστεί υιοθεσία ανηλίκου, το πόρισμά της δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο απλώς τη συνεκτιμά, μαζί με τη συνδρομή των προϋποθέσεων και την έλλειψη κωλυμάτων και ανάλογα αποφασίζει κατά την κρίση του αν η υιοθεσία είναι προς το συμφέρον του ανηλίκου. Οι υποψήφιοι γονείς/γονέας πρέπει να προσκομίσουν στο δικαστήριο και άλλα απαραίτητα έγγραφα όπως:
• ληξιαρχική πράξη γέννησης του υιοθετημένου
• πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασής τους
• ποινικά μητρώα τους
• πιστοποιητικά περί μη διώξεως από την αρμόδια εισαγγελία
• εκκαθαριστικά σημειώματα από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
• συμβόλαια που αποδεικνύουν την κυριότητα ακινήτων (εάν υπάρχουν)
• πιστοποιητικά υγείας
• αντίγραφα των ταυτοτήτων
• τη σχετική αίτηση που έχει υποβληθεί στο «ΜΗΤΕΡΑ» ή σε άλλο κρατικό ίδρυμα
• την έγγραφη συναίνεση των φυσικών γονέων του τέκνου
• γνωμοδότηση περί του ισχύοντος νομικού καθεστώτος που διέπει την υιοθεσία στη χώρα καταγωγής τους από το Ινστιτούτο Αλλοδαπού Δικαίου (εάν ο υιοθετούμενος ή έστω ένας από τους δύο αιτούντες είναι αλλοδαπός) κ.λπ.
Εάν οι υιοθετούντες έχουν παιδιά, απαιτείται και η δική τους δήλωση συναίνεσης στο δικαστήριο.
Με την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου το υιοθετημένο παιδί αναγράφεται στην οικογενειακή μερίδα του δήμου των νέων γονέων, αφού αυτή καταστεί αμετάκλητη.
Νέο θεσμικό πλαίσιο: Τέλος στους ρυθμούς «χελώνας»
Μετά τις νέες ρυθμίσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης, επιταχύνονται οι διαδικασίες της υιοθεσίας. Το νέο θεσμικό πλαίσιο δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων του παιδιού με την αναπλήρωση από το δικαστήριο της συναίνεσης των φυσικών γονιών όταν αυτοί είναι αγνώστου διαμονής και κατά συνέπεια είναι αδύνατο να συναινέσουν ενώπιον του δικαστηρίου για την ολοκλήρωση της υιοθεσίας. «Ο θεμελιώδης στόχος αυτής της τροποποίησης στο δίκαιο της υιοθεσίας είναι κυρίως η προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού, αφού με τη νέα ρύθμιση μειώνεται δραστικά ο χρόνος παραμονής του στα ιδρύματα και η ταχεία ολοκλήρωση της υιοθεσίας με την ένταξη του παιδιού στη θετή οικογένεια», επισημαίνει η δικηγόρος Κατερίνα Παλιατσάρα. «Επίσης», συνεχίζει «καθιερώνεται η δυνατότητα ακρόασης των πλησιέστερων συγγενών, με βάση την οποία το δικαστήριο θα κρίνει σταθμίζοντας την εγγύτητα της συγγένειας, την ουσιαστική σχέση με τον μη συναινούντα γονέα, τη μυστικότητα της υιοθεσίας, την ανάγκη προστασίας και το συμφέρον του ανηλίκου, αλλά και την ανάγκη προστασίας της προσωπικότητας του μη συναινούντος γονέως κ.λπ. Παράλληλα, προβλέπεται η δυνατότητα απάλειψης του κύριου ονόματος που έφερε το παιδί προ της υιοθεσίας, εφόσον αυτό είναι προς το συμφέρον του (π.χ. όταν ηχεί ξένο προς την κοινωνική πραγματικότητα παραπέμποντας στην καταγωγή του, προδίδοντας έτσι την υιοθεσία και παραβιάζοντας τη μυστικότητά της)».
Μια «ιδιωτική» υπόθεση;
Η ιδιωτική υιοθεσία είναι νόμιμη στην Ελλάδα και είναι αυτή που γίνεται χωρίς τη διαµεσολάβηση ιδρύµατος ή κάποιας κοινωνικής υπηρεσίας, με απευθείας επαφή των ενδιαφερομένων. Συνδετικός κρίκος ανάµεσα στους φυσικούς και θετούς γονείς είναι τρίτα άτομα, π.χ. δικηγόροι, γυναικολόγοι κ.λπ. Τα πλεονεκτήματά τους σε σύγκριση με εκείνες που γίνονται μέσω των ιδρυμάτων είναι ότι στη συντριπτική πλειοψηφία τους αφορούν βρέφη –σε αντίθεση με τη διαδικασία που γίνεται από τα κρατικά ιδρύματα, μέσω των οποίων οι πιθανότητες να αποκτήσουν βρέφη οι θετοί γονείς είναι πολύ μικρές– και το ότι οι διαδικασίες είναι σύντομες και έτσι δεν χρειάζεται οι θετοί γονείς να περιμένουν για χρόνια, όπως συμβαίνει στις λίστες αναμονής των ιδρυμάτων. Το τυπικό της διαδικασίας των ιδιωτικών υιοθεσιών είναι ίδιο με αυτό που ακολουθείται για τις υιοθεσίες μέσω ιδρυμάτων. Ο νόμος απαγορεύει να ζητηθεί και να ληφθεί οποιοδήποτε ποσό από τους φυσικούς γονείς ή τους τυχόν µεσολαβητές (δικηγόρους, γυναικολόγους κ.λπ.) ως όρος για την ολοκλήρωση της υιοθεσίας (εκτός ίσως από τα ιατρικά έξοδα για την ολοκλήρωση του τοκετού, που θα δικαιολογούσε τέτοια καταβολή). Σε περίπτωση που αποδειχτεί ότι έχει υπάρξει παράνομη χρηματική συναλλαγή, τα εμπλεκόμενα μέρη αντιμετωπίζουν ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή. Η τιμωρία αφορά τους βιολογικούς γονείς και όποιο τρίτο μέρος αποδειχτεί ότι έλαβε χρηματικό αντάλλαγμα ή βοήθησε άλλους να λάβουν για τέτοιου είδους πράξη. Ατιμώρητοι παραμένουν αυτοί που έδωσαν το αντάλλαγμα, δηλαδή οι θετοί γονείς, και η διαδικασία της υιοθεσίας συνεχίζεται κανονικά για αυτούς.
Διεθνείς υιοθεσίες
«Η υιοθεσία παιδιού από άλλη χώρα είναι δυνατή όταν αποκλειστεί απολύτως η εθνική υιοθέτηση», τονίζει η κ. Παλιατσάρα. Οι υποψήφιοι γονείς εγγράφονται σε ειδικό κατάλογο υιοθετούντων - αλλοδαπών και υποβάλλουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά που προβλέπονται από την εκάστοτε εθνική νομοθεσία. Εφόσον η αίτησή τους προκριθεί (και συνήθως αφού λάβουν πλήρη στοιχεία του παιδιού που τους υποδεικνύεται προς υιοθεσία μαζί με φωτογραφία αυτού), καλούνται να ταξιδέψουν στη χώρα όπου βρίσκεται το παιδί για να αποκτήσουν προσωπική επαφή μαζί του και να απαντήσουν αν επιθυμούν να το υιοθετήσουν. Η διαδικασία ολοκληρώνεται ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου της χώρας, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο.
Εμπειρίες…
Ο 42χρονος Μιχάλης και η 37χρονη Ζωή πριν από τέσσερα χρόνια υιοθέτησαν ένα αγοράκι (2 ετών) από το Κέντρο Βρεφών ΜΗΤΕΡΑ. Φέτος θα το καμαρώσουν να περνάει για πρώτη φορά την πόρτα του δημοτικού σχολείου. Στη σκέψη αυτή γελούν και φουσκώνουν από υπερηφάνεια, συναίσθημα που σαν το σχολικό σφουγγάρι σβήνει το μαυροπίνακα της ψυχοφθόρας εμπειρίας που προηγήθηκε.
«Γνωρίζαμε από την αρχή της σχέσης μας ότι δεν μπορούμε να αποκτήσουμε δικό μας παιδί, λόγω κάποιου δικού μου προβλήματος…», λέει ο Μιχάλης. «Έτσι, επιλέξαμε τη λύση της υιοθεσίας και τη βιώσαμε ως μια πολύ δύσκολη εμπειρία. Ενώ ξεκινήσαμε με αισιοδοξία και πείσμα, στην πορεία μάς κούρασαν απίστευτα οι διαδικασίες, η γραφειοκρατία, όλα όσα συνεπάγεται μια υιοθεσία. Πολλές φορές ήταν εξαιρετικά δύσκολο να μείνουμε σταθεροί στην επιλογή μας. Όμως δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς κι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να αντέξεις τις συνεχείς συνεντεύξεις, ερωτήσεις που αφορούν μεταξύ άλλων τα δικά σου παιδικά χρόνια, το δικό σου παρελθόν. Ξαφνιαστήκαμε όταν μας είπαν ότι θα χρειαστεί να κάνουμε μέχρι και ψυχογραφήματα». «Από την άλλη», παρεμβαίνει η Ζωή «όλες αυτές οι ενέργειες από πλευράς των ιδρυμάτων απηχούν την υπευθυνότητα με την οποία αντιμετωπίζουν αυτή την ιστορία οι εμπλεκόμενοι φορείς και υπηρεσίες. Τελικά, ειδικά στις περιπτώσεις των υιοθεσιών, διαπιστώνει κανείς πόσο παιδοκεντρικό είναι το σύστημα».
«Αν μπορούσαμε να δώσουμε κάποια συμβουλή στα ζευγάρια που επιθυμούν να υιοθετήσουν, αυτή είναι να απευθυνθούν σε αναγνωρισμένα κρατικά ιδρύματα, να μην ακολουθήσουν “σκοτεινά μονοπάτια”». Επίσης, είναι πολύ σημαντικό το ζευγάρι να παραμένει ενωμένο από την αρχή μέχρι το τέλος, παρά τις δυσκολίες και τα προβλήματα που αναπόφευκτα θα ενσκήψουν. Θα πρέπει, τέλος, να γνωρίζουν πως η υιοθεσία δεν είναι μια απλή υπόθεση, όμως σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να το βάλουν κάτω, γιατί στο τέλος σε ανταμείβει».
Το ψυχικό κόστοςμιας υιοθεσίας
Ποια συναισθήματα βιώνει ένα παιδί όταν μάθει ότι είναι υιοθετημένο; Υπάρχει κατάλληλη ηλικία να μάθει ότι δεν είναι φυσικό παιδί των γονιών του; Ποιες αντιδράσεις θα συναντήσουν οι γονείς που θα προχωρήσουν στην αποκάλυψη του μυστικού; Απαντήσεις και πολλές ακόμα χρήσιμες συμβουλές μας δίνει η Ζαΐρα Παπαληγούρα, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Mommy: Ποιες είναι οι ανησυχίες που προβληματίζουν το ζευγάρι που αποφασίζει να υιοθετήσει;
Ζαΐρα Παπαληγούρα: Μια συχνή ανησυχία είναι μήπως δεν μπορέσουν να αγαπήσουν το παιδί όπως θα το αγαπούσαν αν ήταν φυσικό. Φοβούνται, δηλαδή, μήπως η αγάπη προϋποθέτει μια σχέση αίματος. Ωστόσο, η κλινική πράξη αλλά και οι μελέτες που αφορούν τις σχέσεις θετών γονέων και υιοθετημένων παιδιών δείχνουν ότι ο βιολογικός δεσμός δεν καθορίζει τη σχέση γονέα παιδιού. Η πλειοψηφία των θετών γονέων νιώθει ισχυρό δεσμό με το παιδί. Ένας άλλος συχνός φόβος που τους διακατέχει είναι μήπως μεγαλώνοντας το παιδί τούς απορρίψει και αναζητήσει τους βιολογικούς του γονείς. Και στην περίπτωση αυτή ο φόβος είναι αβάσιμος. Οι έρευνες δείχνουν ότι μόλις ένα ποσοστό της τάξης του 1% των υιοθετημένων παιδιών επιθυμεί να συναντήσει τους βιολογικούς του γονείς. Και τα παιδιά που τους αναζητούν σε καμιά περίπτωση δεν θεωρούν ότι ήταν ανεπαρκής η θετή τους οικογένεια. Η αναζήτησή τους αφορά την ανάγκη να γνωρίσουν το παρελθόν τους. Ακόμη, πολλά ζευγάρια έχουν συνήθως υποστεί εξονυχιστικό έλεγχο προκειμένου να κριθούν ικανοί να γίνουν γονείς. Αυτό, σε συνδυασμό με το ότι προφανώς περίμεναν πολλά χρόνια για να αποκτήσουν παιδί, τους κάνει να αισθάνονται ότι πρέπει να είναι τέλειοι. Θα τους βοηθήσει να αναλογιστούν ότι όπως δεν υπάρχουν τέλεια παιδιά δεν υπάρχουν και τέλειοι γονείς. Τα ζευγάρια που επιθυμούν να υιοθετήσουν ένα παιδί θα βοηθηθούν όταν διατυπώσουν τους φόβους τους και μιλήσουν για αυτούς.
Mommy: Πώς αντιμετωπίζουν τα υιοθετημένα παιδιά την αλήθεια για τη σχέση με την οικογένειά τους;
Ζαΐρα Παπαληγούρα: Τα υιοθετημένα παιδιά θέτουν στον εαυτό τους βασανιστικά ερωτήματα όπως: «Τι ανάγκασε τους βιολογικούς γονείς μου να μη θέλουν να είναι γονείς μου;» «Γιατί με εγκατέλειψαν;» Η κατανόηση των συνθηκών που ανάγκασαν ένα γονέα να εγκαταλείψει το παιδί του δεν είναι εύκολη για τους ενηλίκους πόσο μάλλον για τα παιδιά. Ταυτόχρονα, πολλές φορές νιώθουν «χρέος» προς τους βιολογικούς τους γονείς, γιατί τους χάρισαν τη ζωή. Το παιδί πρέπει να βρει απαντήσεις στα ερωτήματά του για να μπορέσει να φτιάξει τη δική του ιστορία.
Mommy: Ποιοι είναι οι κυριότεροι φόβοι που αποτρέπουν τους γονείς να αποκαλύψουν την αλήθεια; Υπάρχει «ανώδυνος τρόπος» και κατάλληλη ηλικία για να μιλήσουν στο παιδί;
Ζαΐρα Παπαληγούρα: Πολλοί γονείς δυσκολεύονται να μιλήσουν στο παιδί για την υιοθεσία και φοβούνται ότι θα το στεναχωρήσουν. Είναι σημαντικό όμως να αποδεχτούν ότι δεν μπορούν να προστατεύσουν το παιδί τους από κάθε στεναχώρια –όσο κι αν το θέλουν. Ωστόσο, ένας τρυφερός γονιός μπορεί να μετριάσει τον πόνο του. Η ενημέρωση του παιδιού καλό είναι να γίνεται σταδιακά, ώστε να μπορεί να αφομοιώνει τις πληροφορίες. Οι θετοί γονείς συχνά ανησυχούν ότι μπορεί να πουν κάτι λάθος ή ότι μπορεί να μην είναι σε θέση να απαντήσουν σε όλες τις ερωτήσεις. Θα τους βοηθήσει να σκεφτούν ότι κανένας δεν έχει όλες τις απαντήσεις. Και αν ειπωθεί κάτι λάθος, μπορεί πάντοτε να διορθωθεί. Οι περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν ότι μια καλή ηλικία να αρχίσει η ενημέρωση είναι γύρω στα 3-4 χρόνια.
Προϋποθέσεις Υιοθεσίας
Οι βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εξασφαλιστεί η νομιμότητα μιας υιοθεσίας (σύμφωνα με το ν. 2447/1996 και τις διατάξεις του ΑΚ) είναι οι ακόλουθες:
  • Ο υποψήφιος θετός γονιός πρέπει να έχει συµπληρώσει το 30ό έτος ηλικίας και να μην υπερβαίνει το 60ό.
  • Η διαφορά της ηλικίας γονέα - παιδιού πρέπει να είναι μεγαλύτερη από τα 18 χρόνια και μικρότερη από τα 50.
  • Η κατώτατη ηλικία του παιδιού που θα δοθεί για υιοθεσία είναι οι τρεις μήνες. Πριν από αυτή την ηλικία απαγορεύεται να συναινέσουν οι φυσικοί του γονείς.
  • Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος έγγαμος για να υιοθετήσει ένα παιδί.
  • Πρέπει να υπάρχει απαραίτητα η συναίνεση και των δύο φυσικών γονέων προκειμένου να δοθεί ένα παιδί για υιοθεσία, εκτός εάν είναι άγνωστοι ή το τέκνο είναι έκθετο.
  • Η αυτοπρόσωπη συναίνεση του ανηλίκου που θα υιοθετηθεί είναι απαραίτητη όταν αυτό έχει συμπληρώσει τα δώδεκα χρόνια του.
  • Απαραίτητη κρίνεται η διεξαγωγή κοινωνικής έρευνας από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η επικείμενη υιοθεσία είναι προς το συμφέρον του ανηλίκου.
  • Το θετό παιδί, μετά την ενηλικίωσή του, έχει το δικαίωμα να πληροφορείται πλήρως από τους θετούς γονείς και από κάθε αρμόδια αρχή για τα στοιχεία των φυσικών γονέων του.
Το ιδανικό προφίλ
Υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις που ορίζουν το προφίλ του «ιδανικού θετού γονέα»; Πώς αποφασίζει ένα ίδρυμα εάν ένα ζευγάρι είναι κατάλληλο να υιοθετήσει παιδί ή όχι. Η κυρία Αναστασία Θώδα-Δημοπούλου, κοινωνική λειτουργός στο Δημοτικό Βρεφοκομείο Θεσσαλονίκης «Ο Άγιος Στυλιανός», μας δίνει τις απαντήσεις.
Mommy: Ένα θέμα που απασχολεί ιδιαίτερα εκείνους που επιθυμούν να προχωρήσουν σε υιοθεσία είναι το αν υπάρχει συγκεκριμένο «προφίλ», ορισμένα βασικά προσόντα που αναζητά το ίδρυμα για να δώσει τη συγκατάθεσή του.
Αναστασία Θώδη-Δημοπούλου: Για να γίνει κάποιος θετός γονέας δεν χρειάζεται να είναι πάμπλουτος ή να διαθέτει τα προσόντα ενός «υπεργονέα». Πρέπει μόνο να είναι ώριμος, να μπορεί να αγαπήσει και να γνωρίζει πώς να διαχειρίζεται τις ανάγκες του παιδιού σύμφωνα και με τις τάσεις που επικρατούν στη σύγχρονη κοινωνία. Φυσικά, απαιτείται να έχει ηλικία μεγαλύτερη των 30 ετών και μικρότερη των 60.
Mommy: Με ποιον τρόπο αποφασίζετε αν κάποιο ζευγάρι πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις;
Αναστασία Θώδη-Δημοπούλου: Η κοινωνική υπηρεσία του ιδρύματος διεξάγει την κοινωνική έρευνα με αντικειμενικότητα και με επιστημονικά κριτήρια. Η διεπιστημονική ομάδα με συναντήσεις και συνεντεύξεις γνωρίζει την οικογένεια, τον ανήλικο, βοηθά τους μελλοντικούς θετούς γονείς να αντιληφθούν καλύτερα το ρόλο τους. Στη συνέχεια, ενημερώνεται το Διοικητικό Συμβούλιο το οποίο και αποφασίζει. Τέλος, η υιοθεσία πρέπει να εγκριθεί από το δικαστήριο. Τότε μόνο το παιδί εντάσσεται στην οικογένεια του θετού γονέα και διακόπτεται κάθε δεσμός με τη φυσική του οικογένεια.
Tips
Στο κέντρο βρεφών ΜΗΤΕΡΑ τα ραντεβού γίνονται συνήθως την πρώτη Πέμπτη κάθε μήνα. Εκεί, σε ειδική συγκέντρωση, όλα τα ζευγάρια που ενδιαφέρονται να υιοθετήσουν παιδί παραλαμβάνουν τη σχετική για υιοθεσία αίτηση. Αυτή περιλαμβάνει ερωτήσεις σχετικά με το πώς θέλει ο γονιός να είναι το παιδί του (αγόρι ή κορίτσι, ελληνόπουλο ή άλλης φυλής κ.λπ.). Επίσης, θέτονται ερωτήματα στο ζευγάρι, όπου καλούνται να περιγράψουν τον εαυτό τους, την παιδική τους ηλικία κ.λπ.
Το θετό παιδί παίρνει το επώνυμο του θετού γονέα. Έχει όμως δικαίωμα, όταν ενηλικιωθεί, να προσθέσει και το πριν την υιοθεσία επώνυμό του.
Το δικαστήριο μπορεί με την απόφασή του περί υιοθεσίας να επιτρέψει στον υποψήφιο θετό γονέα, ύστερα από αίτησή του, να προσθέσει στο κύριο όνομα του θετού τέκνου και άλλο όνομα.
Αν το παιδί έχει συμπληρώσει το δωδέκατο έτος της ηλικίας του, είναι απαραίτητη για τη χορήγηση της άδειας του δικαστηρίου η συναίνεση και του ίδιου.