Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΘΟΙ ΑΙΣΩΠΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΘΟΙ ΑΙΣΩΠΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011

ΟΙ ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ ΚΑΙ Η ΑΡΚΟΥΔΑ

 
 
Δυο καλοί φίλοι βάδιζαν στον ίδιο δρόμο. Περπατούσαν σε ένα έρημο και άγνωστο δρόμο, μέσα από βουνά και κοιλάδες. Παρόλο που βάδιζαν σε ένα μέρος άγνωστο, ο άντρας ένοιωθε ήρεμος και ασφαλής γιατί, ήταν μαζί με τον φίλο του και ότι και να συνέβαινε θα το αντιμετώπιζαν μαζί.
Εκεί λοιπόν που περπατούσαν και συζητούσαν, ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά τους μια μεγάλη αρκούδα. Ο ένας άντρας, έτρεξε γρήγορα και σκαρφάλωσε σε ένα δέντρο. Η αρκούδα δεν τον έβλεπε και έτσι γλύτωσε. Ο άλλος άντρας, έμεινε ακίνητος και μετά έπεσε στο έδαφος για να υποκριθεί ότι είναι νεκρός.
Η αρκούδα, έτρεξε αμέσως να αρπάξει τον άντρα που ήταν στο έδαφος γιατί πεινούσε πολύ. Σήκωσε τον άντρα από το έδαφος και τον κούνησε. Εκείνος όμως από το φόβο του ήταν ακίνητος και είχε παγώσει τόσο πολύ που η αρκούδα νόμιζε πως ήταν πραγματικά νεκρός.
Έτσι, παρά την μεγάλη της πείνα, τον πέταξε κάτω και έφυγε για να βρει φαγητό.
Όταν ο άλλος άντρας βεβαιώθηκε ότι η αρκούδα είχε φύγει μακριά και ήταν πλέον ασφαλής, κατέβηκε από τον δέντρο που είχε σκαρφαλώσει και πλησίασε τον φίλο του.
Ήθελε να κάνει τον έξυπνο και είπε στο φίλο του με άνεση: «Πες μου καλέ μου φίλε, όταν ήσουν ξαπλωμένος, τρέμοντας από τον φόβο σου, τι ακριβώς σου είπε η αρκούδα;»

Και ο άντρας του απάντησε απογοητευμένος: «Μου είπε να διαλέγω καλύτερα τους φίλους μου και άλλη φορά να μην ταξιδεύω με φίλους που με εγκαταλείπουν την ώρα που τους χρειάζομαι».

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2011

Ο ψεύτης βοσκός

Ο ψεύτης βοσκός

Ήταν κάποτε ένας βοσκός που είχε ένα κοπάδι με αρκετά πρόβατα και ένα μαντρί έξω από το χωριό του. Κάθε πρωί, οδηγούσε τα πρόβατα σε ένα καταπράσινο λόφο κοντά στο μαντρί και τα άφηνε να βοσκήσουν με την ησυχία τους.
Συνήθως περνούσε την ώρα του παίζοντας την φλογέρα του, αλλά να που μία μέρα την ξέχασε στο μαντρί. Μην έχοντας τι να κάνει, σκέφτηκε να σκαρώσει μία φάρσα στους συγχωριανούς του. Ανέβηκε λοιπόν σε ένα βράχο και άρχισε να φωνάζει προς την κατεύθυνση του χωριού: «Βοήθεια συγχωριανοί. Λύκοι τρων τα πρόβατα μου. Τρέξτε. Βοήθεια!».
Οι άντρες του χωριού άρπαξαν ότι βρήκαν μπροστά τους και έτρεξαν να βοηθήσουν τον βοσκό, που μόλις τους είδε άρχισε να γελάει με το πάθημα τους.
Ο βοσκός, όπως φαίνεται, βρήκε πολύ αστείο αυτό που έκανε, αφού το επανέλαβε κάνα δυο φορές ακόμα και κάθε φορά οι συγχωριανοί του έτρεχαν να τον βοηθήσουν.
Να όμως που μια μέρα, μια αγέλη πεινασμένων λύκων όρμισαν στο κοπάδι του βοσκού και άρχισαν να το ξεκληρίζουν. Τρομαγμένος ο βοσκός έβαλε τις φωνές και καλούσε σε βοήθεια: «Βοήθεια συγχωριανοί. Λύκοι τρων τα πρόβατα μου. Τρέξτε. Βοήθεια!».
Κανείς όμως δεν πήγε να τον βοηθήσει αφού όλοι νόμιζαν ότι για άλλη μια φορά ήθελε να γελάσει μαζί τους.
Εκείνη την φορά οι μόνοι που γέλασαν ήταν οι λύκοι. Βρήκαν πρώτης τάξεως φαγητό και το έφαγαν με την ησυχία τους. Μόνο ένας άνθρωπος εκεί κοντά κάτι φώναζε αλλά όπως είναι γνωστό οι λύκοι δεν γνωρίζουν την ανθρώπινη γλώσσα για να καταλάβουν τι έλεγε και έτσι συνέχισαν ανενόχλητοι το φαγητό τους.
(Μύθοι του Αισώπου)

Ο λαγός και η χελώνα

Ο λαγός και η χελώνα

Ένα ανοιξιάτικο πρωινό ένας λαγός είχε βγει έξω από την φωλιά του και έτρωγε φρέσκο χορταράκι. Καθώς έτρωγε, είδε μια χελώνα να περνάει λίγο πιο μακριά και του φάνηκε τόσο αστείο το περπάτημα της, που άρχισε να την κοροϊδεύει ότι ήταν πιο αργή και από τα σαλιγκάρια. Η χελώνα σταμάτησε, γύρισε προς τον λαγό και του είπε:
- Τι θα έλεγες να τρέξουμε σε ένα αγώνα δρόμου για να δούμε ποιος είναι πιο γρήγορος από τους δυο;
Αυτό ήταν! Ο λαγός έπεσε κάτω και άρχισε να χτυπιέται από τα γέλια. Βλέποντας όμως ότι η χελώνα παρέμενε σοβαρή, κατάλαβε ότι δεν του το είπε για αστείο και έτσι δέχτηκε την πρόκληση. Η αλεπού ως καταλληλότερη, όρισε το σημείο που θα ξεκινούσαν, την διαδρομή και το σημείο τερματισμού.
Ο αγώνας ορίστηκε για το επόμενο πρωινό και πράγματι, οι δύο διαγωνιζόμενοι καθώς και πολλά ζώα του δάσους βρίσκονταν πρωί πρωί στην αφετηρία. Η αλεπού έδωσε το σύνθημα και ο αγώνας ξεκίνησε. Η χελώνα χωρίς να χάσει χρόνο άρχισε να περπατάει, αργά βέβαια, και ήδη είχε καλύψει τα πρώτα εκατοστά της διαδρομής. Ο λαγός βλέποντας τον ρυθμό της αντιπάλου του, και νυστάζοντας μιας και ήταν πολύ πρωί, σκέφτηκε να κοιμηθεί λιγάκι και όταν ξυπνήσει θα έτρεχε όπως μόνο αυτός μπορεί και θα τερμάτιζε σίγουρα πρώτος. Έτσι η χελώνα συνέχισε να περπατάει, στην ορισμένη από την αλεπού διαδρομή, ενώ ο λαγός το έριξε στον ύπνο. Πέρασε αρκετή ώρα και κάποια στιγμή ο λαγός ξύπνησε. Καιρός για τρέξιμο είπε και ξεκίνησε. Παραξενεύτηκε πολύ που δεν συναντούσε την χελώνα και για μια στιγμή σκέφτηκε ότι θα είχε εγκαταλείψει τον αγώνα αφού έτσι κι αλλιώς τον είχε χαμένο από χέρι. Περισσότερο όμως ξέρετε πότε παραξενεύτηκε; Όταν έφτασε στο σημείο τερματισμού και είδε την χελώνα να τον περιμένει μασώντας ένα φυλλαράκι και έχοντας μια έκφραση θριάμβου στο πρόσωπο της.
Έτσι η χελώνα κέρδισε τον λαγό σε αγώνα δρόμου, όχι βέβαια γιατί τρέχει πιο γρήγορα από αυτόν, αλλά γιατί παρέμεινε πιστή στον σκοπό της και δεν έδειξε όπως ο λαγός αλαζονεία.

(Μύθοι του Αισώπου).


Ο φτωχός και ο θάνατος

Ο φτωχός και ο θάνατος

Κάποιος φτωχός, είχε φορτωθεί ένα δεμάτι ξύλα και τραβούσε το δρόμο του. Εκεί που πήγαινε, σαν να ζαλίστηκε. Ξεφορτώθηκε τα ξύλα, κάθισε κατάχαμα, κι απ’ τὴν πολλή του κούραση και την απελπισία, έβγαλε φωνή σπαραχτική:
«Αχ, που είσαι θάνατε…»
Δεν πρόλαβε ν’ ἀποτελειώσει και νάσου ο θάνατος μπροστά του.
«Γιατί με φωνάζεις;» τον ρωτάει.
Κι εκείνος: «Για τα ξύλα, βάλε ένα χεράκι να τα σηκώσουμε».

(Μύθοι του Αισώπου)


Ο σκύλος με το κρέας

Ο σκύλος με το κρέας

Ο σκύλος άρπαξε απ’ το χασάπικο ένα κομμάτι κρέας και το έβαλε στα πόδια, ώσπου έφτασε σ’ ένα ποτάμι.
Μπήκε μέσα για να περάσει απέναντι και ξαφνικά είδε πάνω στο νερό τη σκια του κρέατος που κρατούσε, διπλή και τρίδιπλη. Παράτησε λοιπόν το λάφυρο και ρίχτηκε γρήγορα καταπάνω τη σκια, αλλά την έχασε αμέσως απ’ τα μάτια του και γυρίζοντας να ξαναπιάσει το αληθινό κρέας, διαπίστωσε πως είχε γίνει άφαντο, γιατί στο μεταξύ, το άρπαξε ένας κόρακας και το καταβρόχθισε.
Ύστερα από όλα αυτά, τιμωρούσε τον εαυτό του, λέγοντας και ξαναλέγοντας:
«Καλά να πάθω. Άφησα, ο τρελός, αυτό που είχα κι έτρεξα πίσω από το φάντασμά του. Δεν έπιασα το ψεύτικο, έχασα και το αληθινό!»

(Μύθοι του Αισώπου).



Η νυχτερίδα, ο γλάρος κι ο βάτος

Η νυχτερίδα, ο γλάρος κι ο βάτος

Η νυχτερίδα, ο γλάρος κι ο βάτος συνεταιρίστηκαν τάχα για να κάνουν εμπόριο. Δανείστηκε λοιπόν χρυσάφι η νυχτερίδα, χαλκό το γλαρόνι και υφάσματα ο βάτος. Τα φόρτωσαν σ’ ένα καράβι και μια και δυο ανοίξανε πανιά.
Ξαφνικά, ξέσπασε μεγάλη καταιγίδα. Το πέλαγο φουρτούνιασε κι αγρίεψε και κατάπιε το καράβι, με όλο το φορτίο.
Από τότε, η νυχτερίδα κρύβεται και βγαίνει μόνο τη νύχτα, γιατί φοβάται τους δανειστές της, ο βάτος αρπάζει τα ρούχα όποιου περάσει από δίπλα του, με την ελπίδα πως κάποτε θα ξαναφτιάξει τη χαμένη περιουσία κι ο γλάρος ακόμη βουτά στη θάλασσα, ψάχνοντας για το χρυσάφι.


(Μύθοι του Αισώπου)

Το γέρικο λιοντάρι και η αλεπού

Το γέρικο λιοντάρι και η αλεπού

Γέρασε το λιοντάρι κι έχασε τη δύναμή του και δεν μπορούσε πια να κυνηγήσει, γι αυτό σκέφτηκε κάποιο κόλπο.
Έκανε τάχα το άρρωστο και δεν έβγαινε απ’ τη σπηλιά του. Ένα-ένα τα ζώα πήγαιναν να το επισκεφθούν κι εκείνο τ’ άρπαζε και τα καταβρόχθιζε. Βλέποντας η αλεπού την απάτη που σκαρφίστηκε, δεν έλεγε να πλησιάσει, καθόταν κάπου μακριά και το ρωτούσε για την υγεία του.
«Μα, γιατί δεν έρχεσαι να τα πούμε από κοντά;» απόρησε το λιοντάρι.
«Γιατί βλέπω πολλές πατημασιές να μπαίνουν στη σπηλιά σου, αλλά καμιά να βγαίνει», απάντησε εκείνη.

(Μύθοι του Αισώπου)



Ο λύκος και η κατσίκα

Ο λύκος και η κατσίκα


Η κατσίκα έβοσκε στην κορυφή ενός βράχου. Ο λύκος πέρασε, την είδε, την ορέχτηκε και βάλθηκε να τη φτάσει, αλλά ο βράχος ήταν πολύ ψηλός και δεν μπορούσε ν’ ανέβει. Στάθηκε τότε από κάτω και της είπε: «Άφησες, φουκαριάρα μου, τα λιβάδια και τους κάμπους κι ανέβηκες στα κατσάβραχα να βοσκήσεις; Δε βλέπεις πως κινδυνεύεις να τσακιστείς;»
«Εγώ αυτό που βλέπω είναι πως αφού δεν κατάφερες να με φτάσεις, προσπαθείς να με κατεβάσεις, για να με φας», του γύρισε εκείνη.

(Μύθοι του Αισώπου)

Ο πίθηκος κι ο ψαράς

Ο πίθηκος κι ο ψαράς


Ο ψαράς έριχνε τα δίχτυα του, όταν πέρασε ο πίθηκος, τον είδε και πολύ λαχτάρησε να ψαρέψει λιγάκι κι αυτός.
Κάποια στιγμή ο ψαράς θέλησε να ξεκουραστεί. Άφησε λοιπόν τα δίχτυα στην ακροθαλασσιά κι αποσύρθηκε σε μια σπηλιά.
Ο πίθηκος πλησίασε, άρπαξε τα δίχτυα και βάλθηκε τάχα να ψαρεύει. Όμως δεν ήξερε πως να τα χρησιμοποιήσει. Τα έφερνε από εδώ, τα έφερνε από εκεί, ώσπου στο τέλος μπλέχτηκε μέσα τους, έπεσε στο νερό και πνίγηκε.
«Χαμένε, ε, χαμένε! Σ’ έφαγε η βλακεία σου κι η αδεξιότητά σου», μουρμούρισε ο ψαράς καθώς τραβούσε το κουφάρι απ’ το νερό.

(Μύθοι του Αισώπου).


Ο Κύκλωπας

Ο Κύκλωπας


Κάποιος θεοφοβούμενος και ίσως περισσότερο απ’ όσο έπρεπε υπερήφανος άνθρωπος, ζούσε άνετα με τα παιδιά του. Κάποτε όμως έπεσε σε μεγάλη φτώχια κι απελπίστηκε και βλαστήμησε το θεό κι αποφάσισε να δώσει τέλος στη ζωή του.
Άρπαξε λοιπόν ένα σπαθί και βγήκε στις ερημιές, προτιμώντας να πεθάνει παρά να ζει στην ανέχεια. Εκεί που πήγαινε, είδε ένα μεγάλο λάκκο και μέσα χρυσάφι πολύ, μαζεμένο από κάποιο γίγαντα που τον έλεγαν Κύκλωπα.
Πανικοβλήθηκε ο άνθρωπος και χάρηκε μαζί. Φτερούγισε η ελπίδα στην καρδιά του, πέταξε το σπαθί, μάζεψε το χρυσάφι και γύρισε γρήγορα στα παιδιά του. Στο μεταξύ, ήρθε ο Κύκλωπας στο λάκκο και βλέποντας αντί για το χρυσάφι το σπαθί, το άρπαξε και αυτοκτόνησε.
(Μύθοι του Αισώπου)

Τα ποντίκια και οι γάτες

Τα ποντίκια και οι γάτες


Κάποτε οι γάτες κήρυξαν πόλεμο στα ποντίκια και τα κατατρόπωσαν. Τα ποντίκια, ξέροντας πως νικήθηκαν απ’ την αδυναμία και τη δειλία τους, διόρισαν αρχηγούς και στρατηγούς. Οι αρχηγοί μόλις εκλέχτηκαν λοιπόν, αποφάσισαν να ξεχωρίσουν απ’ τους άλλους κι έβαλαν κέρατα στα κεφάλια τους, για να δείχνουν τάχα πιο γενναίοι.
Στο μεταξύ, οι γάτες ξανάκαναν επίθεση και τους έστρωσαν στο κυνήγι. Τα ποντίκια έτρεξαν γρήγορα και χώθηκαν στις τρύπες τους. Έτρεξαν κι οι αρχηγοί τους, αλλά τα κέρατα τους εμπόδισαν να τρυπώσουν κι οι γάτες τους κατασπάραξαν

(Μύθοι του Αισώπου)

Το παγώνι και το κοράκι

Το παγώνι και το κοράκι

Κάποτε τα πουλιά συγκάλεσαν γενική συνέλευση με θέμα το πιο απ’ όλα άξιζε τον τίτλο του βασιλιά. Είπε λοιπόν το παγώνι: «Φυσικά, ο τίτλος του βασιλιά ανήκει σε μένα, γιατί είμαι το πιο ωραίο και φανταχτερό».
Τ’ άλλα πουλιά καλύφθηκαν από την τοποθέτηση, όλα, εκτός απ’ το κοράκι που βγήκε στη μέση και είπε: «Για πες μας τώρα, αν γίνεις βασιλιάς κι εμφανιστεί ο αετός, θα μπορέσεις να μας προστατεύσεις;»

(Μύθοι του Αισώπου)

Ο νέος και η γριά

Ο νέος και η γριά

Κάποιος νέος ταξίδευε μες στο λιοπύρι κι έτυχε να συναντήσει μια γριά που πήγαινε στο ίδιο μέρος. Βλέποντάς την να αγκομαχάει από τη ζέστη και την κούραση, κατάλαβε πως απ’ ώρα σ’ ώρα θα κατέρρεε. Έτσι, την πήρε στην πλάτη του και συνέχισαν.
Όμως εκεί που πήγαιναν, ο νέος έβαλε πονηρά πράγματα στο νου του και φούντωσε κι ερεθίστηκε και σηκώθηκε το εργαλείο του. Χωρίς να χάσει καιρό, ακούμπησε τη γριά στη γη κι άρχισε τα παιχνίδια.
«Τι μου κάνεις;» τον ρώτησε εκείνη, τάχα ανήξερα.
«Να, ξέρεις, επειδή παραβάρυνες, είπα να σε τρίψω λίγο να ελαφρύνεις» απάντησε εκείνος και την πήδηξε κανονικά. Μόλις τελείωσε, τη φορτώθηκε πάλι και ξαναπήρανε το δρόμο.
Δεν είχαν προχωρήσει πολύ, όταν άκουσε τη γριά να λέει: «Αν σε βαραίνω, μπορείς να με τρίψεις πάλι, να ελαφρύνω!».

(Μύθοι του Αισώπου).

Ο φονιάς

Ο φονιάς

Κάποτε, στα παλιά τα χρόνια, ζούσανε στην Αίγυπτο δυο άνθρωποι, που τα σπίτια τους και τα χωράφια τους γειτόνευαν. Ο ένας όμως ήτανε δουλευτάρης και ο άλλος ακαμάτης.
Από το πρωί ως το βράδυ ο δουλευτάρης όργωνε τα χωράφια του, έσπερνε, σκάλιζε, πότιζε, θέριζε, ανάλογα με την εποχή που ήτανε, κι όταν τέλειωνε τη δουλεία του στα χωράφια και γυρνούσε στο σπίτι του, κάτι έβρισκε κι εκεί να κάνει. Πότε διόρθωνε το αλέτρι του, πότε κάρφωνε κανένα παράθυρο που είχε σπάσει, πότε περιποιότανε τις κότες του, πότε σκάλιζε τα λαχανικά του. Όλο δούλευε κι όλο πρόκοβε και, σιγά – σιγά, έγινε ο πιο πλούσιος τους τόπου.
Ο γείτονάς του, ο ακαμάτης, έβρισκε πάντοτε προφάσεις για να μη δουλέψει. Το πρωί δεν ξυπνούσε χαράματα, όπως ο δουλευτάρης, αλλά κοιμόταν ώσπου ο ήλιος ανέβαινε ένα κοντάρι στον ουρανό, γιατί έλεγε πως, όσο περισσότερο κοιμότανε, τόσο ξεκούραστος θα’ ταν και τόσο πιο καλά θα δούλευε στο χωράφι του. Αλλά όταν έφτανε στο χωράφι, κόντευε πια μεσημέρι, κι έτσι, δεν του έμεναν και πολλές ώρες δουλειάς. Χρόνο με το χρόνο γινότανε φτωχότερος, ώσπου έγινε ο πιο φτωχός του χωριού.
Ζήλευε λοιπόν το γείτονά του τον δουλευτάρη κι έλεγε πως εκείνος ήτανε μάγος κι έκανε μάγια στα δικά του τα χωράφια να δίνουν πολύ καρπό, και στο χωράφι του γείτονά του να μη δίνει καθόλου.
Μια μέρα, οι δυο γείτονες συζητούσαν για τις σοδειές τους, κι επειδή ο δουλευτάρης είπε ότι μόνο με τη δουλειά προκόβει κανείς, ο ακαμάτης θύμωσε και σηκώνοντας το τσεκούρι του, τον χτύπησε στο κεφάλι και τον σκότωσε.
Οι συγγενείς του δουλευτάρη έτρεξαν να τον σηκώσουν κι όταν είδαν πως ήταν πια πεθαμένος, άρχισαν να κυνηγούνε το φονιά.
Αλλ’ ο ακαμάτης είχε προχωρήσει πολύ και τους ξέφυγε, τρέχοντας προς το Νείλο.
Στρέφοντας πίσω του είδε πως οι συγγενείς του σκοτωμένου ήταν ακόμη μακριά, αλλά έτρεχαν κι αυτοί προς το ποτάμι. θέλησε τότε να εξακολουθήσει το δρόμο του αλλά, ξαφνικά, είδε να παρουσιάζεται ένας λύκος.
Φοβήθηκε πως ο λύκος θα τον φάει, γιατί δεν είχε κανένα όπλο μαζί του να τον χτυπήσει.
Καθώς κοιτούσε γύρω του με απελπισία, για να βρει τρόπο να σωθεί, πρόσεξε μια ψηλή χουρμαδιά που βρισκότανε στην όχθη του ποταμού και που τα μεγάλα , πλατύφυλλα κλαδιά της έγερναν πάνω από τον ποταμό.
«Σώθηκα!» μουρμούρισε. Τώρα θα γλιτώσω κι από το λύκο και από τους ανθρώπους.
Κι έτρεξε προς τη χουρμαδιά, σκαρφάλωσε στον κορμό της και , σιγά-σιγά, ανέβηκε ως τα πρώτα κλαδιά και κρύφτηκε στα πλατιά φυλλώματα.
Ο λύκος, βλέποντας πως του ξέφυγε ο άνθρωπος, έτρεξε κι αυτός να φύγει, για να βρει κάποιο άλλο κυνήγι.
Ξαφνικά ο φονιά άκουσε κάτι να σέρνεται μέσα στα κλαδιά πάνω από το κεφάλι του. Κοιτάζει και τι να δει: ένα θεόρατο φίδι σερνόταν ανάμεσα στα κλαδιά, σφυρίζοντας.
Κοίταξε κάτω τρομαγμένος, ο λύκος είχε φύγει, αλλ’ οι συγγενείς του σκοτωμένου πλησίαζαν τρέχοντας κι ασφαλώς θα τον έβλεπαν, όταν κατέβαινε από το δέντρο, και θα τον έπιαναν. Κι ήξερε πως άμα έπεφτε στα χέρια τους, ήταν χαμένος!
Μη έχοντας τι άλλο να κάνει σκέφτηκε: «Θα πηδήσω στο νερό, και θα βγω κολυμπώντας στην αντικρινή όχθη του ποταμού».
Και πήδησε αμέσως στο νερό.
Αλλά ο Νείλος είναι γεμάτος κροκόδειλους κι ένας από αυτούς, μόλις είδε τον άνθρωπο να πέφτει, όρμησε απάνω του, άνοιξε το τεράστιο στόμα του και τον έκοψε στη μέση.
Κι έτσι, ο φονιάς βρήκε την τιμωρία του.
(Μύθοι του Αισώπου)

Οι δυο φίλοι και η αρκούδα

Οι δυο φίλοι και η αρκούδα


Κάποτε δυο φίλοι βάδιζαν στον ίδιο δρόμο. Περπατούσαν σε ένα δρόμο άγνωστο μέσα από βουνά και κοιλάδες. Παρόλο που βρισκόταν σε άγνωστο μέρος, ο άντρας ένοιωθε ασφαλής γιατί, ήταν σίγουρος ότι ο φίλος του θα τον βοηθούσε να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε κίνδυνο εμφανιζόταν μπροστά τους.
Εκεί που περπατούσαν και συζητούσαν για να περάσει η ώρα, ξαφνικά μια αρκούδα παρουσιάστηκε μπροστά τους, στην μέση του δρόμου. Ο ένας άντρας, έτρεξε γρήγορα σε ένα κοντινό δέντρο, άρπαξε ένα κλαδί και σκαρφάλωσε. Έτσι κατάφερε να γλιτώσει από την αρκούδα που δεν τον έβλεπε. Ο άλλος άντρας, έμεινε για μια στιγμή ακίνητος και μετά έπεσε στο έδαφος με σκοπό να υποκριθεί ότι είναι νεκρός.
Το άγριο θηρίο, έτρεξε αμέσως πάνω από τον άντρα που ήταν στο έδαφος, με σκοπό να αρπάξει το θύμα του. Με τα γαμψά αρκουδίσια νύχια της, σήκωσε τον κακόμοιρο άντρα από το έδαφος. Τα πόδια και τα χέρια του άντρα είχαν γίνει, από τον φόβο του, τόσο άκαμπτα και παγωμένα ώστε η αρκούδα νόμισε ότι πραγματικά είχε βρει ένα πτώμα. Έτσι, παρά τον θυμό της, εγκατέλειψε τον άντρα και έφυγε μακριά, για να πάει στην φωλιά της.
Όταν ο άλλος αισθανόταν πλέον ασφαλής αφού δεν έβλεπε την αρκούδα κατέβηκε από τον δέντρο και ρώτησε τον σύντροφο του θέλοντας να κάνει και τον έξυπνο «Πες μου φίλε μου, τι σου είπε η αρκούδα όταν ήσουν ξαπλωμένος, τρέμοντας από τον φόβο; Πρέπει να σου είπε πολλά πράγματα σε αυτήν την μακριά συζήτηση σας».
Κι εκείνος του απάντησε: «Να μην ταξιδεύω από δω και μπρος με φίλους που με εγκαταλείπουν την ώρα του κινδύνου».

(Μύθοι του Αισώπου)

Το μονόφθαλμο ελάφι

Το μονόφθαλμο ελάφι

Ένα ελάφι είχε χάσει το ένα του μάτι μια μέρα που το κυνηγούσαν κάποιοι κυνηγοί κι έτρεχε να σωθεί. Προσπαθώντας να τους ξεφύγει, ένα ξερόκλαδο είχε μπει στο μάτι του και είχε τυφλωθεί. Από τότε έπρεπε να ‘ναι πολύ προσεκτικό και να γυρίζει το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά για να βλέπει μήπως το κυνηγάνε.
Μια μέρα έφτασε σε μια πυκνοφυτεμένη πλαγιά που κατέβαινε μέχρι την άκρη της θάλασσας.
- Ωραίο μέρος, σκέφτηκε το ελάφι. Εδώ μπορώ να βόσκω με ασφάλεια. Δε χρειάζεται να γυρίζω το κεφάλι μου δεξιά κι αριστερά. Θα στέκομαι πάντα με το γερό μου μάτι προς τη στεριά, αφού μόνο από εκεί κινδυνεύω.
Πέρασε καιρός και το ελάφι ζούσε εκεί ευτυχισμένο, ώσπου μια μέρα έτυχε να περνάει από εκείνη την ακρογιαλιά μια βάρκα με κυνηγούς που πήγαιναν σ’ ένα διπλανό νησί. Οι κυνηγοί είδαν το ελάφι που έβοσκε αμέριμνο και του έριξαν ένα βέλος.
Το δύστυχο ζώο σωριάστηκε στο χώμα και καθώς ξεψυχούσε μουρμούρισε:
- Εγώ φυλαγόμουν από τη στεριά κι ο θάνατος ήρθε απ’ τη θάλασσα.

(Μύθοι του Αισώπου).

Ο γάιδαρος και η σκιά του

Ο γάιδαρος και η σκιά του

Κάποτε, ένας ταξιδιώτης νοίκιασε ένα γάιδαρο και το αφεντικό του, για να τον βοηθήσουν να διασχίσει μια έκταση έρημη. Ξεκίνησαν πολύ πρωί, ο ταξιδιώτης πάνω στο γάιδαρο και το αφεντικό του γαϊδάρου δίπλα του, με τα πόδια.
Το μεσημέρι που η ζέστη είχε γίνει αφόρητη έκαναν μια στάση. Ο ταξιδιώτης κατέβηκε απ’ τον γάιδαρο και κάθισε να ξεκουραστεί στη σκιά του, μια κι εκεί γύρω δεν υπήρχε ίχνος βλάστησης.
- Σήκω αμέσως από ‘κει, φώναξε το αφεντικό του γαϊδάρου. Αυτή η θέση είναι δική μου.
- Αφού σε πλήρωσα! Είπε ο ταξιδιώτης.
- Με πλήρωσες για το γάιδαρο κι όχι για τη σκιά του.
Κι ενώ οι δύο άντρες μαλώνανε, ο γάιδαρος, που δεν άντεχε άλλο τις φωνές τους, το ’σκασε και του άφησε χωρίς σκιά και χωρίς μέσο να διασχίσουν την έρημο.

(Μύθοι του Αισώπου)

Το παιδί και το ζωγραφισμένο λιοντάρι

Το παιδί και το ζωγραφισμένο λιοντάρι

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας πλούσιος κτηματίας, που δεν είχε κανέναν άλλον στον κόσμο, παρά τον μονάκριβο γιο του. Ο άνθρωπος αυτός ήταν πολύ φοβητσιάρης, φοβόταν ακόμα και την ίδια του τη σκιά. Ένα βράδυ είδε ένα παράξενο όνειρο: πως το γιό του τον έφαγε ένα λιοντάρι. Ο κτηματίας φοβήθηκε πάρα πολύ κι επειδή δεν ήθελε το όνειρο αυτό να βγει αληθινό, κάλεσε τους καλύτερους μαστόρους κι έχτισε ένα σπίτι με πολλά δωμάτια, σωστό παλάτι. Το μέγαρο αυτό όμως είχε τα παράθυρά του πολύ ψηλά, τις πόρτες του πάντα κλειδωμένες και περιστοιχιζόταν από έναν ψηλό φράχτη. Εκεί μέσα κρατούσε κλειδωμένο το μοναχογιό του ο κτηματίας. Και για να μη στενοχωριέται το παιδί, ο κτηματίας κάλεσε ένα σπουδαίο ζωγράφο και του ζήτησε να ζωγραφίσει όλους τους τοίχους του σπιτιού.
Ο ζωγράφος γέμισε τους τοίχους με όλων των ειδών τις ζωγραφιές: με θάλασσες όπου κολυμπούσαν φάλαινες και δελφίνια, με τον ουρανό όπου πετούσαν πλήθος πουλιά, με άγρια και πυκνά δάση όπου τριγυρνούσαν δεκάδες αγρίμια.
Ο νεαρός γιος του κτηματία βαριόταν κι έπληττε κλεισμένος μέρα νύχτα μέσα στο σπίτι. Τριγύριζε λοιπόν στα δωμάτια και κοίταζε τις πανέμορφες ζωγραφιές. Μια μέρα μπήκε σ’ ένα δωμάτιο και στάθηκε μπροστά σ’ έναν τοίχο, στον οποίο ο ζωγράφος είχε ζωγραφίσει ένα άγριο δάσος κι ανάμεσα στα δέντρα ένα μεγάλο και περήφανο λιοντάρι.
- Βρωμοθηρίο, σε μισώ! Είπε το αγόρι θυμωμένο. Επειδή ο πατέρας μου φοβήθηκε όταν σε είδε μια νύχτα στον ύπνο του, βρίσκομαι τώρα εγώ εδώ μέσα, κλειδωμένος και ολομόναχος.
Και πάνω στο θυμό του το αγόρι άπλωσε τα χέρια του κι άρχισε να ξύνει με μανία τη ζωγραφιά του λιονταριού στον τοίχο. Όμως μια αγκίδα από την ξύλινη επένδυση χώθηκε στο χέρι του και το πόνεσε πολύ. Το αγόρι πήγε αμέσως στο κρεβάτι του και περίμενε να γυρίσει την επόμενη μέρα ο πατέρας του από την πόλη όπου είχε πάει, για να καλέσει το γιατρό.
Το παιδί όλη νύχτα δεν έκλεισε μάτι από τους πόνους και την άλλη μέρα το πρωί είδε πως το χέρι του, στο σημείο που είχε χωθεί η αγκίδα, ήταν κατάμαυρο και είχε πρηστεί. Μόλις γύρισε ο κτηματίας, φώναξε αμέσως ένα σπουδαίο γιατρό, αλλά παρά τα φάρμακα και τα βότανα, ο γιατρός δεν κατάφερε τίποτα, γιατί η πληγή είχε ήδη κακοφορμίσει, με αποτέλεσμα το αγόρι να πεθάνει την επόμενη μέρα.
Ο πλούσιος κτηματίας ήταν απαρηγόρητος. Το όνειρο που είχε δει είχε βγει αληθινό κι ο αγαπημένος του γιος, παρ’ όλα όσα είχε κάνει για να τον προφυλάξει από τα πραγματικά λιοντάρια, είχε πεθάνει εξαιτίας ενός ζωγραφισμένου λιονταριού.

(Μύθοι του Αισώπου)


Ο Γεωργός και τα Παιδιά του

Ο Γεωργός και τα Παιδιά του

 

Κάποτε ένας γεωργός αρρώστησε βαριά. Κάθε μέρα που περνούσε όλο και χειροτέρευε. Τότε κατάλαβε ότι πλησιάζει το τέλος του και κάλεσε κοντά του τους δύο γιους του , που ήταν δυνατά και γεροδεμένα παλικάρια , αλλά είχαν ένα μεγάλο ελάττωμα : την τεμπελιά.
Έτσι με αδύνατη και κουρασμένη φωνή τους είπε :
- Παιδιά μου εγώ τώρα φεύγω απ' αυτόν τον κόσμο και αφήνω στα χέρια σας ότι έχω. Εγώ δούλεψα όσο μπορούσα. Τώρα είναι η σειρά σας να δουλέψετε για να μη χαθούν όλα αυτά που θα σας αφήσω. Μέσα στο αμπέλι λοιπόν σας έχω αφήσει όλη μου την περιουσία. Τον θησαυρό τον έχω κρύψει πολύ καλά αλλά αξίζει τον κόπο που θα κάνετε για να τον βρείτε γιατί θα σας κάνει πλούσιους. Προσέξτε όμως καλά. Θα είναι δικός σας μόνο αν τον βρείτε χωρίς να χαλάσετε τα κλήματα από το αμπέλι. Και κάτι ακόμα : να τον μοιράσετε δίκαια....
Και μ' αυτά τα λόγια αποχαιρέτησε τα παιδιά του.
Τα παιδιά πέρασαν μέρες λύπης . Τα τελευταία λόγια του πατέρα τους ερχόταν συνέχεια στο μυαλό τους.
Έτσι ένα ωραίο πρωινό στις αρχές της άνοιξης πήραν από ένα τσαπί κι από ένα κλαδευτήρι και τράβηξαν κατά το αμπέλι.
Όταν έφτασαν λοιπόν στο αμπέλι κοίταξαν ολόγυρα πολλή ώρα. Κανένα όμως σημάδι δεν έδειχνε πως εκεί μπορούσε να είναι ο θησαυρός.
-Νομίζω ότι πρέπει να σκάψουμε βαθιά όλο το αμπέλι. Έτσι όπου και να βρίσκεται θα τον βρούμε είπε ο ένας.
-Να μη χάνουμε λοιπόν καιρό , είπε ο δεύτερος.
Με τις τσάπες τους έσκαβαν βαθιά στο χώμα και το αναποδογύριζαν.
-Τα κλαδιά μας εμποδίζουν , είπε ο ένας.
-Ας τα κλαδέψουμε είπε ο άλλος.
Συνεχίζοντας έτσι έφτασαν στο τέλος. Έσκαψαν και την τελευταία πιθαμή αλλά ο θησαυρός πουθενά ! Απογοητευμένοι γύρισαν στο σπίτι τους...
Πέρασε καιρός ήρθε το Καλοκαίρι και στη συνέχεια το Φθινόπωρο . Ήταν η εποχή να τρυγήσουν και τα δύο αδέλφια ξεκίνησαν πάλι για τ' αμπέλι .
Μα εκεί , με μεγάλη έκπληξη είδαν τις βέργες με τόσα πολλά σταφύλια που ακουμπούσαν τη γη !
Άρχισαν με χαρά να κόβουν τα σταφύλια , να γεμίζουν τα κοφίνια και να τα σωριάζουν στα πατητήρια. Η σοδιά του αυτό το χρόνο ήταν... θησαυρός!
Πουλούσαν τα σταφύλια και άλλα τα έκαναν κρασί και το πουλούσαν κι αυτό. Κι έπαιρναν χρήματα , τα σώριαζαν πάνω στο τραπέζι και τα μοίραζαν δίκαια, όπως τους είχε πει ο πατέρας τους.
Έτσι θησαυρό μπορεί να μη βρήκαν, όμως οι κόποι τους ξεπληρώθηκαν με το παραπάνω!

(Άισώπου μύθοι)



Η γυναίκα και οι δουλειές

Η γυναίκα και οι δουλειές 

 

Ζούσε κάποτε μια χήρα, που ήτανε πλούσια κι είχε δούλες. Είχε σπίτι μεγάλο και χωράφια κι ήτανε τόσο εργατική ώστε μόλις λαλούσε ο πετεινός της, σηκωνότανε από το κρεβάτι της, ξυπνούσε και τις δούλες κι άρχιζε αμέσως τις δουλειές. Έπρεπε να συγυρίσουν το σπίτι, να ζυμώσουν, να ψήσουν ψωμί, να μαγειρέψουν, να ταΐσουν και τις κότες, να βγάλουν και την κατσίκα και τη γελάδα στο λιβάδι για να βοσκήσουν, να κουβαλήσουν το ψωμί και το φαγητό σε εκείνους που δούλευαν στα χωράφια.

Οι δουλειές ήταν αμέτρητες κάθε μέρα κι οι δούλες βαρυγκωμούσαν,
- Δεν είναι κατάσταση αυτή, έλεγαν.
- Θα πεθάνουμε στα πόδια μας.
- Μας ξυπνάει προτού καλά-καλά χαράξει.
- Μόλις λαλήσει εκείνος ο καταραμένος ο πετεινός της.
Μια δούλη είπε τότε στις άλλες.
- Εκείνος ο πετεινός της τα φταίει όλα. Αν δεν λαλούσε, νύχτα ακόμα, εμείς θα κοιμόμαστε ως το πρωί.
- Πετεινός είναι, θα λαλήσει. Πώς θα τον εμποδίσουμε;
- Να τον πνίξουμε, πρότεινε μια δούλα.

Οι άλλες βρήκαν σωστή τη συμβουλή της και, το ίδιο βράδυ μπήκαν κρυφά στο κοτέτσι κι έπνιξαν τον πετεινό.
Αλλά βγήκε χειρότερα γι' αυτές. Γιατί, η χήρα, τώρα που δεν είχε τον πετεινό της να την ξυπνάει με το λάλημά του ξυπνούσε πολύ πιο νωρίς, γιατί φοβότανε μήπως δεν προφτάσει τις δουλείες της και ξυπνούσε, από εκείνη την ώρα και τις δούλες της.

(Μύθοι του Αισώπου)