Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ

Η κοκκινοσκουφίτσα

Μια φορά και έναν καιρό ζούσε σε ένα μικρό χωριό ένα κοριτσάκι. Η γιαγιά της της είχε χαρίσει ένα κόκκινο σκουφάκι που της άρεσε πολύ και το φορούσε πάντα. Έτσι όλοι στο χωριό την φώναζαν "κοκκινοσκουφίτσα".

Μια μέρα η γιαγιά της κοκκινοσκουφίτσας αρρώστησε και έτσι η μητέρα της την φώναξε και της είπε:
"κοκκινοσκουφίτσα, πάρε αυτό το καλάθι, έχει μέσα φαγητό και ένα μπουκάλι κρασί. Να τα πας στην γιαγιά σου που είναι άρρωστη για να γίνει καλά. Όμως να προσέχεις στο δρόμο και να μην βγεις από το μονοπάτι γιατί παραμονεύουν πολλοί κίνδυνοι".
Η κοκκινοσκουφίτσα υποσχέθηκε στην μητέρα της να προσέχει και ξεκίνησε.
Το σπίτι της γιαγιάς ήταν μέσα στο δάσος. Μετά από λίγη ώρα και ενώ περπατούσε στο μονοπάτι η κοκκινοσκουφίτσα συνάντησε ένα λύκο. Δεν ήξερε όμως ότι ο λύκος είναι κακός και έτσι δεν τον φοβήθηκε. Την πλησιάζει λοιπόν ο λύκος και της λέει:
- Καλή σου μέρα κοκκινοσκουφίτσα.
- Γεια σου λύκε!
- Πού πηγαίνεις τόσο νωρίς κοκκινοσκουφίτσα;
- Πηγαίνω στο σπίτι της γιαγιάς μου που είναι άρρωστη. Μου έδωσε η μαμά μου να της πάω φαγητό και κρασί για να δυναμώσει.
- Και πού μένει η γιαγιά σου;
- Το σπίτι της είναι κάτω από κάτι βελανιδιές λίγο πιο κάτω από εδώ.



Ο κακός λύκος σκέφτηκε: "να μια καλή ευκαιρία για μένα να φάω. Πρέπει να βρω ένα τρόπο για να την καθυστερήσω". Μετά από λίγο λέει στην κοκκινοσκουφίτσα: "κοκκινοσκουφίτσα, δες  τι όμορφα λουλούδια έχουν ανθίσει στο δάσος, άκου και τα πουλάκια τι ωραία κελαηδούν. Γιατί δεν στέκεσαι λίγο να τα δεις; Περπατάς βιαστική σαν να πηγαίνεις στο σχολείο ενώ είναι τόσο όμορφα εδώ."
Η κοκκινοσκουφίτσα κοίταξε γύρω της και είδε την όμορφη λιακάδα και  τα λουλούδια που άνθιζαν παντού μέσα στο δάσος και σκέφτηκε: "αν πάω ένα μπουκέτο λουλούδια στην γιαγιά μου θα χαρεί πολύ. Είναι νωρίς ακόμη, προλαβαίνω να μαζέψω μερικά." Και έτρεξε μέσα στο δάσος για να μαζέψει λουλούδια. Κάθε φορά που έκοβε ένα λουλουδάκι της φαίνονταν ότι έβλεπε ένα ακόμη πιο όμορφο λίγο παραπέρα και έτρεχε να το πάρει πηγαίνοντας όλο και πιο μέσα στο δάσος.

Στο μεταξύ ο κακός λύκος έτρεξε στο σπίτι της γιαγιάς της και χτύπησε την πόρτα.
"Ποιός είναι;" ρώτησε η γιαγιά.
"Είμαι η κοκκινοσκουφίτσα" είπε ο λύκος, "σου έφερα φαγητό και κρασί".
"Σπρώξε την πόρτα και μπες, είναι ανοιχτά. Είμαι πολύ άρρωστη και δεν μπορώ να σηκωθώ" είπε η γιαγιά.
Και τότε ο λύκος άνοιξε την πόρτα, πήγε αμέσως στο κρεβάτι της γιαγιάς και την έφαγε! Μετά φόρεσε την νυχτικιά της, έβαλε το σκουφάκι της, έκλεισε τις κουρτίνες, ξάπλωσε στο κρεβάτι της γιαγιάς και περίμενε την κοκκινοσκουφίτσα.

Η κοκκινοσκουφίτσα αφού μάζεψε πολλά λουλουδάκια ξεκίνησε για το σπίτι της γιαγιάς της. Μόλις έφτασε είδε την πόρτα ανοιχτή και ανησύχησε. Προχώρησε μέσα στο σπίτι και έφτασε δίπλα στο κρεβάτι της γιαγιάς της. Άνοιξε τις κουρτίνες και είδε ότι η γιαγιά της φαινόταν πολύ περίεργη. Έτσι ρώτησε:

- Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα αυτιά;
- Για να σε ακούω καλύτερα παιδί μου.
- Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα μάτια;
- Για να σε βλέπω καλύτερα κοριτσάκι μου.
- Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα χέρια;
- Για να σε πιάνω καλύτερα.
- Ω, γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλο και τρομερό στόμα;
"Για να σε φάω", είπε ο λύκος και αμέσως πετάχτηκε από το κρεβάτι και την έκανε μια μπουκιά!

Αφού ο λύκος έφαγε και την κοκκινοσκουφίτσα γύρισε στο κρεβάτι και ξάπλωσε γιατί το στομάχι του είχε βαρύνει. Τότε τον πήρε ο ύπνος και άρχισε να ροχαλίζει δυνατά.
Εκείνη την στιγμή έτυχε να περνάει έξω από το σπίτι της γιαγιάς ένας κυνηγός, που άκουσε το ροχαλητό και παραξενεύτηκε που η γιαγιά ροχάλιζε τόσο δυνατά. Έτσι αποφάσισε να πάει να δει τι συμβαίνει. Μόλις μπήκε μέσα είδε το λύκο να κοιμάται στο κρεβάτι, είδε και τη μεγάλη του κοιλιά και κατάλαβε τι είχε συμβεί.  "Σίγουρα έφαγε την γιαγιά" σκέφτηκε, "όμως μπορεί να προλαβαίνω ακόμα να την σώσω". Έτσι πήρε ένα ψαλίδι για να του ανοίξει την κοιλιά.
Μόλις έκοψε λίγο είδε το κόκκινο σκουφάκι της κοκκινοσκουφίτσας, ενώ μετά από λίγο το κοριτσάκι πετάχτηκε έξω κλαίγοντας "Ω, πόσο φοβήθηκα! Ήταν τόσο σκοτεινά μέσα στην κοιλιά του λύκου!" Αμέσως μετά βγήκε από την κοιλιά του λύκου και η γιαγιά. Τότε η κοκκινοσκουφίτσα έφερε πέτρες, γέμισαν την κοιλιά του λύκου και την έραψαν ξανά.

Όταν ο λύκος ξύπνησε ένιωθε το στομάχι του ακόμα πολύ βαρύ και πήγε να πιει νερό στο ποτάμι. Όταν έσκυψε να πιει νερό οι πέτρες ήταν τόσο βαριές που έπεσε μέσα στο ποτάμι και τον παρέσυρε πολύ μακριά.
Η κοκκινοσκουφίτσα, η γιαγιά της και ο κυνηγός που ήταν κρυμμένοι και τον είδαν χάρηκαν. Η γιαγιά έφαγε το φαγητό, ήπιε το κρασί και ένιωσε καλύτερα. Και η κοκκινοσκουφίτσα σκέφτηκε: "άλλη φορά θα ακούω τη μαμά μου και δεν θα φεύγω από το μονοπάτι".

Ένα παραμύθι από τα παιδικά μας χρόνια από τους αδερφούς Γκριμ (Grimm).

Η ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΟΙ 7 ΝΑΝΟΙ

Η ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΟΙ 7 ΝΑΝΟΙ

Μια φορά και έναν καιρό σε μια μακρινή χώρα ζούσε μια βασίλισσα.

Μια μέρα σαν όλες τις άλλες, η βασίλισσα κάθονταν στο δωμάτιό της και δούλευε δίπλα στο παράθυρο που ήταν φτιαγμένο από μαύρο ξύλο. Εκεί που δούλευε και κοιτούσε έξω που χιόνιζε, τρύπησε κατά λάθος το δάκτυλό της. Τότε τρείς σταγόνες αίμα έπεσαν από το δάκτυλό της πάνω στο χιόνι. Η βασίλισσα κοίταξε το αίμα και είπε: "Θέλω όταν γεννηθεί η κόρη μου να είναι άσπρη σαν το χιόνι, κόκκινη σαν το αίμα και μαύρη σαν το ξύλο από το παράθυρό μου!"
Και έτσι έγινε. Όταν γεννήθηκε η κόρη της βασίλισσας είχε λευκό δέρμα σαν το χιόνι, κόκκινα μάγουλα σαν το αίμα και τα μαλλιά της ήταν μαύρα σαν το ξύλο του παραθύρου. Γι’ αυτό ονόμασαν το κορίτσι "Χιονάτη".Μια μέρα η βασίλισσα πέθανε και ο βασιλιάς σύντομα παντρεύτηκε μια καινούρια βασίλισσα που ήταν πολύ όμορφη αλλά και πολύ κακιά και δεν ήθελε καμιά να είναι ομορφότερη από αυτήν. Η κακιά βασίλισσα είχε έναν μαγικό καθρέφτη τον οποίο κοιτούσε και τον ρωτούσε: "Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, πες μου ποια είναι η πιο όμορφη από όλες τις γυναίκες;" Και ο καθρέφτης απαντούσε: "Εσύ βασίλισσά μου είσαι η ομορφότερη από όλες!"
Όμως όσο η Χιονάτη μεγάλωνε γίνονταν όλο και πιο όμορφη και μόλις έγινε εφτά χρονών ήταν το ίδιο όμορφη με την βασίλισσα. Τότε μια μέρα όταν η βασίλισσα ρώτησε τον καθρέφτη ποια είναι η πιο όμορφη ο καθρέφτης απάντησε: "Βασίλισσά μου μπορεί να είσαι πολύ όμορφη, αλλά η Χιονάτη είναι ομορφότερη από εσένα!" Όταν η βασίλισσα το άκουσε αυτό χλώμιασε και θύμωσε πολύ. Τότε φώναξε έναν υπηρέτη της και του είπε: "Πήγαινε τη Χιονάτη βαθιά μέσα στο δάσος και φρόντισε να μην την ξαναδώ." 
Ο υπηρέτης υπάκουσε και οδήγησε την Χιονάτη στο δάσος αλλά την τελευταία στιγμή την λυπήθηκε και δεν μπόρεσε να της κάνει κακό. "Δεν θα σε πειράξω κοριτσάκι" της είπε και την άφησε. Αν και ήταν σίγουρος ότι τα άγρια ζώα του δάσους θα την σκότωναν, ένιωσε καλά με την απόφασή του να μην της κάνει κακό αλλά να την αφήσει στην τύχη της.
Η Χιονάτη περιπλανιόταν μόνη της στο δάσος και ήταν πολύ φοβισμένη από τα άγρια ζώα που ζούσαν εκεί. Μόλις έφτασε το βράδυ, για καλή της τύχη βρήκε μια καλύβα και μπήκε μέσα να ξεκουραστεί και να προστατευθεί. 
Όλα τα πράγματα μέσα στην καλύβα ήταν καθαρά και νοικοκυρεμένα. Το τραπέζι ήταν στρωμένο με ένα λευκό τραπεζομάντηλο και επάνω σ' αυτό υπήρχαν εφτά μικρά πιάτα με εφτά μικρά καρβέλια ψωμί και εφτά ποτήρια με κρασί. Επίσης υπήρχαν εφτά μαχαίρια και εφτά πηρούνια τακτοποιημένα δίπλα στα πιάτα. Η Χιονάτη είδε ακόμη ότι στο βάθος δίπλα στον τοίχο υπήρχαν εφτά μικρά κρεβάτια.
Η Χιονάτη ήταν κουρασμένη και πεινούσε πολύ. Έφαγε λοιπόν ένα κομμάτι από το κάθε καρβέλι ψωμί και ήπιε μια γουλιά από το κάθε ποτήρι κρασί. Μετά θέλησε να κοιμηθεί. Ξάπλωσε λοιπόν σε ένα από τα κρεβάτια, όμως ήταν πολύ μακρύ, ενώ ένα άλλο ήταν πολύ κοντό και έτσι δοκίμασε όλα τα κρεβάτια ώσπου στο τέλος το έβδομο ήταν στα μέτρα της. Εκεί ξάπλωσε και αποκοιμήθηκε.
Μόλις πέρασε λίγη ώρα, γύρισαν οι ιδιοκτήτες της καλύβας. Ήταν εφτά νάνοι που ζούσαν μέσα στο δάσος και έσκαβαν το βουνό για να βρουν χρυσάφι. Μόλις μπήκαν στην καλύβα άναψαν τις εφτά λάμπες τους και αμέσως είδαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. 
Ο πρώτος είπε:  "ποιος κάθισε στο σκαμνάκι μου;"
Ο δεύτερος είπε: "ποιος έτρωγε από το πιάτο μου;"
Ο τρίτος: "ποιος έφαγε από το ψωμί μου;"
Ο τέταρτος: "ποιος χρησιμοποίησε το κουτάλι μου;"
Ο πέμπτος είπε: "ποιος έφαγε με το πιρούνι μου;"
Ο έκτος: "ποιος έκοψε με το μαχαίρι μου;"
Ο έβδομος είπε: "ποιος ήπιε από το κρασί μου;"

Τότε ο πρώτος κοίταξε τριγύρω και είπε: "ποιος ξάπλωσε στο κρεβάτι μου;" Και τότε όλοι παρατήρησαν ότι κάποιος είχε χρησιμοποιήσει τα κρεβάτια τους. Ο έβδομος όμως είδε την Χιονάτη και φώναξε τα αδέρφια του να έρθουν να δουν. Τότε όλοι πήραν τα φαναράκια τους και πλησίασαν να κοιτάξουν την Χιονάτη. "Ω, τι όμορφο κοριτσάκι είναι αυτό!", είπαν όλοι οι νάνοι και συνέχισαν να την κοιτάζουν φροντίζοντας να μην την ξυπνήσουν. Τότε αποφάσισαν να κοιμηθούν μέχρι να έρθει το πρωί ενώ ο έβδομος νάνος κοιμήθηκε από μία ώρα στα κρεβάτια των αδελφών του.
Το πρωί που ξύπνησαν όλοι η Χιονάτη είδε τους νάνους και τους είπε τι της είχε συμβεί. Οι νάνοι που ήταν καλοί, της είπαν να μην στεναχωριέται και ότι μπορεί να μείνει μαζί τους. Ετσι συμφώνησαν να πηγαίνουν αυτοί στη δουλειά τους κι εκείνη να τους μαγειρεύει και να τους βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού.

Έπειτα οι νάνοι έφυγαν για να πάνε να ψάξουν χρυσάφι στο βουνό. Πριν όμως φύγουν είπαν στην Χιονάτη να προσέχει και να μην ανοίγει σε κανέναν γιατί φοβόντουσαν ότι η βασίλισσα θα ανακάλυπτε ότι μένει μαζί τους.

Η βασίλισσα που πίστευε ότι η Χιονάτη είχε πεθάνει, ήταν πλέον σίγουρη ότι αυτή είναι η πιο όμορφη και έτσι πήγε στον μαγικό καθρέφτη και τον ρώτησε: "Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, πες μου από όλες τις γυναίκες ποια είναι η πιο όμορφη;" Και ο καθρέφτης απάντησε: "Εσύ βασίλισσά μου είσαι η πιο όμορφη σε όλη αυτή τη χώρα. Όμως μακριά, πέρα από τους λόφους, βαθιά μέσα στο δάσος, εκεί που μένουν οι εφτά νάνοι, εκεί κρύβεται η Χιονάτη που είναι πολύ πιο όμορφη από εσένα!" Τότε η βασίλισσα, που ήξερε ότι ο καθρέφτης δεν έλεγε ποτέ ψέματα, θύμωσε πάρα πολύ και κατάλαβε ότι ο υπηρέτης της την είχε προδώσει και δεν ότι  δεν είχε σκοτώσει την Χιονάτη. 

Τότε αποφάσισε να μεταμφιεστεί σε γριούλα πωλήτρια και να πάει να βρει τη Χιονάτη.  Πήρε λοιπόν το δρόμο προς το σπίτι των νάνων. Όταν έφτασε εκεί χτύπησε την πόρτα και είπε: "Πουλάω όμορφα πράγματα." Η Χιονάτη, που ήταν εκείνη τη στιγμή μόνη της στο σπίτι, κοίταξε έξω από το παράθυρο και είδε την γυναίκα. "Καλημέρα καλή κυρία, τι έχεις να πουλήσεις;" ρώτησε. "Καλά πράγματα, όμορφα πράγματα!" είπε η βασίλισσα, "έχω κορδόνια και κορδέλες σε όλα τα χρώματα". Η Χιονάτη σκέφτηκε: "Θα αφήσω την γριούλα να μπει, φαίνεται καλή κυρία» και ξεκλείδωσε την πόρτα. 

"Να ‘σαι καλά", είπε η γριούλα, "ω! πόσο άσχημα είναι δεμένος ο κορσές σου! Κάτσε να στον δέσω όμορφα με έναν από τα κορδόνια μου." Η Χιονάτη, που δεν κατάλαβε ότι αυτή ήταν η κακιά βασίλισσα,στάθηκε μπροστά της για να της δέσει τον κορσέ. Τότε η γριούλα έπιασε γρήγορα τα κορδόνια από τον κορσέ και τα έσφιξε τόσο δυνατά που η Χιονάτη δεν μπορούσε να πάρει ανάσα και έπεσε κάτω σαν να είχε πεθάνει. "Αυτό είναι το τέλος της ομορφιάς της" είπε η κακιά βασίλισσα και έφυγε.
Το βράδυ που γύρισαν οι εφτά νάνοι είδαν την Χιονάτη πεσμένη στο πάτωμα και πίστεψαν ότι είχε πεθάνει. Όμως, μόλις πήγαν να σηκώσουν το σώμα της, είδαν την κορδέλα που την έσφιγγε και κατάλαβαν τι είχε συμβεί. Γρήγορα έκοψαν τα κορδόνια του κορσέ και αμέσως η Χιονάτη άρχισε να αναπνέει και σύντομα ξαναβρήκε το χρώμα της. Τότε της είπαν: "Η γριούλα ήταν η βασίλισσα, γι' αυτό από εδώ και μπρος να προσέχεις και να μην ανοίγεις σε κανέναν όσο λείπουμε."
Όταν η βασίλισσα γύρισε σπίτι ρώτησε πάλι τον καθρέφτη ποια είναι η πιο όμορφη και ο καθρέφτης της απάντησε ξανά η Χιονάτη!

Τότε η βασίλισσα που κατάλαβε ότι η Χιονάτη ζει ακόμη, θύμωσε πάρα πολύ. Μεταμφιέστηκε λοιπόν πάλι, διαφορετικά όμως από την προηγούμενη φορά, πήρε μαζί της ένα δηλητηριασμένο χτένι και πήγε πάλι στο σπίτι των νάνων.

Μόλις έφτασε χτύπησε και είπε: "Πουλάω όμορφα πράγματα." Όμως η Χιονάτη που στεκόταν στο παράθυρο απάντησε: "Δεν ανοίγω σε κανέναν." Τότε η βασίλισσα είπε: "Δε χρειάζεται να ανοίξεις καλή μου κοπέλα, μόνο κοίτα τι ωραία χτένια πουλάω" και έδωσε το δηλητηριασμένο χτένι στην Χιονάτη από το παράθυρο.

Το χτένι ήταν τόσο όμορφο που  το κορίτσι αποφάσισε να το βάλει στα μαλλιά της για να το δοκιμάσει. Μόλις όμως το χτένι άγγιξε το κεφάλι της, το δηλητήριο που ήταν πολύ δυνατό την έριξε κάτω αναίσθητη. "Εκεί κάτω να μείνεις", είπε η βασίλισσα και έφυγε.

Για καλή τύχη της Χιονάτης οι νάνοι γύρισαν πιο νωρίς στο σπίτι εκείνο το βράδυ και μόλις είδαν το κορίτσι αναίσθητο κατάλαβαν τι είχε συμβεί. Σύντομα βρήκαν το δηλητηριασμένο χτένι και μόλις το έβγαλαν η Χιονάτη συνήλθε και τους διηγήθηκε όλα όσα είχαν συμβεί. Τότε οι νάνοι προειδοποίησαν για άλλη μια φορά την Χιονάτη να μην ανοίγει σε κανέναν όταν λείπουν.


Στο μεταξύ η βασίλισσα πήγε στο σπίτι της και ρώτησε αμέσως τον καθρέφτη της την ίδια ερώτηση. Όταν ο καθρέφτης της απάντησε και πάλι ότι η πιο όμορφη είναι η Χιονάτη, η βασίλισσα άρχισε να τρέμει από την οργή της και είπε: "Η Χιονάτη θα πεθάνει ακόμη και αν μου κοστίσει την ζωή μου."

Τότε πήρε ένα μήλο, πήγε σε ένα μυστικό δωμάτιο του παλατιού και έβαλε μέσα στο μήλο δηλητήριο. Από έξω το μήλο φαίνονταν πολύ ωραίο και γευστικό, όμως όποιος το δοκίμαζε θα πέθαινε αμέσως. Μετά μεταμφιέστηκε σαν γυναίκα χωρικού και ξαναπήγε στο σπίτι των νάνων.

Μόλις χτύπησε την πόρτα η Χιονάτη έβγαλε το κεφάλι της από το παράθυρο και είπε: "Οι καλοί νάνοι με συμβούλεψαν να μην ανοίξω σε κανέναν." "Κάνε όπως θέλεις" είπε η γυναίκα, "πάρε όμως αυτό το ωραίο μήλο, σου το κάνω δώρο". "Όχι, δεν το θέλω" είπε η Χιονάτη. Η βασίλισσα όμως που ήταν πονηρή της είπε: "Ανόητο κορίτσι! Τι φοβάσαι; Μήπως είναι δηλητηριασμένο; Έλα, εσύ θα φας από την μια μεριά και εγώ από την άλλη."

Το μήλο όμως ήταν έτσι φτιαγμένο που η μια του πλευρά ήταν δηλητηριασμένη ενώ η άλλη όχι! Η Χιονάτη που είχε μπει στον πειρασμό να δοκιμάσει το μήλο, γιατί φαινόταν πολύ νόστιμο, μόλις είδε την γυναίκα να τρώει από τη μια μεριά, δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο και δάγκωσε κι αυτή από την άλλη. Μόλις όμως δάγκωσε το μήλο έπεσε κάτω και φαινόταν σαν νεκρή. "Αυτή την φορά τίποτα δεν θα σε σώσει" είπε η βασίλισσα και γύρισε πίσω στο σπίτι της.

Τότε ρώτησε πάλι τον καθρέφτη της ποια είναι η πιο όμορφη και επιτέλους ο καθρέφτης της απάντησε:
"Εσύ βασίλισσα μου είσαι η ομορφότερη από όλες" και τότε η κακιά βασίλισσα χάρηκε πολύ.


Όταν ήρθε το βράδυ, οι νάνοι γύρισαν στο σπίτι τους και βρήκαν την Χιονάτη ξαπλωμένη στο πάτωμα. Δεν ανέπνεε καθόλου και φοβήθηκαν ότι είχε πεθάνει. Την σήκωσαν, χτένισαν τα μαλλιά της, έπλυναν το πρόσωπό της με κρασί και νερό όμως δεν μπόρεσαν να την κάνουν καλά.

Τότε την ξάπλωσαν πάνω σε ένα κρεβάτι και την θρηνούσαν για τρεις ολόκληρες μέρες. Σκέφτηκαν να την θάψουν όμως τα μάγουλά της ήταν ακόμη κόκκινα και το πρόσωπό της έμοιαζε όπως όταν ήταν ζωντανή.

Τότε είπαν: "Ποτέ δεν θα την θάψουμε στο κρύο έδαφος". Την έβαλαν λοιπόν σε ένα γυάλινο κουτί για να μπορούν να την βλέπουν και έγραψαν με χρυσά γράμματα το όνομά της και ότι ήταν κόρη βασιλιά. Μετά τοποθέτησαν το κουτί πάνω σε ένα λόφο και κάθε μέρα ένας κάθονταν εκεί ένας-ένας με τη σειρά για να την προσέχει. Τα πουλιά ήρθαν και αυτά για να θρηνήσουν την Χιονάτη. Πρώτο απ’ όλα ήρθε μια κουκουβάγια, μετά ένα κοράκι και τελευταίο ένα περιστέρι.

Έτσι η Χιονάτη έμεινε ξαπλωμένη για πολλά, πολλά χρόνια και έμοιαζε σαν να κοιμάται γιατί το δέρμα της ήταν ακόμη λευκό σαν το χιόνι, τα μάγουλά της κατακόκκινα και τα μαλλιά της μαύρα.

Μια μέρα έφτασε στο σπίτι των νάνων ένας πρίγκιπας. Είδε το κουτί με την κοπέλα μέσα και διάβασε απ' έξω τα χρυσά γράμματα που έγραφαν ότι την έλεγαν Χιονάτη και ότι ήταν κόρη βασιλιά. Του πρίγκιπα του άρεσε πολύ η Χιονάτη και πρόσφερε στους νάνους λεφτά για να την πάρει μαζί. Εκείνοι όμως του απάντησαν: "Δεν θα την αποχωριστούμε ούτε για όλο το χρυσάφι του κόσμου."

Με τα πολλά και αφού κατάλαβαν ότι ο πρίγκιπας ήταν καλός και ότι θα προσέχει τη Χιονάτη, στο τέλος οι νάνοι τον λυπήθηκαν και του έδωσαν το κουτί με την κοπέλα. Την στιγμή όμως που πήγε να σηκώσει το κουτί για να το πάρει μαζί του, το μήλο έπεσε από το στόμα της Χιονάτης και ξύπνησε! Τότε εκείνη ρώτησε: "Πού βρίσκομαι;" Και ο πρίγκιπας απάντησε: "Είσαι ασφαλής μαζί μου." Έπειτα της εξιστόρησε τι είχε συμβεί και είπε: "Σε αγαπώ περισσότερο από όλο τον κόσμο. Έλα μαζί μου στο παλάτι του πατέρα μου και θα γίνεις γυναίκα μου." Η Χιονάτη συμφώνησε και πήγε μαζί με τον πρίγκιπα στο παλάτι όπου άρχισαν οι προετοιμασίες για τον γάμο τους.
Ανάμεσα στους καλεσμένους του γάμου ήταν και ο παλιός εχθρός της Χιονάτης, η κακιά βασίλισσα. Καθώς ντύνονταν με ωραία φορέματα γύρισε στον καθρέφτη της και ρώτησε: "Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, πες μου ποια είναι η πιο όμορφη από όλες;" Και ο καθρέφτης απάντησε: "Εσύ κυρά μου είσαι η πιο όμορφη εδώ, όμως η ομορφότερη από όλες είναι αυτή που θα παντρευτεί τον πρίγκιπα και θα γίνει νέα βασίλισσα."

Όταν το άκουσε αυτό, η κακιά βασίλισσα ένιωσε οργή. Όμως η ζήλια της και η περιέργειά της ήταν τόσο μεγάλες που ήθελε να πάει να δει την νύφη. Μόλις έφτασε στο γάμο και είδε ότι η νύφη ήταν η Χιονάτη που νόμιζε ότι είχε σκοτώσει τότε έσκασε από το κακό της και πέθανε.

Η Χιονάτη και ο πρίγκιπας έζησαν και βασίλεψαν ευτυχισμένοι για πολλά, πολλά χρόνια!

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε μια φτωχογειτονιά ένα φτωχό μα πολύ καλόκαρδο κορίτσι που το έλεγαν Ελιά.
Κάθε μέρα η Ελιά γύριζε τη γειτονιά της, έβλεπε τον κόσμο να ζει φτωχός και δυστυχισμένος και γύριζε στο σπίτι της πολύ στενοχωρημένη.
Κάτι πρέπει να κάνω να τους βοηθήσω, σκεφτόταν. Κι από την άλλη μέρα κιόλας άρχισε. Βγήκε στη γειτονιά, κράτησε τα παιδιά της γειτόνισσας για να πάει να δουλέψει και να μπορεί να φέρει στα παιδιά της λίγο φαΐ.
Μια άλλη μέρα πήγε στη γριούλα που ήταν άρρωστη, της μαγείρεψε, της σκούπισε το σπίτι, την έπλυνε, την ταΐσε. Την άλλη μέρα πάλι έβγαλε τον παράλυτο γέρο με το καρότσι του βόλτα, για να πάρει αέρα και ήλιο.
Τα βράδια γύριζε κατάκοπη, μα ευχαριστημένη που είχε καταφέρει να δώσει λίγη χαρά στους φτωχούς ανθρώπους.
Οι μέρες περνούσαν κι η Ελιά όλο δούλευε, όσο αδυνάτιζε. Μα έβλεπε πως ότι κι αν έκανε, ο κόσμος ήταν πάντα φτωχός και δυστυχισμένος.
Αυτό τη στενοχωρούσε πάρα πολύ κι έτσι στενοχωρημένη κάθισε στην αυλή του σπιτιού της και συλλογιζόταν.
- Τι να κάνω, τι να κάνω. Δεν μπορώ να βλέπω τόση δυστυχία. *   Το  σπουργίτι  που   την  είδε  τόσο  στενοχωρημένη  -  και  που   την αγαπούσε γιατί κάθε μέρα του έριχνε σπόρους και ψίχουλα – δεν άντεξε και πέταξε βαθιά στο δάσος.
Εκεί βρήκε την καλή νεράιδα και της είπε:
- Τρέξε, καλή νεράιδα, η Ελιά είναι πολύ στενοχωρημένη, χλωμή κι αδύνατη.
Η καλή νεράιδα ανήσυχη έτρεξε στην αυλή της Ελιάς και τη ρώτησε:
- Τι έχεις, Ελιά μου, κι είσαι τόσο λυπημένη;
- Αχ, καλή μου νεράιδα. Δεν μπορώ να βλέπω τόση φτώχεια και δυστυχία γύρω μου.
- Και τι θέλεις, δηλαδή;
- θέλω να τους γίνω χρήσιμη, θέλω να τους προσφέρω κάτι πολύτιμο που να τους δώσει ζωή και χαρά.
-Το θέλεις αλήθεια τόσο πολύ;
- Και βέβαια το θέλω, δε βλέπεις πως έλιωσα από τη στενοχώρια μου;
- Τότε σταμάτησε να στενοχωριέσαι, θα σε κάνω αυτό που θέλεις. Και τσουπ! την άγγιξε με το ραβδάκι της κι αμέσως η Ελιά έγινε ένα μεγάλο δέντρο, που έβγαλε φύλλα, λουλουδάκια άσπρα, που έγιναν ελιές πράσινες, μωβ, μαύρες.
Έπεσαν στη γη, τα κουκούτσια φύτρωσαν, έγιναν δεντράκια και σχημάτισαν ένα μεγάλο ελαιώνα.
Ήρθαν οι γείτονες, μάζεψαν τις ελιές, έβγαλαν λάδι, έφαγαν, χόρτασαν, ρόδισαν τα μαγουλά τους, ζωήρεψαν κι άρχισαν να χαμογελούν και να ζουν ευτυχισμένοι.
Για να ευχαριστήσουν την ελιά και να της δείξουν την αγάπη τους, πήραν το λάδι τους, το έβαλαν στο καντήλι, για να θυμίζουν στην Παναγιά και στο Χριστό, την καλοσύνη της ελιάς και την αγάπη της για τον κόσμο.
Κι η Παναγιά με τη σειρά της την ευλόγησε. Κι ο Χριστός κάτω απ’ την ελιά ήρθε και ξεκουράστηκε.
Κι εκείνη καμάρωνε ευχαριστημένη στη μέση στον ελαιώνα και φρόντιζε, όταν έρχονται οι άνθρωποι να τη μαζέψουν να ‘ναι γεμάτη ελιές, να χορταίνουν οι φτωχοί, και να φωτίζονται απ’ τις καντήλες όλες οι εκκλησιές.

Η ΚΟΥΚΛΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥΛΑΣ

Η ΚΟΥΚΛΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥΛΑΣ

Ο Αγγελάκος ήξερε πως ούτε κι αυτή την Πρωτοχρονία θα ερχόταν η αδερφή του, κι ας έλειπε τόσο καιρό στην άγνωστη ξενιτιά. Από τότε που ξαφνηκά την πήραν με εκείνο το πάνθιμο αυτοκίνητο απ'το σπίτι κι όλο την έδιωχνε με τις θεόρατες χερούκλες του ο χειμωνιάτικος άνεμος, η Ροδούλα δεν ξαναγύρισε πια, έστω για να τους δει μιαν ώρα που έκλαιγαν και τη γύρευαν. Και το παιδί, ένα τόσο δα αγόρι που δεν καταλάβαινε ούτε και δικαιολούσε τι σημαίνει συγκοπή καρδιάς και θάνατος, έβγαινε κάθε μέρα στους δρόμους και τη φώναζε με τ'όνομά της όλο πόνο και νοσταλγία:
- Ροδούλα! Ε, Ροδούλα...
Μα από κάθε γωνιά της γής, απ'τα δέντρα και τις πέτρες, ξεπήδαγε ο ίδιος πάντα αντίλαλος. Άλλοτε δυνατός και λυπημένος, άλλοτε λειψός:
"Ροδουλα! Ε, Ροδούλα..."
Η ίδια όμως δε φαινόταν πουθενά! Ούτε με το τριανταφυλλένιο φορεματάκι και το φιόγκο στα μαλλιά που την είδε για τελευταία φορά ξαπλωμένη σε κείνο το άσπρο φέρετρο να κοιμάται τόσο βαριά και ασάλευτα, ούτε καν με τη γαλάζια ποδίτσα του σχολείου που πήγαινε το πρωί κι ερχόταν το μεσημέρι παίζοντας ανέβα μήλο - κατέβα ρόδι την τσάντα της. Ούτε έστω με το κάτασπρο νυχτικούλι της καθώς η αδερφούλα του, νωρίς το βράδυ, στεκόταν μπρός στο εικονοστάσι λέγοντας μεγαλόφωνα την προσευχή της για τους γονιούς και τον αδερφό της, για το γάτο και την καρδερίνα τους, για όλο τον κόσμο.

Ο Αγγελάκος ρώταγε κάποτε τη μάνα του για τη Ροδούλα και τ'αυτοκίνητο:
- Και πήγε μακριά, μάνα;
- Ναι, παιδί μου. Πολύ μακριά: όσο δεν τη φτάνει κανείς.
- Και δε μπορεί να γυρίσει στο σπίτι;
- Πως να'ρθει, Αγγελάκο μου! Χάλασε πια τ'αυτοκίνητο που την πήρε. Χάλασε και δεν ξαναγίνεται...
- Για φαντασου, μάνα, να μην ξαναγίνεται!

Φέτος την παραμονή της Πρωτοχρονίας την αναζήτησε και την πόνεσε πιο πολύ απ'όλο τον άλλο καιρό. Οι φίλοι του της γειτονιάς είχαν ταξιδέψει τις μέρες εκείνες με τους δικούς τους άλλοι για την Αθήνα κι άλλοι για κάτι χωριά της Ρούμελης κι ο Αγγελάκος έμεινε έρμος απ'τη συντροφιά τους.

Ωστότο, εκείνο που τον έκανε περισσότερο να την θυμηθεί, ήταν πως λίγο πριν φύγει η Ροδούλα για πάντα απ'το σπίτι, σίμωναν οι γιορτές και παρακαλούσε τον πατέρα και τη μάνα να της πάρουν για μπουναμά μια ξανθιά κουκλίτσα με ρόζ δαντελένιο φόρεμα κα με μαύρα μάτια που να τ'ανοίγει και να τα κλείνει. Μα δεν είχε προφτάσει! Οι κούκλες που έφερε ο Αγιοβασίλης μαζί του απ'την Καισαρεία, άργησαν πάνω από μια βδομάδα, κι η Ροδούλα δεν είχε το κουράγιο να τις περιμένει...
Ο Αγγελάκος λοιπόν κάθισε και σκέφτηκε: "Καλά τότε που η ίδια βιάστηκε κι εκείνες δεν ήρθαν πιο νωρίς! Φέτος όμως... Δεν πρέπει να πάρει, έστω ένα χρόνο αργότερα, το μποναμά της;

Η ώρα έτρεχε φτεροκοπώντας και το παιδί πήρε αμέσως την απόφασή του: νωρίς νωρίς τ'απόγεμα ξεχύθηκε στην αγορά! Ανακατεύτηκε μέσα στην πολύβουη κίνηση, γύρισε από βιτρίνα σε βιτρίνα, έψαξε ολούθε... Που ήταν η κούκλα που ήθελε η Ροδούλα; Που!
Όταν επιτέλους την είδε σε κάποιο μαγαζί ανάμεσα σ'ένα σωρό άλλα παιχνίδια, άλλα κουρνιστά κι άλλα ξύλινα ή πλαστικά, νόμισε ότι εκείνη άπλωσε απότομα τα δυο μισόγυμνα λεπτοκαμωμένα χεράκια της και του ζήτησε να την πάρει. Του φάνηκε ακόμα πως άνοιξε τάχα και τα κατακόκκινα χείλη της και του μίλησε με το μικρό του όνομα, τόσο τρυφερά κι αγαπημένα, σαν να τον ήξερε από καιρό.

Ο Αγγελάκος σοφίστηκε πρόχειρα ένα ψέμα, μπήκε μέσα στο μαγαζί κι είπε να του δώσουν την κούκλα.
- Μ'έστειλε ο πατέρας μου, συλλάβισε με κόπο, και να την χρεώστε στο λογαριασμό μας.
-Καλά αγόρι μου! αποκρίθηκε πρόθυμα και καλοσυνάτα ο μαγαζάτορας. Θα την πάρεις αμέσως...
- Σας ευχαριστώ, κύριε.
- Είνα για την ξαδερούλα σου; ρώτησε πάλι με χαμόγελο ο μαγαζάτορας.
Το παιδί δυσκολεύτικε ν'απαντήσει με δεύτερο ψέμα, μα στο τέλος κατάφερε να μουρμουρίσει δειλά, κατεβάζοντας τα μάτια:
-Και βέβαια... Γι'αυτήν. Πως το καταλάβατε!

Από κεί, κρατώντας κάτω απ'τη μασχάλη του την κούκλα μέσα σε ένα στενόμακρο κουτί, τυλιγμένο όμορφα και δεμένο με μια χρυσοκλωστή, ο Αγγελάκος μπλέχτηκε ανάμεα στον κόσμο και τράβηξε το δρόμο που πήγεναι στο κοιμητήρι.

Είχε ρωτήσει κι είχε πια μάθει που θα'βρισκε τη Ροδούλα. Ήταν, λέει, κάτω από λίγο ανασηκωμένο χώμα κοντά σ'ένα μαρμάρινο κενοτάφιο με τη μορφή ενός γέρου ανθρώπου. Και στη μιαν άκρη, λέει, στο χώμα έστεκε ένας άσπρος σταυρός με τ'όνομά της και μια μικρή φωτογραφία πίσω από ένα τζάμι, θαμπό απ'τα πυρωμένα δάκρυα της μάνας τους.

Το παιδί έτρεχε σαν να το κυνηγούσαν - θες ο μαγαζάτορας που θα'χε μάθει το ψέμα, θες οι άνθρωποι φωνάζοντας το "κλέφτη", θές όμως η μνήμη της Ροδούλας που το'βιαζε να φτάσει σύντομα στον προορισμό του. Στη σπουδή του απάνω σκούνταγε πότε πότε κανένα διαβάτη, σκόνταφτε, κινδύνευε να πέσει - με δεν το'νοιαζε τίποτα! Μονάχα όταν από μακριά φάνηκε η μάντρα του κοιμητηρίου πνιγμένη στα κυπαρίσσια, στάθηκε να ξανασάνει. Από κει και πέρα ερχ΄ταν μια καταθλιπτική σιωπή, κι ένα δέος που λύγιζε τα γόνατα.

Έφεγγε ακόμα η μέρα. Κι από την πόλη ξέμακρα φτεροκοπούσαν ως εκεί, λιπόψυχες βέβαια, οι φωνές του κόσμου που στριμωχνόταν στις πόρτες του χρόνου φωνάζοντας ή και κλαίγοντας να καλωσορίσει τον αγιοβασίλη...

Ο Αγγελάκος μπήκε απ'την μεγάλη σιδερένια πόρτα του κοιμητηρίου, βρήκε σε λίγο το μαρμάρινο κενοτάφιο, είδε το γέρο άνθρωπο, κομμένον ως τη μέση, που τον κοίταζε με τα τυφλά του μάτια, και στάθηκε μπρός στ'ανασηκωμένο χώμα που σκέπαζε τη Ροδούλα. Η αδερφή του είχε τόνομά της στο σταυρό και μεσ'από ένα θαμπό τζάμι τον ατένιζε με κάποιο χαμόγελο, που ωστόσο δεν της σάλευε τα χείλη.

Δεν παραξενεύτηκε ωστόσο, δεν τρόμαξε το παιδί. Ίσα ίσα, ξετύλιξε το κουτί, έβγαλε με προσοχή την κούκλα και την απίθωσε τρυφερά τρυφερά πάνω στο χώμα. Τα μαλλιά της ήταν, όπως τα'θελε η αδερφή του, ξανθά, μα χρύσισαν πιο πολύ καθώς ο ήλιος τα χάιδεψε με τα χέρια του για ύστερη φορά. Και τα μάτια της σαν ν'άστραψαν από κάποια περίεργη χαρά.

Ύστερα, ο Αγγελάκος έσκυψε, γονάτισε στο μνήμα και φώναξε στη νεκρή:
- Ροδούλα! Ε, Ροδούλα...Μ'ακούς;
Εκείνη βέβαια δεν τον άκουγε.
- Σου έφερα, καλέ, την κούκλα! της είπε πιο πρόσχαρα. Αύρο είναι Πρωτοχρονιά, Ροδούλα, χρόνια πολλά... Μ' ακούς;
Και πάλι η νεκρή σώπαινε.
"Θα κοιμάται", σκέφτηκε το παιδί. Και ζύγωσε πιο κοντά της, ακουμπώντας το μάγουλο του στο χώμα.
- Μόλις ξυπνήσεις, της μουρμούρισε, ν'απλώσεις τα χεράκια σου να πάρεις την κούκλα που σου'φερα. Είναι ο μποναμάς σου Ροδούλα. Από μένα...

Στα χέρια του Άγγελου απόμενε άδειο το κουτί και η χρυσοκλωστή, λυμένη κι άχαρη.

ΤΟ ΑΣΧΗΜΟΠΑΠΟ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΚΥΚΝΟΣ

ΤΟ ΑΣΧΗΜΟΠΑΠΟ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΚΥΚΝΟΣ

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ' ένα καταπράσινο αγρόκτημα μια πάπια. Είχε φτιάξει ανάμεσα σε κάτι καλάμια μια μικρή φωλιά κι εκεί κλωσούσε τα αυγά της. Κάθε μέρα καθόταν ώρες ολόκληρες πάνω στα αβγουλάκια, τα ζέσταινε και περίμενε πως και πως να βγουν από μέσα τους τα μικρά παπάκια.

Ώσπου μια μέρα τα αυγά άρχισαν να ραγίζουν κι από μέσα ξεπρόβαλαν όμορφα, κίτρινα παπάκια. Η πάπια καμάρωνε τα παιδάκια της, αλλά κοιτούσε με ανησυχία ένα αυγό που δεν είχε ακόμα σπάσει... Όταν έσπασε από μέσα δε βγήκε ένα παπάκι όπως τα προηγούμενα! Η πάπια κοίταξε με περιέργεια αυτό το πλασματάκι που είχε γκρίζο τρίχωμα και ήταν πιο άσχημο απ τα άλλα παπάκια.
-Βρες λες να το αυγό να ήταν από γαλοπούλα;-Σκεφτόταν η πάπια καθώς καμάρωνε τα παπάκια της.-Θα δούμε..Αν είναι γαλόπουλο θα φοβάται να μπει στο νερό.

Έτσι όταν πέρασαν λίγες μέρες η πάπια πήρε τα παπάκια της και πήγαν στην λιμνούλα που ήταν εκεί κοντά. Όλα τα παπάκια ακόμα και το γκρίζο παπάκι βούτηξαν χαρούμενα στο νερό και ακλούθησαν τη μανούλα τους. Η πάπια σαν είδε και το γκρίζο παπί να μπαίνει στο νερό πείστηκε πως ήταν σίγουρα δικό της και αποφάσισε να το αγαπάει όπως και τα άλλα της παιδιά.

Ο καιρός περνούσε κι ενώ τα αδέρφια του γινόταν όλο και πιο όμορφα αυτό φαινόταν όλο και πιο άσχημο δίπλα τους. Τα ζώα του αγροκτήματος το κορόιδευαν, το ίδιο και τα αδέρφια του. Εκείνο στενοχωρημένο έτρεχε και κρυβόταν κάτω από τα πούπουλα της μαμάς-πάπιας. Μην στενοχωριέσαι παιδάκι μου, του έλεγε εκείνη που το αγαπούσε. Δεν είσαι άσχημο, είσαι απλά διαφορετικό.

Μια μέρα όμως μια από τις κότες στο αγρόκτημα το πήρε στο κυνήγι τσιμπώντας το.Τα άλλα ζώα βρήκαν την ευκαιρία και άρχισαν να υποστηρίζουν την κότα.
- Να φύγεις από εδώ.Δεν είναι εδώ η θέση σου. Είσαι πολύ άσχημο και δε σ'αγαπάει κανείς!
- ΝΑΙ! ΦΥΓΕ!
Το παπάκι απογοητευμένο αποφάσισε να φύγει. Πήδηξε το φράχτη της αυλής και ξεκίνησε να βρει ένα μέρος που δεν θα το κορόιδευαν πια. Με τα πολλά έφτασε σε μια απομονωμένη λίμνη και κει κρύφτηκε σε μια σπηλιά.

Μια μέρα εκεί που βγήκε από τη σπηλιά μήπως έβρισκε τίποτα σκουληκάκια για να φάει είδε στον ουρανό κάτι πανέμορφα πουλιά να πετούν.Τα θαύμαζε πολύ ώρα μα μόλις πλησίασαν τη λίμνη τρομαγμένο μη το κοροϊδέψουν για την ασχήμια του κρύφτηκε πάλι στη σπηλιά του. Πέρασε το καλοκαίρι, το φθινόπωρο και ο χειμώνας και ήρθε ξανά η άνοιξη.

Είχε περάσει κιόλας ένας χρόνος από τότε που το παπάκι είχε φύγει από το σπίτι του. Μόλις είχαν λιώσει λίγο τα χιόνια βγήκε από τη σπηλιά του για να κολυμπήσει στη λίμνη.Ξάφνου εκεί που κολυμπούσε είδε στα νερά της λίμνης το είδωλο του!Έμεινε έκπληκτο να κοιτάει.Γιατί δεν ήταν πια το γκρίζο και άσχημο παπάκι αλλά ένας μεγάλος και όμορφος κύκνος! Λίγο πιο κει είδε τα όμορφα πουλιά που είχε θαυμάσει τότε, την ώρα που πετούσαν.Ένα από αυτά, το πλησίασε.
- Για δες ένας κύκνος. Είσαι αδελφός μας λοιπόν. Θες να έρθεις μαζί μας; Να μας ακολουθείς στα μακρινά μας ταξίδια;
Το παπάκι που είχε γίνει πια ένας πανέμορφος κύκνος δέχτηκε με χαρά. Αποφάσισε να ακολούθησε τους κύκνους στα μακρινά ταξίδια τους και ετσι γνώρισε όλο το κόσμο.Καμιά φορά περνούσε απ' το αγρόκτημα να δει τη μαμά του. Κι όλα τα ζώα το θαύμαζαν και το ζήλευαν γιατί ήταν ένας όμορφος κύκνος. Κι η μαμά πάπια ήταν περιφανή για το γιο της, το άσχημο παπί που έγινε ο ομορφότερος κύκνος.

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ

Eπεφτε χιόνι και κόντευε να νυχτώσει. Ήταν η τελευταία βραδιά του χρόνου, η παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Μέσα σ' εκείνο το κρύο και σ' εκείνο το σκοτάδι, ένα φτωχό κοριτσάκι περπατούσε στο δρόμο, χωρίς να φοράει τίποτα στο κεφάλι του, ούτε στα πόδια του.

Η αλήθεια είναι πως, όταν βγήκε από το σπίτι της, φορούσε παντούφλες, αλλά δεν της κράτησαν πολύ: ήταν κάτι μεγάλες παντούφλες, που τις είχε λιώσει η μητέρα της, τόσο μεγάλες ώστε η μικρή τις έχασε, καθώς έτρεξε να περάσει το δρόμο, ανάμεσα σε δυο αμάξια που λίγο έλειψε να την χτυπήσουν. Τη μια την έχασε. Την άλλη, τη βρήκε ένα παιδί και την πήρε μαζί του, για να τη δώσει στην αδερφούλα του, να την κάνει κούνια για την κούκλα της.

Το κοριτσάκι βάδιζε ξυπόλητο και τα πόδια του είχανε μελανιάσει από το κρύο. Μέσα στην τσέπη της κουρελιασμένης ποδιάς της είχε ένα σωρό σπίρτα. Στο χέρι της κρατούσε κι άλλα κουτιά γεμάτα, γιατί αυτή τη δουλειά έκανε: πουλούσε κουτιά με σπίρτα στους δρόμους.

'Oμως εκείνη την ημέρα δεν είχε πουλήσει ούτε ένα κουτί, γιατί οι άνθρωποι έτρεχαν να προφυλαχτούν από το κρύο κι από το χιόνι, και κανείς δε στεκόταν για ν' αγοράσει σπίρτα. Δεν είχε πουλήσει ούτε ένα κουτί και δεν είχε ούτε μια δεκάρα στην τσέπη της. Το κοριτσάκι πεινούσε και κρύωνε κι ήταν αδύνατο, κι έτρεμε ολόκληρο.

Η καημένη η μικρούλα! Οι νιφάδες του χιονιού έπεφταν στα ξανθά της μαλλιά, που σχημάτιζαν μπούκλες γύρω απ' το λαιμό της. Τα φώτα έκαναν να λάμπουν τα τζάμια των παραθυριών κι έφτανε ως το δρόμο η μυρωδιά από τα πουλερικά που έψηναν στις κουζίνες. Ήταν παραμονή της Πρωτοχρονιάς, σε μια γωνιά, ανάμεσα σε δυο σπίτια.

Το κοριτσάκι πάγωνε όλο και πιο πολύ, αλλά δεν τολμούσε να γυρίσει σπίτι της: θα πήγαινε τα κουτιά με τα σπίρτα, κι ούτε μια δεκάρα. Ο πατέρας της θα τη μάλωνε κι άλλωστε, μήπως και μέσα στο σπίτι της δεν έκανε τόσο κρύο; 'Eμεναν ψηλά, σε μια σοφίτα, κι ο άνεμος φυσούσε ανάμεσα απ' τις τρύπες της σκεπής, μ' όλο που τις πιο μεγάλες τις είχανε βουλώσει με άχυρο και με κουρέλια.

Τα καημένα τα χεράκια της δεν τα' νιωθε πια από το πολύ το κρύο. 'Eνα σπίρτο θα τα ζέσταινε λιγάκι. Αν τολμούσε να βγάλει ένα, μονάχα ένα, απ' το κουτί και να τ' ανάψει να ζεστάνει τα δάχτυλά της; Τράβηξε ένα: κριτς! Πώς έλαμψε! Πώς άναψε! Ήτανε μια φλογίτσα καθαρή και ζεστή κι έμοιαζε με κεράκι, καθώς τη σκέπασε με τις χούφτες της. Τι παράξενο φως! 'Eμοιαζε τώρα μ' ένα κοριτσάκι, καθισμένο μπροστά σε μια μεγάλη σιδερένια σόμπα, που το σκέπασμά της ήτανε γυαλιστερό.

Η φωτιά έκαιγε εκεί μέσα τόσο υπέροχα και ζέσταινε τόσο καλά! Αλλά τι έγινε; Μόλις το κοριτσάκι άπλωσε τα ποδαράκια του για να τα ζεστάνει, η φλόγα έσβησε και η σόμπα εξαφανίστηκε. Η μικρούλα βρέθηκε καθισμένη στη γωνιά της, ανάμεσα σε δυο σπίτια, και κρατούσε στο χέρι της ένα σπίρτο καμένο.

'Aναψε και δεύτερο σπίρτο, και, καθώς η λάμψη έπεσε πάνω στον τοίχο του σπιτιού, το κοριτσάκι μπορούσε τώρα να δει ένα μεγάλο δωμάτιο, όπου ήταν στρωμένο ένα τραπέζι, με κάτασπρο τραπεζομάντιλο, με πιάτα από πορσελάνη που αστραφτοκοπούσαν και ο τοίχος έγινε διάφανος σαν ατμός. με μια μεγάλη πιατέλα, όπου μια χήνα ψητή άχνιζε και σκόρπιζε μια ορεχτική ευωδιά.

Τι έκπληξη! Τι ευτυχία! Ξαφνικά, η ψημένη χήνα πήδησε από την πιατέλα και κύλησε στο πάτωμα, με το πιρούνι και το μαχαίρι καρφωμένα απάνω της. Κι η ψημένη χήνα κύλήσε ως εκεί που καθότανε το φτωχό κοριτσάκι. Αλλά το σπίρτο έσβησε και, μπροστά στη μικρούλα, ορθώθηκε πάλι ο χοντρός και κρύος τοίχος των σπιτιών. 'Aναψε αμέσως και τρίτο σπίρτο. Και τότε το φτωχό κοριτσάκι είδε πως καθόταν κάτω από ένα υπέροχο Χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Ήτανε πιο μεγάλο και πιο πλούσια στολισμένο, από κείνο που είχε δει, τα περασμένα Χριστούγεννα μέσα από τη τζαμένια πόρτα, στο μέγαρο του πλούσιου εμπόρου. Χίλια κεράκια ήταν αναμμένα πάνω στα πράσινα κλαδιά του και κάτι πολύχρωμες εικόνες, σαν εκείνες που στολίζουν τις βιτρίνες των μαγαζιών, θαρρείς και της χαμογελούσαν. Το φτωχό κοριτσάκι σήκωσε τα δυο του χεράκια. Το σπίρτο έσβησε.

'Oλα τα κεράκια του Χριστουγεννιάτικου δέντρου ανέβαιναν, ανέβαιναν και τότε είδε πως δεν ήταν κεράκια, αλλά αστέρια. 'Eνα απ' αυτά τ' αστέρια έπεσε και χάραξε μια φωτεινή γραμμή στον ουρανό. «Κάποιος πεθαίνει» μουρμούρισε το κοριτσάκι. Γιατί η γιαγιά του, που μόνο εκείνη ήτανε καλή γι' αυτό, αλλά δεν ζούσε πια, έλεγε συχνά: «'Oταν πέφτει ένα αστέρι, μια ψυχούλα ανεβαίνει στο Θεό.»

Το φτωχό κοριτσάκι άναψε άλλο σπίρτο. Μέσα στη λάμψη του, παρουσιάστηκε η γιαγιά της που της χαμογελούσε. «Γιαγιά», φώναξε η μικρούλα, «πάρε με μαζί σου».

«'Oταν θα σβήσω το σπίρτο, ξέρω πως δε θα είσαι πια εδώ. Θα χαθείς, όπως χάθηκαν η αναμμένη σόμπα, η ψημένη χήνα και το Χριστουγεννιάτικο δέντρο.» Πήρε το κοριτσάκι στην αγκαλιά της η γιαγιά, και πέταξαν κι οι δυο χαρούμενες, μέσα σ' εκείνη τη λάμψη. Δεν υπήρχε πια ούτε κρύο, ούτε πείνα, ούτε αγωνία. Ήταν κοντά στο Θεό

ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΙΠΠΑΣΙΑ

ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΙΠΠΑΣΙΑ

H αναπτυξιακή ιπποθεραπεία εφαρμόζεται όπως η κλασσική ιπποθεραπεία, αλλά ο θεραπευτής βοηθά το παιδί σε μια συγκεκριμένη θέση και μπορεί να βοηθήσει σε μεταφορά κίνησης εντός της θέσης. Ο βασικός στόχος είναι η επιτυχής μεταφορά κίνησης από την πλάτη του αλόγου στον ιππέα και η προσαρμοστικότητα του σε αυτήν την κίνηση. Ο ιππέας καθοδηγείται θεραπευτικά από την πλάτη του αλόγου και δεν προσπαθεί να επηρεάσει το άλογο με κανέναν τρόπο.
Παρατηρώντας κανείς ένα άλογο που προχωρά και πολύ περισσότερο όποιος κάθεται επάνω, του θα    διαπιστώσει, ότι η ράχη του αλόγου πραγματοποιεί εντελώς συγκεκριμένες ρυθμικές κινήσεις:

Υψηλά και χαμηλά, δηλαδή κατακόρυφα και κάθετα Οριζοντίως, με την έννοια μιας εναλλασσόμενης επιταχύνσεως και επιβραδύνσεως σε κάθε βήμα του αλόγου. Ταλαντώσεις προς τα αριστερά και δεξιά, καθώς τα καπούλια σε κάθε βήμα χαμηλώνουν ελαφρά προς τα αριστερά και δεξιά.

Έτσι δημιουργείται η κάπως «καμπυλωτή» κίνηση του κορμού του αλόγου.

Σε ένα άλογο μεσαίου μεγέθους αυτές οι τρισδιάστατες ταλαντώσεις της ράχης γίνονται περίπου 90-110 φορές το λεπτό. Αυτή η συχνότητα εξαρτάται από τον προσωπικό τύπο κινήσεως του αλόγου, όπως επίσης και από την ταχύτητα της βάδισής του.
Τοποθετώντας τον αναβάτη πάνω στο άλογο, χρησιμοποιώντας μια απαλή κουβέρτα, σε διάφορες θέσεις, ο αναβάτης δεν ελέγχει το άλογο αλλά επηρεάζεται
άμεσα από αυτό και ανταποκρίνεται στις κινήσεις του αλόγου. Η θερμότητα του αλόγου μέσω της κουβέρτας πιθανολογείται να βελτιώνει την κυκλοφορία, να μειώνει τον ανώμαλο μυϊκό τόνο και να χορηγεί χαλάρωση σε παιδιά με σπαστική εγκεφαλική παράλυση.
Παρόλο που η θεραπευτική ιππασία είναι παρόμοια με τη χρήση των θεραπειών που χρησιμοποιούνται στην κλινική, όπως τα μακριά μαξιλάρια (ρολό) ή οι μπάλες,
προσφέρει περισσότερη αισθητικοκινητική διέγερση και δέσμευση μεταξύ του αναβάτη και του αλόγου που δεν μπορεί να γίνει τεχνητά. Η θεραπευτική ιππασία χορηγεί τον αναβάτη που έχει ανικανότητα, με μια αισθητικοκινητική εμπειρία που συμβάλλει στην ανάπτυξη, την υποστήριξη, την αποκατάσταση και τον εμπλουτισμό διάφορων αισθητήριων και κινητήριων ικανοτήτων.

Παρόλαυτά η θεραπευτική ιππασία δεν αντικαθιστά μέρος της φυσιοθεραπείας,
αλλά είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο που προσφέρει επιπρόσθετα οφέλη στα ήδη
αποκτημένα από τη φυσιοθεραπεία.

Οφέλη της θεραπευτικής ιππασίας

  • Όφελος στην ισορροπία
  • Όφελος στο στατικό έλεγχο
  • Βελτίωση της αισθητικοκινητικής λειτουργίας
  • Βελτίωση του οπτικοκινητικού συντονισμού
  • Ανάπτυξηδεξιοτήτων
  • Αύξηση της όρεξης
  • Βελτίωση της πέψης
  • Ανάπτυξη της ανεξαρτητοποίησης του ατόμου



Η ιπποθεραπεία έχει σαν αποτέλεσμα:

  • Ανάπτυξη της λήψης ερεθισμάτων που οδηγεί στη βελτίωση της ενημερότητας του σώματος στο χώρο, της κίνησης του σώματος και της κατανομής του βάρους σώματος.
  • Αύξηση της κινητοποίησης των αρθρώσεων, συγκεκριμένα γύρω και εσωτερικά της πυέλου, της σπονδυλικής στήλης και των ισχίων που συνεπάγεται και στις αρθρώσεις του αυχένα, των ώμων, των γονάτων, των αστραγάλων και του πέλματος.
  • Βελτίωση της σταθερότητας των κεντρικών αρθρώσεων – Αναχαίτιση των σπαστικών προτύπων κίνησης, ειδικά στα κάτω άκρα.
  • Επιμήκυνση, χαλάρωση και διάταση των μυών, νορμαλοποίηση του μυϊκού τόνου
  • Βελτίωση του συντονισμού και των αντανακλαστικών.
  • Βελτίωση της ισορροπίας και της εξισορρόπησης με το αιθουσαίο σύστημα του έσω αυτιού  διέγερση των εσωτερικών οργάνων, που οδηγεί στη βελτίωση των βασικών λειτουργιών του σώματος όπως το καρδιοαναπνευστικό σύστημα και την
  • αναπνοή, την κύστη και το έντερο (το σύστημα που προσλαμβάνει και απομακρύνει ξένα σωματίδια από το αίμα). Τέτοια διέγερση μπορεί να οδηγήσει
  • σε μεγαλύτερη συγκέντρωση και ετοιμότητα  διέγερση οπτικών ανταποκρίσεων στο νέο περιβάλλον και μεγαλύτερη εμπειρία της ταχύτητας της κίνησης.
  • Εμπειρία ευρέων αγγιγμάτων – μερικά παιδιά με συγκεκριμένες ανικανότητες δεν τους αρέσει να αγγίζονται και η ιππασία μπορεί να βοηθήσει για να νορμαλοποιηθεί η ανεκτικότητά τους.
  • Ευρεία εμπειρία ήχων και οσμών.
  • Ανάπτυξη της πλευρικότητας.
  • Βελτίωση του συντονισμού ματιού και χεριού.
  • Βελτίωση της ανεκτικότητας στην άσκηση, της γενικής κινητικότητας και της αντοχής.
  • Βελτίωση του λόγου, μέσω της υποκίνησης για εκπαίδευση και φροντίδα του αλόγου.
  • Βελτίωση της ενημερότητας του εσωτερικού ερεθίσματος, που οδηγεί σε μεγαλύτερη ικανότητα για το σχεδιασμό της κίνησης και των γεγονότων που επακολουθούν.
  • Βελτίωση της αυτό-υποκίνησης, της αυτοεκτίμησης και της αυτοπεποίθησης, μέσω προκλήσεων για αυτονομία.
  • Η σωματική φροντίδα, οι συναισθηματικές ανάγκες, οι αντιδράσεις συμπεριφοράς των αλόγων και οι γενικές πληροφορίες για τα ζώα και την εξοχή μπορούν να χορηγήσουν μια εστία για όλων των ειδών μάθησης: το διάβασμα, τη γραφή, τα μαθηματικά και την ανάπτυξη νέων ικανοτήτων.
Ακόμη:

Το σχήμα του αλόγου προάγει την αύξηση της απαγωγής και της έξω στροφής των ισχίων που οδηγούν σε πιο σωστή θέση της λεκάνης και του ελέγχου του κορμού.
Μερικές από τις πιο κύριες αρχές και ικανότητες που αναπτύσσονται κατά τη σωματική αλληλεπίδραση μεταξύ του παιδιού και του αλόγου είναι:
  • Εντόπιση του σώματος, καθώς το παιδί μαθαίνει την ανατομία του αλόγου Συσχέτιση σώματος, καθώς το παιδί μαθαίνει να σχετίζει το σώμα του αλόγου με το δικό του.
  • Μυϊκή δύναμη, καθώς το παιδί αναπτύσσει την ικανότητα να χρησιμοποιήσει τους μύες του όταν ιππεύει.
  • Υγεία και υγιεινή, καθώς το παιδί μαθαίνει να φροντίζει το άλογο.
  • Κατευθυντικότητα, καθώς το παιδί μαθαίνει το αριστερά από το δεξιά.
  • Προσανατολισμός ώρας, καθώς το παιδί μαθαίνει για την ώρα του φαγητού, την ώρα ξεκούρασης και την ώρα της ιππασίας.
  • Προβλεπτικές αντιδράσεις, καθώς το παιδί μαθαίνει πώς το άλογο ανταποκρίνεται σε διαταγές

Αντενδείξεις
  • Επιληψία.
  • Ασθένεια του Scheuermann, όπου είναι προσβεβλημένη η σπονδυλική στήλη
  • Σκολίωση με >30°.
  • Μείωση της κίνησης των ισχίων ή σημειωμένη ασυμμετρία στην κίνηση των ισχίων καθώς εμποδίζει την επίτευξη κεντρικής θέσης στο άλογο Οδυνηρή δυσμορφία ισχίων ή υποελαστικότητα.
  • Παθήσεις αίματος, λόγω πιθανότητας εσωτερικής αιμορραγίας μέσω χτυπημάτων, αν και σχετικές μελέτες δίνουν σαφείς πληροφορίες ότι το ποσοστό ατυχημάτων βρίσκεται κάτω από 1/1000, επομένως η πιθανότητα ατυχήματος σε περίπτωση που η θεραπευτική ιππασία εκτελείται από ειδικευμένους θεραπευτές είναι αμελητέα.
  • Αλλεργία σε σκόνη του ιπποδρόμου και των τριχών του αλόγου.
  • Οστεοπόρωση.
  • Πρόσπτωση μεσοσπονδύλιου δίσκου.
  • Οξεία κυστίτιδα.
Η σχέση της ψυχοκινητικής στην αναπτυξιακή θεραπευτική ιππασία.
Ένα θεμελιώδες μέρος της αναπτυξιακής θεραπευτικής ιππασίας είναι ο συνυπολογισμός και η προσαρμογή της θεραπευτικής φιλοσοφίας με τις θεραπευτικές μεθόδους της ψυχοκινητικής.
Η ψυχοκινητική είναι μια ψυχοιατρική ειδικότητα που αναπτύχθηκε στο τέλος του 1940 σαν ανταπόκριση στην ανάγκη να θεραπευθούν κινητικές διαταραχές που δεν προκλήθηκαν από επίκτητο νευρολογικό τραύμα ή βλάβη.
Πολλές θεραπευτικές εφαρμογές και φόρμες χρησιμοποιήθηκαν στο πεδίο της ψυχοκινητικής. Καθαρά αυτή η περιεκτική ειδικότητα, που ενοποιεί το συναίσθημα
με την ανάπτυξη της ομιλίας και την εμπειρία της κίνησης με την εκπαίδευση, μπορεί να εφαρμοστεί στο πεδίο της θεραπευτικής ιππασίας.
Τα ανθρώπινα όντα αντιμετωπίζουν τις ειδικές αλληλεπιδράσεις και τα αποτελέσματα της σκέψης, του συναισθήματος και της σωματικής επίδοσης.
Σύμφωνα με αυτή τη φιλοσοφία, η αναπτυξιακή θεραπευτική ιππασία καλλιεργεί τα
σωματικά, συναισθηματικά και γνωστικάπεδία του ατόμου από μια υψηλά ολοκληρωμένη όψη.  ίνει έμφαση στα συνδυασμένα αποτελέσματα του ειδικού θεραπευτικού αλόγου, στον ικανό θεραπευτή αναπτυξιακής θεραπείας και στη θεραπευτική ομάδα.
Η ψυχοκινητική αναγνωρίζει ότι οι σωματικές, συναισθηματικές και γνωστικές ικανότητες είναι όλες ευκρινή και αναγνωρίσιμα μέρη της ατομικότητας. Παρόλο που μπορεί να υπάρχουν βλάβες σε ένα ή σε όλα από αυτά τα πεδία, η φιλοσοφική θέση της ψυχοκινητικής συγκρατεί ότι η αίσθηση του ελέγχου ή της ενδυνάμωσης στη ζωή ενός ανθρώπου είναι κεντρικά στην υγεία. Για αυτό, το πεδίο απασχολεί υπεράριθμες εκλεκτικές θεραπευτικές τεχνικές και εκπαιδευτικές στρατηγικές, που οδηγούν την ανάγκη του ατόμου για έλεγχο και επιλογή. Επιτρέπει μια ποικιλία θεραπευτικών μονοπατιών που καλλιεργούν την αίσθηση αυτή και διευκολύνουν ευκαιρίες για την  έκφραση των ατόμων. Έτσι, η βλάβη σε κάθε πεδίο ερμηνεύεται σε όρους μιας βλάβης, στην ικανότητα των ατόμων να ανακατευθύνουν τις ζωές τους και τις σχέσεις τους με το ευρύ δίκτυο της οικογένειας, της κοινωνίας και της εργασίας.
Παράλληλα, η ψυχοκινητική θεραπεία με το άλογο πρέπει να συγκρατεί αυτήν τη
θεραπευτική φιλοσοφία. Πρέπει πάντα να είναι σε επαφή με ένα προστατευτικό, υποστηρικτικό σύστημα, μέσω του οποίου ο ασθενής μπορεί να επικοινωνήσει διαπροσωπικά με το θεραπευτή και το άλογο. Ένα θεραπευτικό περιβάλλον πρέπει να δημιουργηθεί, μέσα στο οποίο μπορούν να ξεκινούν, να εκφράζονται και να  εντείνονται οι σχέσεις εμπιστοσύνης, η αυτογνωσία και η ανακάλυψη του εαυτού
μας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


  • Baker L., Learning Disabilities and Therapeutic Riding. NARHA, January 1996.
  • Barwick S.(1986). Psychomotor Therapy. In Therapy through movement, edited by L.Burr. Nottingham, England: Nottingham Rehab Limited.
  • Potter J.T., Evans J.W., Nolt Jr B.H.(1994), Therapeutic horseback riding.
  • DePauw K.P.(1986), Horseback riding for individuals with disabilities.