Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

Ο βασιλιάς που είχε αυτιά γαϊδάρου.


Ο βασιλιάς που είχε αυτιά γαϊδάρου.

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που ήταν πολύ λυπημένος
γιατί δεν είχε παιδιά. Σαν απελπίστηκε, πήγε σ΄ ένα μακρινό δάσος για
ν΄ ανταμώσει τρεις νεράιδες, που έμεναν εκεί και να τους πει τον πόνο του.
Οι νεράιδες τον λυπήθηκαν και του ΄ταξαν πως σ΄ένα χρόνο και μια
μέρα, θα είχε τον διάδοχο.

Και σ΄ένα χρόνο και μια μέρα, ούτε πάνω ούτε κάτω, η βασίλισσα
γέννησε παιδί.

Την άλλη νύχτα απ΄ την γέννησή του, οι τρεις νεράιδες φάνηκανμπροστά στην κούνια του, για να του κάνουν τα πεσκέσια τους.
Η πρώτη νεράιδα είπε:

- Θα ΄σαι το πιο όμορφο βασιλόπουλο του κόσμου.

Η δεύτερη είπε:

- Θα ΄σαι τίμιος και σοφός.

Η τρίτη νεράιδα, σαν άκουσε να του τάζουν τόσα όμορφα χαρίσματα, συλλογίστηκε λίγο και είπε:
- Μα θα ΄χεις και γαϊδουρινά αυτιά, για να μην γίνεις ποτέ
περήφανος.
Οι τρεις νεράιδες έκαναν τα πεσκέσια τους και χάθηκαν. Κι ό,τι
του ΄ταξαν έγινε στην ακρίβεια. Το βασιλόπουλο μεγάλωνε σα δέντρο
κι ομόρφαινε και γινόταν τίμιο και μυαλωμένο, αλλά τον ίδιο καιρό
μεγάλωναν και τ΄αυτιά του.
Ο βασιλιάς και η βασίλισσα είχαν φρίξει. Ποιός είχε ακούσει ποτέ
για βασιλόπουλο με γαϊδουρινά αυτιά; Πώς μπορούσε να περιμένει
σεβασμό και αγάπη από τους υπηκόους του, αν το έπαιρναν χαμπάρι;
Κι έτσι έκρυβαν τ΄ αυτιά του βασιλόπουλου, που φορούσε πάντα ένα
ειδικό κασκέτο.
Κατάφεραν λοιπόν, να κρατήσουν το μυστικό για το φοβερό
ελάττωμα του βασιλόπουλου και κανένας ποτέ δεν έμαθε τίποτα.
Όλοι πίστευαν πως ήταν το πιο όμορφο και πιο μυαλωμένο βασιλόπουλο
του κόσμου και περίμεναν πώς και πώς, πότε να ΄ρθει η μέρα για να
γίνει βασιλιάς.
Το καλό βασιλόπουλο μεγάλωνε κι έγινε ένα ψηλό και όμορφοπαλικάρι. Όσο ήταν μικρός, είχε τα μαλλιά του μακριά σαν κορίτσι,
μα τώρα δεν ήταν πια δυνατό και ήθελε μπαρμπέρη. Σαν ο βασιλιάς το
πήρε είδηση, στεναχωρήθηκε πολύ κι έμεινε ξάγρυπνος ολόκληρη νύχτα
και συλλογιόταν πως να βρει μπαρμπέρη για το βασιλόπουλο, δίχως να
φανερωθεί το μυστικό, που του΄φερνε ντροπή.
Κι επιτέλους, του ΄ρθε μια ιδέα. Φώναξε τον αρχηγό του συναφιού
των μπαρμπέρηδων, τον κάλεσε μονάχο στο τραπέζι του και του είπε με
βαριά φωνή:

- Μαστρο - μπαρπέρη, σε περιμένει μια μεγάλη τιμή.
Αποφάσισα να σε κάνω μπαρμπέρη του παλατιού, για το
βασιλόπουλο. Η δουλειά σου θα ΄ναι να ξυρίζεις το βασιλόπουλο
κάθε μέρα και να του κόβεις τα μαλλιά, μια φορά τη βδομάδα.
Δεν είναι δύσκολη δουλειά κι αν φερθείς φρόνημα θα σε κάνω
πλούσιο. Μα, αν πεις και μια κουβέντα γι΄ αυτό που θα δεις στη
δουλειά σου, είσαι άνθρωπος πεθαμένος.

Ο καλός μας μπαρμπέρης δεν ήξερε αν ήταν ξύπνιος ή έβλεπε όνειρο
και υποσχέθηκε πως θα ΄κλεινε το στόμα του σαν τάφος. Την ίδια κιόλας
μέρα, τον έκαναν επίσημα μπαρμπέρη του βασιλόπουλου. Έμενε στο
παλάτι, έτρωγε απ΄ την κουζίνα, έπαιρνε μέρος στα συμβούλια, είχε ό,τι
μπορούσε να πεθυμήσει και ήταν πιο χαρούμενος και ευτυχισμένος από
πολλούς άλλους.
Μα η χαρά του δεν κράτησε πολύ. Δεν είχε περάσει μήνας κι ο
μπαρμπέρης του βασιλόπουλου άρχισε να γίνεται κίτρινος, ν΄αδυνατίζει
και να λειώνει σαν να ΄ταν άρρωστος. Μα δεν ήταν άρρωστος.
Τον βάραινε πολύ το μυστικό με τ΄ αυτιά του βασιλόπουλου, που δεν
μπορούσε να το πει σε κανέναν στον κόσμο.
Ο κακότυχος μπαρμπέρης, πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Μια
μέρα, που με το ζόρι μπόρεσε να κρατήσει το ψαλίδι και το ξυράφι στο
χέρι απ΄την ανημποριά του, πήγε στο δάσος να ζητήσει ορμήνια από έναν
ερημίτη.
Ο ερημίτης τον άκουσε και του είπε:

- Αν είναι τούτο το μυστικό που σε βασανίζει, βρες μια ερημιά,
σκάψε μια τρύπα στο χώμα και πες στην τρύπα το μυστικό σου.
Θα θάψεις εκεί το βάσανό σου και η γη δεν θα σε προδώσει.

Ο καλός μπαρμπέρης ευχαρίστησε το γέρο και στη στιγμή έκανε ό,τι
τον είχε ορμηνέψει. Η ορμήνια του ερημίτη ήταν πολύ καλή: σαν ο
μπαρμπέρης είπε το φοβερό του μυστικό στην τρύπα που ΄σκαψε σε
μακρινό τόπο, ένοιωσε στη στιγμή καλύτερα. Γέμισε πάλι καλά - καλά
την τρύπα με χώμα και γύρισε σπίτι του τραγουδώντας.
Σε λίγο καιρό, φύτρωσαν όμορφα καλάμια στον τόπο όπου ο
μπαρμπέρης είχε σκάψει την τρύπα για να ξεφορτωθεί το μυστικό του.
Μια μέρα, μερικοί τσοπάνοι πέρασαν από ΄κει με τα πρόβατά τους κι
έκοψαν κάνα - δυο καλάμια για να κάνουν σουραύλια.

Μα αλίμονο, τιι έγινε τότε; Αν άρχισαν να παίζουν τα σουραύλια,
μια παράξενη φωνή βγήκε απ΄ τα καλάμια:

Το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά,
το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά.

Η ιστορία με τα μαγικά σουραύλια και το παράξενο τραγούδι τους,
σκόρπισε σ΄όλη τη χώρα σαν αστραπή. Δεν χρειάστηκε πολύ για να
φτάσει και στο παλάτι και στ΄αυτιά του βασιλιά.
Σαν ο βασιλιάς άκουσε το φοβερό μαντάτο, φώναξε τους τσοπάνους
και τους πρόσταξε να παίξουν. Μα, οι φουκαράδες, όσο κι αν πάρχιζαν,
απ΄τα σουραύλια τους δεν έβγαινε παρά τούτο το παράξενο τραγούδι:
Το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά, το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά.

Ο βασιλιάς δοκίμασε να παίξει κι ο ίδιος ένα σουραύλι, μα τίποτα δενάλλαξε. Ο βασιλιάς ήταν πολύ θυμωμένος. Ποιός άλλος μπορούσε να τον
έχει προδώσει, εκτός απ΄τον μπαρμπέρη του παλατιού; Είπε να τον
φέρουν μπροστά του και χωρίς κουβέντα, πρόσταξε να του πάρουν το
κεφάλι.
Τότε όμως, σηκώθηκε το βασιλόπουλο, έβγαλε το κασκέτο του μπροστάσε όλους και είπε:

- Όχι, βασιλιά μου και πατέρα μου, δεν πρέπει να καταδικάσεις
τον μπαρμπέρη μόνο και μόνο επειδή είπε την αλήθεια.
Άσε να δει όλος ο κόσμος ό,τι κρύβαμε τόσον καιρό. Αν το
θελήσει ο Θεός, θα γίνω καλός βασιλιάς είτε έχω είτε δεν έχω
αυτιά γαϊδάρου.
Έτσι γλίτωσε ο μπαρμπέρης χάρη στο βασιλόπουλο. Μα μπορείτε να
φανταστείτε τη χαρά όλων, και πιο πολύ του βασιλιά και της βασίλισσας,
όταν ξαφνικά είδαν πως το βασιλόπουλο δεν είχε πια εκείνα τα σταχτιά,
γαϊδουρινά αυτιά !!! Τι είχε γίνει;
Η τρίτη νεράιδα, σαν ένιωσε πως η καρδιά του βασιλόπουλου δενείχε περηφάνια, έλυσε τα μάγια.
Μπορείτε λοιπόν να καταλάβετε, πως όλοι ήταν ευχαριστημένοι μετούτο το χαρούμενο τέλος. Ο λαός ήταν ευχαριστημένος, το παλάτι ήτανευχαριστημένο, ο βασιλιάς ήταν ευχαριστημένος, το βασιλόπουλο ήτανευχαριστημένο και βέβαια ήταν ευχαριστημένος και ο μπαρμπέρης.Στο κάτω - κάτω, κόντεψε να χάσει τη ζωή του γι΄αυτή την ιστορία. Από τότε, τα σουραύλια που τον είχαν προδώσει, δεν είπαν πιατο τραγούδι για τ΄αυτιά του βασιλόπουλου, μ΄ όλο που τα πιτσιρίκια,κάθε τόσο και πολύ μυστικά, πασχίζουν να τα κάνουν να το ξαναπούν.

Ο ΚΑΛΛΟΓΙΑΝΝΟΣ


Ο ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΟΣ



Βασιλιάς των πουλιών είν’ ο καλογιάννος·
γιατί μια φορά εζητούσαν τα πουλιά βασιλιά,
και ο Θεός τους είπε να γίνει εκείνος που θα πετάξει ψηλότερα.
Τα πουλιά δεν ήθελαν, γιατί ήξευραν πως θα γίνει ο αετός·
μόνον ο καλογιάννος επέμενε.
Παραδέχτηκαν λοιπόν τα πουλιά, πετάει ο αετός,
και άμα επέρασε όλα τα πουλιά στο ύψος και
έφτασε ώς εκεί που δεν ημπορούσε να πετάξει πλέον ψηλότερα, εφώναξε:
«Ποιος μπορεί να πετάξει ψηλότερα από μένα;»
Ο καλογιάννος, που είχε κρυφτεί στη ράχη του αϊτού, ανατινάχτη ολίγο και εφώναξε: «Εγώ!»
Και έτσι έγινε βασιλιάς
Λαικό παραμύθι από το Αγρίνιο

Ένα μικρό παραμύθι

Ένα μικρό παραμύθι

 

Μια φορά και έναν καιρό, εκεί ψηλά -ψηλά στον Ουρανό, όπου δεν υπάρχουν ούτε οι πίκρες, ούτε ο πόνος- πετούσαν, παίζοντας οι δύο Ψυχές.
Ας τις ονομάσουμε Μικρούλης και Μικρούλα.
Αυτές ήσαν ελεύθερες εκεί, ένιωθαν τόσο καλά και χαρούμενα, έπαιζαν μεταξύ τους, ακτινοβολώντας αντί της γήινης γλώσσας ένα τρυφερό-τρυφερό γαλανόλευκο φως.
- Σ' αγαπώ!- άφηνε την ακτίνα του Ουράνιου φωτός η μια Ψυχή, ζεσταίνοντας με την αγάπη της την άλλη.
- Και γω σ' αγαπώ ακόμη πιο πολύ- άφηνε εις απάντηση την δική της ακτίνα του φωτός η άλλη Ψυχή, ζεσταίνοντας με την αγάπη της την πρώτη.
- Εγώ σ' αγαπώ πιο πολύ!
- Όχι, εγώ σ' αγαπώ πιο πολύ!
Έτσι χαίρονταν αυτές χωρίς τα βάσανα, έχοντας στην διάθεσή τους ολόκληρο το Σύμπαν, πετώντας στα ατελείωτα πέρατά του με τρομερή ταχύτητα, ακτινοβολώντας παντού το φως: Σ' αγαπώ!
Οι Άγγελοι του Ουρανού χαμογελούσαν και χαίρονταν γι' αυτές τις δυο Ψυχές, που έπαιζαν αμέριμνες και απολάμβαναν την αγάπη μεταξύ τους.
Μια φορά η Ψυχή, που την έλεγαν Μικρούλα κοίταξε προς τα κάτω και είδε τον πλανήτη Γη.
- Μικρούλη! Τι λες, δεν πάμε εκεί κάτω να δούμε πως είναι;
- Όχι, δεν χρειάζεται, Μικρούλα! Καλά είμαστε εδώ. Εκεί κάτω θα χαθούμε και δεν θα είμαστε μαζί.
- Μικρούλη! Θέλω να πάω εκεί κάτω να δω πως είναι. Θα με αφήσεις μόνη;
- Άκουσέ με, Μικρούλα! Θα μας ποτίσουν πριν την ενσάρκωση με το νερό την Λήθης και θα δυσκολευτούμε πάρα πολύ να αναγνωρίσουμε ο ένας τον άλλον. Έτσι θα μπλεκόμαστε με τον κάθε τυχόντα με την κρυφή ελπίδα να βρούμε στο πρόσωπό του ο ένας τον άλλον και στο τέλος θα απογοητευόμαστε και θα βασανιζόμαστε. Μπορεί να μην βρεθούμε ποτέ και να περάσουμε όλη την γήινη ζωή ψάχνοντας ο ένας τον άλλον. Καλύτερα ας μείνουμε εδώ, Μικρούλα!
- Μη φοβάσαι, Μικρούλη! Ακόμα κι' αν δεν βρεθούμε εκεί κάτω- πάλι θα γυρίσουμε εδώ και πάλι θα βρεθούμε. Θέλω να δω πως είναι εκεί κάτω! Έλα, πάμε, Μικρούλη!
- Εντάξει, αφού το θέλεις τόσο πολύ -απρόθυμα απάντησε ο Μικρούλης- θα έλθω μαζί σου εκεί κάτω, αλλά να θυμάσαι- θα περάσει πάρα πολύς καιρός ως που να ανταμωθούμε και αναγνωρίσουμε ο ένας τον άλλον.
- Δεν πειράζει! Έτσι θα μάθουμε να αγαπάμε και να εκτιμάμε ακόμη πιο πολύ ο ένας τον άλλον,- είπε η Μικρούλα.
Οι Ψυχές του Μικρούλη και της Μικρούλας ήλθαν στον Άγγελο της Ενσάρκωσης.
- Θέλουμε να πάμε κάτω στην Γη.
- Το σκεφτήκατε καλά αυτό;- τους ρώτησε ο Άγγελος.
- Ναι. Αποφασίσαμε να πάμε κάτω και να δούμε πως θα είναι εκεί τα πράγματα για μας.
- Εντάξει τότε, ετοιμαστείτε για την ενσάρκωση,- τους είπε ο Άγγελος.- Ποιος από σας θέλει να γεννηθεί πρώτος; Ποιος θα κατέβει πρώτος κάτω στην Γη;
Ο Μικρούλης και η Μικρούλα κοιταχτήκανε, κάνοντας ο ένας στον άλλον την βουβή ερώτηση-ποιος;
- Εγώ θα κατέβω πρώτος- είπε ο Μικρούλης- αλλά εσύ Μικρούλα μην αργήσεις πολύ να έλθεις, μην μ' αφήνεις για πολύ καιρό μόνο μου εκεί.
- Εντάξει- του είπε η Μικρούλα- μετά από σένα και γω θα κατέβω αμέσως. Πήγαινε τώρα.
Ο Μικρούλης, κοιτώντας για τελευταία φορά την Μικρούλα, που για πρώτη φορά θα την άφηνε μονάχη, πλησίασε στενοχωρημένος τον Άγγελο της Ενσάρκωσης.
- Πρέπει να πιεις όλο το νερό της Λήθης- του είπε ο Άγγελος- θα ξεχάσεις τα πάντα- ποιος είσαι στην πραγματικότητα, ποια είναι η Μικρούλα σου, δεν θα θυμάσαι τίποτε πια, αλλά μέσα σου θα διατηρηθεί εκείνο το θολό αίσθημα του κάτι που ήταν παλιά και μ' αυτό το αίσθημα εσύ θα προσανατολίζεσαι εκεί κάτω στην Γη. Και τώρα πιες το νερό της Λήθης!
Ο Μικρούλης έριξε για άλλη μια φορά το βλέμμα του στην Μικρούλα, ρωτώντας την βουβά- να το πιω;
Πιες! - το ίδιο βουβά με το βλέμμα της του απάντησε η Μικρούλα- και γω θα πιω μετά από σένα.
Ο Μικρούλης ήπιε όλο το νερό και αμέσως ξέχασε τα πάντα- ποιος είναι, ποια είναι η Μικρούλα έγινε τελείως διαφορετικός, δεν θυμόταν απολύτως τίποτε.
Τον έριξαν κάτω στην Γη στην κοιλιά μίας μάνας που του διάλεξαν οι Άγγελοι από πάνω.
Λίγο αργότερα τα ίδια έκαναν και στην Μικρούλα. Και αυτή ξέχασε τα πάντα.
Μόνο ένα θολό αίσθημα έμεινε και στους δυο- το σημάδι του παρελθόντος, - αυτή η ακατανόητη φωνή, που κάποια φορά ψιθύριζε, και κάποια φορά φώναζε μέσα τους:
- Όχι! Δεν είναι αυτός! Όχι, δεν είναι αυτή! Μα που βρίσκεται ο δικός μου, Θεέ μου;!
Που βρίσκεται η δική μου, Θεέ μου;!
Από τότε πέρασαν πάρα πολλά χρόνια. Ο Μικρούλης και η Μικρούλα δεν κατάφεραν να βρεθούν, είχαν χαθεί μέσα στο ατελείωτο χείμαρρο της γήινης ζωής, συνάπτοντας σχέσεις με τους άλλους, με την τυφλή ελπίδα- μήπως τελικά είναι αυτός; Μήπως τελικά είναι αυτή;
Ο καθένας τους έχει κάνει την δική του οικογένεια και ανήκε πια οριστικά αλλού.
Είχαν χάσει την κάθε ελπίδα να βρει ο ένας τον άλλον στην Γη, απλά περίμεναν την ώρα της αντάμωσης στον Ουρανό για να πουν ο ένας στον άλλον τόσα πράγματα, που δεν χωράει ο νους.
Όμως οι Άγγελοι του Ουρανού αποφάσισαν να τους οργανώσουν την συνάντηση- και αυτοί τελικά συναντήθηκαν, αλλά όχι ελεύθεροι πια.
Τους άφησαν να δουν ο ένας τον άλλον μόνον από μακριά για να θυμηθούν εκείνα, που προ πολλού είχαν ξεχάσει μέσα στα βάσανα και τις δοκιμασίες της γήινης ζωής.

παραμύθι της Λήθης

Ο γάμος της Ποντικούλας

Ο γάμος της Ποντικούλας

 

Μια φορά κι έναν καιρό
ήταν μια οικογένεια ποντικών.
Ο μπαμπάς ο πόντικας, η μαμά η ποντικίνα και η μοναχοκόρη τους η ποντικούλα.
Τέτοια όμορφη ποντικούλα δεν υπήρχε πουθενά! Ο πόντικας και η ποντικίνα μεγάλωσαν την κόρη τους όσο καλύτερα μπορούσαν και όταν μεγάλωσε για τα καλά, αποφάσισαν να την παντρέψουν.
Με ποιόν όμως; Ήθελαν τον καλύτερο!
- Ποιος είναι ο καλύτερος;
Σκέφτηκαν, σκέφτηκαν και τελικά τον βρήκαν!
- Ο ήλιος, είπαν και οι δυο μαζί, και έτριψαν τα μουστάκια τους ευχαριστημένοι.
Ετοιμάστηκαν την άλλη μέρα και ξεκίνησαν να βρουν τον ήλιο. Περπάτησαν, περπάτησαν και κάποτε έφτασαν στο παλάτι του ήλιου. Εκείνος τους καλοδέχτηκε και τους ρώτησε για το σκοπό της επίσκεψής τους.
- Να, του είπαν, έχουμε μια πολύ καλή και όμορφη κόρη, την ποντικούλα μας. Είναι καιρός να την παντρέψουμε και σκεφτήκαμε εσένα για γαμπρό, γιατί είσαι ο καλύτερος.
Ο ήλιος χαμογέλασε και είπε:
- Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε, αλλά δεν είμαι εγώ ο καλύτερος.
- Μα πώς; ρώτησαν γεμάτοι απορία ο πόντικας και η ποντικίνα. Αφού είσαι πιο ψηλά απ΄ όλους, βλέπεις όλον τον κόσμο, δίνεις ζωή σε όλα τα ζώα και τα φυτά της γης, όλοι σε αγαπούν και σε θαυμάζουν. Κανένας δεν μπορεί να σε νικήσει.
- Και όμως κάνετε λάθος. Με νικάει το σύννεφο. Όταν μπαίνει μπροστά μου, τίποτα δεν μπορώ να κάνω.
Δίκιο έχει, σκέφτηκαν οι ποντικοί. Χαιρέτησαν και έφυγαν.
Την άλλη μέρα πήγαν και βρήκαν το σύννεφο, που ήταν γκρίζο και τεράστιο.
Το σύννεφο τους καλωσόρισε και οι ποντικοί του είπαν το σκοπό της επίσκεψής τους.
- Ο ήλιος μας είπε πως εσύ είσαι δυνατότερος από εκείνον και γι αυτό ήρθαμε σε σένα, αφού θέλουμε να παντρέψουμε την κόρη μας την ποντικούλα με τον καλύτερο και τον δυνατότερο.
Το σύννεφο κουνήθηκε, άλλαξε σχήμα, έγινε πιο γκρίζο και είπε:
- Μεγάλη η τιμή που μου κάνετε να παντρευτώ τη μοναχοκόρη σας, μα αφού θέλετε τον καλύτερο και τον δυνατότερο να ξέρετε ότι δεν είμαι εγώ αυτός.
- Και ποιος είναι; ρώτησαν με απορία οι ποντικοί.
- Είναι ο αέρας, απάντησε το σύννεφο. Όταν φυσάει με πηγαίνει όπου θέλει. Όσο κι αν αντισταθώ δεν καταφέρνω να τον νικήσω.
- Δίκιο έχεις, είπαν οι ποντικοί και έφυγαν.
Σε λίγες μέρες ετοιμάστηκαν και ξεκίνησαν για ένα μακρινό ταξίδι, πέρα μακριά, στη χώρα του αέρα.
Κάποτε έφτασαν. Βρήκαν τον αέρα και του είπαν πως ήρθαν να του ζητήσουν να παντρευτεί την κόρη τους την ποντικούλα, αφού εκείνος είναι ο δυνατότερος απ΄ όλους.
- Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε και ευχαρίστως θα παντρευόμουν την κόρη σας, αλλά, δυστυχώς, δεν είμαι ο δυνατότερος από όλους.
- Δεν είσαι; και ποιος είναι;
- Ελάτε μαζί μου, είπε ο αέρας και τους οδήγησε σε ένα ψηλό σημείο. Εκεί σταμάτησε, έδειξε μπροστά με το δάχτυλό του και είπε:
- Δυνατότερος από μένα είναι αυτός εκεί ο ψηλός πύργος. Χρόνια και χρόνια προσπαθώ να τον γκρεμίσω και δεν τα ΄χω καταφέρει ακόμα. Φυσάω με όλη μου τη δύναμη και δεν κουνιέται ούτε ρούπι από τη θέση του. Αυτός είναι, λοιπόν, καλύτερος και δυνατότερος από μένα και αξίζει να παντρευτεί τη μοναχοκόρη σας.
Οι ποντικοί χαιρέτησαν τον αέρα, τον ευχαρίστησαν και έφυγαν.
Περπάτησαν, περπάτησαν και έφτασαν στον ψηλό πύργο.
Στάθηκαν και τον κοίταζαν.
- Πω, πω! Τι μεγάλος και ψηλός είναι! Σαν να ΄χε δίκιο ο αέρας. Βρήκαν, επιτέλους, το δυνατότερο και τον καλύτερο γαμπρό για την κόρη τους.
Χαιρέτησαν τον πύργο και του είπαν γιατί τον επισκέφτηκαν.
Ο πύργος γελώντας απάντησε:
- Νομίζετε, αγαπητοί μου ποντικοί, ότι εγώ είμαι ο δυνατότερος απ΄ όλους; Πόσο λάθος κάνετε! Μάθετε, λοιπόν, πως δυνατότεροι απ΄ όλους είστε εσείς, οι ποντικοί. Ναι, καλά ακούσατε. Εσείς οι ποντικοί, ξανάπε ο πύργος και ο πόντικας και η ποντικίνα έμειναν να τον κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη.
- Μα πώς; ρώτησαν.
- Να, είπε ο πύργος. Εγώ μπορεί να είμαι μεγάλος και ψηλός, αλλά εσείς οι ποντικοί χρόνια τώρα σκάβετε και τρώτε τα θεμέλιά μου. Έχετε ανοίξει τόσο πολλές τρύπες που με δυσκολία κρατιέμαι όρθιος. Λίγο ακόμα να σκάψετε και θα γίνω ένας μεγάλος σωρός από πέτρες και χώματα.
Αυτά είπε ο πύργος και οι ποντικοί κοιτάχτηκαν παραξενεμένοι και άφωνοι.
Σε λίγο ευχαρίστησαν τον πύργο και γύρισαν στη φωλιά τους.
Εκεί βρήκαν την ποντικούλα να τους περιμένει. Αγκαλιάστηκαν και αποφάσισαν ότι η αγαπημένη τους μοναχοκόρη έπρεπε να παντρευτεί έναν καλό και δυνατό ποντικό, αφού οι ποντικοί ήταν οι δυνατότεροι, οι καλύτεροι και οι πιο σπουδαίοι από όλους.
Και πραγματικά σε λίγο καιρό η ποντικούλα παντρεύτηκε έναν όμορφο, νεαρό ποντικό, καφετί και μεγάλο, με στρογγυλά χαριτωμένα αυτάκια και με μια μακριά ουρά.
Ήταν έξυπνος και αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του την ποντικούλα.
Όλοι ήταν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Γλέντησαν και χόρεψαν στο γάμο.
Σε λίγο καιρό είχαν και δυο παιδάκια, δυο μικρούς ποντικούληδες που πιο όμορφοι πουθενά στον κόσμο δεν υπήρχαν.
Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!



ΟΙ ΔΥΟ ΚΑΤΣΙΚΕΣ


 ΟΙ ΔΥΟ ΚΑΤΣΙΚΕΣ

Δυο κατσίκες ανταμώθηκαν μια φορά επάνω σ’ ένα στενό γεφύρι.

H μια είπε:

– Kάμε τόπο να περάσω εγώ!

– Eσύ να πας πίσω και ν’ αφήσεις να περάσω εγώ πρώτα! αποκρίθηκε η άλλη θυμωμένη.

– Πώς είπες; φώναξε η πρώτη. Eγώ να κάμω τόπο να περάσεις εσύ;
Eίσαι στα σωστά σου;

– Έτσι; φώναξε τότε η άλλη. Δοκίμασε λοιπόν να περάσεις!

Tο μάλωμα βάσταξε αρκετή ώρα με πολύ πείσμα.

Tέλος χύθηκαν η μια επάνω στην άλλη με μεγάλη ορμή.

Xτυπούσαν τα κέρατά τους άγρια και θυμωμένα.

Aλλά το γεφύρι ήταν στενό και γκρεμίστηκαν κι οι δυο τους.

Kάτω ήταν ποτάμι με βαθιά νερά.

Oι δυο κατσίκες θα πνίγονταν χωρίς άλλο.

Για καλή τους όμως τύχη, τις είδε ο βοσκός, έτρεξε, και
με πολλά βάσανα κατόρθωσε να τις γλιτώσει.