Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΝΟΥΛΑ


Ένα ποίημα για τη μητέρα Του Λιβάνιου ποιητή Σαΐντ Ακλ
Μάνα, ω άγγελε μου,
Ω αιώνια μου αγάπη,
Μακάρι τα χέρια σου να παραμένουν η κούνια μου για πάντα,
Και για πάντα να παραμένω το μωρό σου.
Άλλος ένας μήνας έρχεται κοντά μου,
Μια ακόμη άνοιξη πιέζει για να πλησιάσει,
Ω μάνα, εσύ είσαι τα λουλούδια
Στων οποίων τα αρώματα θα πνιγώ...
Και όταν προφέρω τα λόγια » μάνα μου»
εκστασιάζομαι και γεμίζω με ευτυχία …
Μάνα, ω χτύπος της καρδιά μου,
Ω κραυγή μου όταν πονάω,
Τα φιλιά μου, και το πάθος μου,
Όταν ο έρωτας με καίει.
Τα μάτια σου .. Ω τι είναι τα μάτια σου;
Τα λαμπρότερα αστέρια,
που κοσμούν πάνω τα ουράνια,
Μάνα, ω άγγελε μου,
Ω αιώνια μου αγάπη....

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΝΟΥΛΑ

 

Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα (Νικηφόρος Βρεττάκος)

Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα να σου στείλω λίγο ψωμί,

μαζεύω με το σπασμένο χέρι μου ότι έμεινε απ' τον ήλιο

να σου το στείλω να ντυθείς. Έμαθα πως κρυώνεις.

Την πράσινή σου φορεσιά να την φορέσεις την Λαμπρή!

Θα τρέξουν μ' άνθη τα παιδιά. Θα βγουν τα περιστέρια,

κ' η μάνα σου με μια ποδιά, πλατιά, γεμάτη αγάπη!

Πάρε όποιο δρόμο, όποια κορφή, ρώτα όποιο δένδρο θέλεις.

Μ' ακούς; Οι δρόμοι όλης της γης

βγαίνουνε στην καρδιά μου!

Μην ξεχαστείς κοιτάζοντας το φως. Τ' ακούς; Ναρθείς!

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΝΟΥΛΑ

 

Γυναίκες της Πίνδου (Νικηφόρος Βρεττάκος)

«Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ' ανέβαιναν.

Με την ευκή στον ώμο τους κατά το γιο πηγαίναν

και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες

κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους

κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,

μ' αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα

κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα

χάνονταν ορθομέτωπες η μιά πίσω απ' την άλλη».

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΝΟΥΛΑ

 

Μάνα (Γεράσιμος Μαρκοράς)

Μάνα! Δε βρίσκεται
λέξη καμία
νάχει στον ήχο της
τόση αρμονία,
σαν ποιος να σ' άκουσε
με στήθος κρύο,
όνομα θείο;
Παιδί από σπάργανα
ζωσμένο ακόμα,
με χάρη ανοίγοντας
γλυκά το στόμα,
γυρνάει στον άγγελο
που τ' αγκαλιάζει
και μάνα κράζει.
Στον κόσμο τρέχοντας
ο νέος διαβάτης
πέφτει στ' αγνώριστα
βρόχια τσ' απάτης,
και αναστενάζοντας,
Μάνα μου! Λέει,
Μάνα! Και κλαίει.
Της νιότης φεύγουνε
τ' άνθια κ' η χάρη
τριγύρω σέρνεται
με αργό ποδάρι,
ώσπου στην κλίνη του,
σα βαρεμένος,
πέφτει ο καημένος.
Και πριν την ύστερη
πνοή του στείλει,
αργά ταράζονται
τα κρύα του χείλη,
και με το μάνα μου!
πρώτη φωνή του,
πετά η ψυχή του.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΝΟΥΛΑ

 

Μάνα και Γιος (Νικηφόρος Βρεττάκος)

Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε

κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της,

μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε η Πίνδος

σαν να 'χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν

τραγούδια κι αναπήδαγαν τα έλατα και χορεύαν

οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν: "Ίτε παίδες Ελλήνων ..."

Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταύρωναν στον ορίζοντα,

ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.

Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ' ανέβαιναν

Με τη ευκή στον ώμο τους κατά το γιο παγαίναν

και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες

κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους

κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,

μ' αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα,

κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα

χάνονταν ορθομέτωπες η μια πίσω απ' την άλλη.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΝΟΥΛΑ


 Ο αποχαιρετισμός της μάννας (Ιωάννης Πολέμης)
Μισεύεις για την ξενητιά και μένω μοναχή μου
σύρε παιδί μου στο καλό και σύρε στην ευχή μου.
Τριανταφυλλένια η στράτα σου, κρινοσπαρμένοι οι
δρόμοι,
για χάρη σου ν' ανθοβολούν και τα λιθάρια ακόμη.
Τα δάκρυά μου να γεννούν διαμάντια σ' ό,τι αγγίζεις
και το ποτήρι της χαράς ποτέ να μη στραγγίζεις.
Να πίνεις και να ξεδιψάς και να' ν' αυτό γεμάτο,
σα να 'ναι η βρύση από ψηλά κι εσύ να 'σαι
αποκάτω.
Εκεί, παιδί μου, που θα πας, στα μακρινά τα ξένα,
δίχτυα πολλά κι οξόβεργες θα στήσουνε για σένα.
Παιδί μου αν εμένανε πάψεις να με θυμάσαι,
με δίχως βαρυγγόμηση συχωρεμένος να 'σαι.
Κι αν πάλι το φτωχό καλύβι μας ντροπή σου φέρνει,
ωστόσο
Και πάλι θα 'μαι πρόθυμη, συχώρεση να δώσω.
Μ΄ αν την πατρίδα απαρνηθείς που τη λατρεύουμε
όλοι,
να 'ναι η ζωή σου όπου κι αν πας αγκάθια και
τριβόλοι.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΝΟΥΛΑ


Μη ξέρετε γιατί (παιδικό ποίημα)

Μη ξέρετε γιατί χαίρεται η καρδιά μας;
Μη ξέρετε γιατί γελούν τα πρόσωπά μας;
Απόψε βράδυ-βράδυ γεννήθηκ' ο Χριστούλης.
Απόψε βράδυ-βράδυ τον έστειλ' ο Θεούλης.
Μη ξέρετε γιατί χαίρεται η καρδιά μας;
Μη ξέρετε γιατί γελούν τα πρόσωπά μας;
Χριστούγεννα σημαίνουν τα πιο καλά φοράμε.
Χριστούγεννα σημαίνουν στην εκκλησιά θα πάμε.
Μη ξέρετε γιατί χαίρεται η καρδιά μας;
Μη ξέρετε γιατί γελούν τα πρόσωπά μας;
Γιατί η μαμά ετοιμάζει σαν πέρσι φέτος πάλι
Γιατί η μαμά ετοιμάζει γλυκά με το τσουβάλι.

Μη ξέρετε γιατί (παιδικό ποίημα)
Μη ξέρετε γιατί χαίρεται η καρδιά μας;
Μη ξέρετε γιατί γελούν τα πρόσωπά μας;
Απόψε βράδυ-βράδυ γεννήθηκ' ο Χριστούλης.
Απόψε βράδυ-βράδυ τον έστειλ' ο Θεούλης.
Μη ξέρετε γιατί χαίρεται η καρδιά μας;
Μη ξέρετε γιατί γελούν τα πρόσωπά μας;
Χριστούγεννα σημαίνουν τα πιο καλά φοράμε.
Χριστούγεννα σημαίνουν στην εκκλησιά θα πάμε.
Μη ξέρετε γιατί χαίρεται η καρδιά μας;
Μη ξέρετε γιατί γελούν τα πρόσωπά μας;
Γιατί η μαμά ετοιμάζει σαν πέρσι φέτος πάλι
Γιατί η μαμά ετοιμάζει γλυκά με το τσουβάλι.