Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ ΜΙΚΡΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ ΜΙΚΡΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

Χριστούγεννα στη σπηλιά


Χριστούγεννα στη σπηλιά

 Φώτης Κόντογλου

  

Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί. Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήτανε φουρτουνιασμένοι παρά φύση. Χιόνι δέν έρριχνε. Μοναχά που η ατμόσφαιρα ήτανε θυμωμένη, και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ' αστραπές. Καμμιά βδομάδα ο καιρός καλωσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα που αρμενιζότανε. Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωΐ ο ουρανός ήτανε μαύρος σαν μολύβι, κ' έπιασε κ' έρριχνε βελονιαστό χιονόνερο.
Σε μια τοποθεσία που τη λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ένα μαντρί με γιδοπρόδατα, απάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταζε κατά το πέλαγο. το μέρος αυτό ήτανε άγριο κ' έρημο, γεμάτο αγριόπρινα, σκίνους και κουμαριές, που ήτανε κατακόκκινες από τα κούμαρα. το μαντρί ήτανε τριγυρισμένο με ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].
Οι τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σε μια σπηλιά που βρισκότανε παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα και που κοίταζε κατά τη νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, με τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι αψηλή ως τρία μπόγια. Τα ζωντανά σταλιάζανε κάτω από τις χαμηλές σάγιες, που έσκυβες για να μπεις μέσα. Σωροί από κοπριά στεκόντανε εδώ κ' εκεί, και βγάζανε μια σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, το χώμα ήτανε σκουπισμένο και καθαρό, γιατί οι τσομπάνηδες ήτανε μερακλήδες, και βάζανε τα παιδιά και σκουπίζανε ταχτικά με κάτι σκούπες κανωμένες από αστοιβιές.
Αρχιτσέλιγκας ήτανε ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένας άνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήτανε μαύρος, μαλλιαρός, με γένεια μαύρα κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια κοντά ως το γόνατο, σελάχι στη μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριά τζεσμέδια στα ποδάρια του. το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ' ένα μεγάλο μαντίλι σαν σαρίκι, κ' οι μαρχαμάδες [= τα κρόσια] κρεμόντανε στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος!
Είχε δυο παραγυιούς, τον Αλέξη και τον Δυσσέα, δυο παλληκαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά, που τους βοηθούσανε στ' άρμεγμα και κοιτάζανε το μαντρί νά 'ναι καθαρό. Αυτές οι έξι ψυχές εζούσανε σε κείνο το μέρος, κρυφά από τον Θεό. Ανάρια βλέπανε άνθρωπο.
Η σπηλιά ήτανε καπνισμένη κι ο βράχος είχε μαυρίσει ως απάνω από την καπνιά που έβγαινε από το στόμα της σπηλιάς. Εκεί μέσα είχανε τα γιατάκια τους, σαν μεντέρια, στρωμένα με προβιές. Στους τοίχους της σπηλιάς είχανε μπήξει παλούκια μέσα στις σκισμάδες του βράχου, και κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια και μαχαίρια, λες κ' ήτανε λημέρι των ληστών. Απ' έξω φυλάγανε οι σκύλοι, όλοι άγριοι σαν λύκοι.
Η ακροθαλασσιά βρισκότανε ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήτανε έρημη, κι άλλο δεν ακουγότανε εκεί πέρα παρά μοναχά ο αγκομαχητός του πελάγου, μέρα - νύχτα. Με τον βοριά απάγκιαζε, και καμμιά φορά πόδιζε κανένα καΐκι. Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγο ανάμεσα στα δέντρα, και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.
Την παραμονή τα Χριστούγεννα, είπαμε πως ο καιρός χάλασε, κι άρχισε να πέφτει χιονόνερο. Οι τσομπάνηδες είχανε μαζευτεί στη σπηλιά κι ανάψανε μια μεγάλη φωτιά και κουβεντιάζανε. Τα παιδιά είχανε σφάξει δυο αρνιά και τα γδέρνανε. Ο Αλέξης έβαλε απάνω σ' ένα ράφι μυτζήθρες και τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι και γιαούρτι. Ο Δυσσέας είχε μια παλιά Σύνοψη, κ' επειδή γνώριζε λίγο από ψαλτικά κ' ήξερε και πέντε γράμματα, διάβαζε τις Κυριακάδες κι όποτε ήτανε γιορτή κανένα τροπάρι και λιγοστά από τον Εξάψαλμο. Εκείνη την ώρα φυλλομετρούσε τη Σύνοψη, για να δει τι γράμματα ήτανε να πει.
Θά 'τανε ώρα σπερινού. Κείνη την ώρα ακούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πως θά 'τανε τίποτα κυνηγοί. το ένα παιδί, που είχε πάγει να φέρει ξύλα με τον γάϊδαρο, είπε πως το πρωΐ είχε ακούσει τουφεκιές κατά την από μέσα θάλασσα, κατά την Άγια-Παρασκευή. Οι σκύλοι πιάσανε και γαβγίζανε όλοι μαζί και πεταχτήκανε όξω από τη μάντρα.
Σε λίγο φανερωθήκανε από πάνω από τη σπηλιά δυό άνθρωποι με τουφέκια, και φωνάζανε τους τσομπάνηδες να μαζέψουνε τα σκυλιά, που χυμήξανε απάνω τους. Ο Σκούρης άφησε τους ανθρώπους κι άρπαξε ένα από τα ζαγάρια πού 'χανε οι κυνηγοί και το ξετίναζε να το πνίξει. Ο κυνηγός έρριξε απάνου του, και τα σκάγια τον πόνεσανε και γύρισε πίσω, μαζί με τ' άλλα μαντρόσκυλα, που πηγαίνανε πισώδρομα όσο κατεβαίνανε οι κυνηγοί. Τέλος πάντων, εβγήκε ο Μπαρμπάκος με τους άλλους και πιάσανε τον Σκούρη και τον δέσανε, διώξανε και τ' άλλα σκυλιά.
«Ώρα καλή, βρε παιδιά!» φώναξε ο Παναγής ο Καρδαμίτσας, ζωσμένος με τα φυσεγκλίκια, με το ταγάρι γεμάτο πουλιά.
Ο άλλος, που ήτανε μαζί του, ήτανε ο γυιός του ο Δημητρός.
«Πολλά τα έτη!» αποκριθήκανε ο Μπαρμπάκος κ' η συντροφιά του. «Καλώς ορίσατε!»
Τους πήγανε στη σπηλιά.
«Μωρέ, τ' είν' εδώ; Παλάτι! Παλάτι με βασιλοπούλες!» είπε ο μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τις μυτζήθρες που αχνίζανε.
Τους βάλανε να καθήσουνε, τους κάνανε καφέ. Οι κυνηγοί είχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.
«Βρε αδερφέ», έλεγε ο μπάρμπα-Παναγής, «ποιος να τό 'λεγε, χρονιάρα μέρα, πως θα κάνουμε Χριστούγεννα στο σπήλαιο που εγεννήθη ο Χριστός! Εχτές περάσαμε στην Άγια - Παρασκευή, να κυνηγήσουμε λίγο. Ε, δικός μας είναι ο ηγούμενος, κοιμηθήκαμε στο μοναστήρι, και σήμερα την αυγή βγήκαμε στο κυνήγι. Βλέποντας πως φουρτούνιασε ο καιρός, είπαμε πως δε θα μπορέσουμε να περάσουμε το μπουγάζι με τη σαπιόβαρκα του μπάρμπα-Μανώλη του Βασιλέ. Κ' επειδή ξέραμε απ' άλλη φορά το μαντρί, και με το κυνήγι πέσαμε σε τούτα τα σύνορα, είπαμε νά 'ρθουμε στ' αρχοντικό σας... Μωρέ, τι σκύλο έχετε; Αυτό είναι θηρίο, ασλάνι και καπλάνι!
Μπρε, μπρε, μπρε! το ζαγάρι το πετσόκοψε! Για κοίταξε τι χάλια το 'κανε!»
Και γύρισε σε μια γωνιά της σπηλιάς, που κλαμούριζε το σκυλί κ' έτρεμε σαν θερμιασμένο.
«Έλα δω, Φλοξ! Φλοξ!»
Μα η Φλοξ από την τρομάρα της τρύπωνε πιό βαθιά.
Άμα ήπιανε δυό-τρία κονιάκια, ο μπάρμπα-Παναγής άρχισε να μασά τα μουστάκια του, και στο τέλος έπιασε να τραγουδά:
Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ' αρχοντικό σας.
Ύστερα ο Δυσσέας έψαλε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε».
Εκείνη την ώρα ακούσανε πάλι τα σκυλιά να γαβγίζουνε. Στείλανε τα παιδιά να δούνε τι είναι. Ο αγέρας είχε μπουρινιάσει κ' έρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!
Σε λίγο πάψανε τα σκυλιά, και γυρίσανε πίσω τα παιδιά. Από πίσω τους μπήκανε στη σπηλιά τρεις άντρες, που φαινόντανε πως ήτανε θαλασσινοί, και δυό καλόγεροι, βρεμένοι όλοι και ξυλιασμένοι απ' το κρύο. Τους καλωσορίσανε, τους βάλανε και καθήσανε.
Μόλις πήγε κοντά στη φωτιά ο πρώτος, ο καπετάνιος, τον γνώρισε ο Μπαρμπάκος κ' έβγαλε μια χαρούμενη φωνή. Ήτανε ο καπετάν-Κωσταντής ο Μπιλικτσής, που ταξίδευε στην Πόλη. Είχε περάσει κι άλλη φορά από τη Σκρόφα, κ' είχανε δέσει φιλία με τον Μπαρμπάκο, που δεν ήξερε τι περιποίηση να τους κάνει. οι άλλοι δυό ήτανε γεμιτζήδες κι αυτοί, άνθρωποι του καϊκιού του.
Ο ένας από τους καλόγερους, ένας σωματώδης με μαύρα γένεια, ομορφάνθρωπος, ήτανε ο πάτερ-Σιλβέστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ο άλλος ήτανε λιγνός, με λίγες ανάριες τρίχες στο πηγούνι, σαν τον Άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη. Τον λέγανε Αρσένιο Σγουρή.
Ο καπετάν-Κωσταντής ερχότανε από την Πόλη και πήρε στο καΐκι τον πάτερ-Σίλβεστρο, που είχε πάγει στην Πόλη από τ' Άγιον Όρος για ελέη, κ' ήθελε να κάνει Χριστούγεννα στην πατρίδα του. Ο πάτερ-Αρσένιος είχε ταξιδέψει μαζί του από τη Μονή του Παντοκράτορας στο Όρος, κ' ήτανε από τη Θεσσαλία.
Ταξιδέψανε καλά. Μα σαν καβατζάρανε τον Κάβο-Μπαμπά, ο αγέρας μπουρίνιασε, κι όλη τη μέρα αρμενίζανε με μουδαρισμένα πανιά και με τον στάντζο, ως που φτάξανε κατά το βράδυ απ' έξω από το Ταλιάνι. Ο καιρός σκύλιαξε κι ο καπετάνιος δεν μπόρεσε να 'μπει στο μπουγάζι, να κάνουνε Χριστούγεννα στην πατρίδα.
Αποφάσισε λοιπόν να ποδίσει, και πήγε και φουντάρισε στ' απάγκειο, πίσω από έναν μικρόν κάβο, από κάτω από το μαντρί. Κ' επειδή θυμήθηκε τον φίλο του τον Μπαρμπάκο, πήρε τους γέροντες και τους δυο άλλους νοματέους και τραβήξανε για το αγίλι [=μαντρί]. Στο τσερνίκι είχανε αφήσει τον μπαρμπ' - Απόστολο με τον μούτσο.
Σάν είδανε πως στη σπηλιά βρισκότανε κι ο κυρ-Παναγής με τον κυρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρά και φασαρία.
«Μωρέ να δεις», έλεγε ο κυρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε το τροπάρι, κι απάνω που λέγαμε «εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο...», φτάξατε κ' εσείς οι μάγοι με τα δώρα! Γιατί βλέπω μια νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσόν και λίβανον»!
Χα! Χα! Χα!» - γελούσε δυνατά ο κυρ-Παναγής, μισομεθυσμένος και ψευδίζοντας, και χάϊδευε την κοιλιά του, γιατί ήτανε καλοφαγάς.
Στο μεταξύ ο πάτερ - Αρσένιος ο Σγουρής ζωντάνεψε ο καϊμένος, κ' είπε σιγανά χαμογελώντας και τρίδοντας τα χέρια του:
«Δόξα σοι ο θεός, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που μας ελύτρωσες εκ του κλύδωνος!» κ' έκανε τον σταυρό του.
Ο πάτερ - Σίλβεστρος είπε να σηκωθούνε όρθιοι, κ' είπε λίγες ευχές, το «Χριστός γεννάται», κ' ύστερα με τη βροντερή φωνή του έψαλε:
«Μεγάλυνον, ψυχή μου, την τιμιωτέραν και ενδοξοτέραν των άνω στρατευμάτων.
Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Ουρανόν το σπήλαιον, θρόνον χερουβικόν την Παρθένον, την φάτνην χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος Χριστός ο Θεός, ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν.»
Ύστερα καθήσανε στο τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο και χαρούμενο δεν έγινε σε κανένα παλάτι. Τρώγανε και ψέλνανε. Και του πουλιού το γάλα είχε απάνω, από τα μοσκοβολημένα τ' αρνιά, τα τυριά, τα μανούρια, τις μυτζήθρες, τις μπεκάτσες και τ' άλλα πουλιά του κυνηγιού, ως τη λακέρδα και τ' άλλα τα πολίτικα που φέρανε οι θαλασσινοί, καθώς και κρασί μπρούσικο.
Όξω φυσομανούσε ο χιονιάς, και βογγούσανε τα δέντρα κ' η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουΐσματα ακουγόντανε και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε. Μέσα από τη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη αντιφεγγιά της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές. Κι ο κυρ-Παναγής έκλεβε κάπου-κάπου λίγον ύπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ' ύστερα ξυπνούσε κ' έψελνε μαζί με τη συνοδεία.
Αληθινά, από τη Γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Όλα υπήρχανε: το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μάγοι με τα δώρα, κι ο ίδιος ο Χριστός ήτανε παρών με τους δύο μαθητές του, που ευλογούσανε «την βρώσιν και την πόσιν».

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

Ο ΠΑΠΟΥΣ ΚΑΙ Ο ΧΑΡΟΣ

Ο παππούς και ο Χάρος (Γεώργιος Δροσίνης)

 

Ήταν κάποτε ένας μεγάλος σε ηλικία και τον απασχολούσε πολύ το πότε θα πεθάνει.
Έλεγε λοιπόν συνέχεια "Όταν έρθει η ώρα, να με ειδοποιήσει ο Χάρος, να ετοιμαστώ".
Κάποια στιγμή μετά από λίγο καιρό,εμφανίζεται ο Χάρος μια Τετάρτη και του λέει: "Ετοιμάσου...την άλλη Τετάρτη θα έρθω να σε πάρω".
Ο παππούς όμως πανικοβλήθηκε και έψαχνε να βρει τρόπο να ξεγελάσει το χάρο.
Αφού πέρασε όλη τη βδομάδα λοιπόν ψάχνοντας να βρεί τρόπο να ξεφύγει, λέει:
"Το βρήκα! Θα κατεβάσω την κούνια του μωρού από το πατάρι, θα φορέσω πάνες, θα πάρω και μια πιπίλα, θα μπω μέσα στην κούνια και όταν έρθει ο Χάρος θα με περάσει για μωρό και δεν θα με πάρει".
Μια και δυό λοιπόν, τα κάνει όλα αυτά. Παίρνει και ένα μπολάκι με κρέμα, κάθεται στην κούνια και ξενινάει να τρώει την κρέμα περιμένοντας.
Κάποια στιγμή έρχετε ο Χάρος και βλέπει τον παππού στην κούνια να φωνάζει "μαμ,μαμ..."
Οπότε γυρνάει και του λέει:
"Άντε, κάνε μαμ γιατί έχουμε να πάμε άτα".

Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

 Ινδιάνικος Μύθος

 Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

 

 

Κάποια μέρα ο Δημιουργός, ξεκουραζόταν και καθισμένος κοιτούσε μερικά παιδιά που έπαιζαν σε ένα χωριό, γελώντας και τραγουδώντας.
Καθώς τα κοιτούσε άρχισε να σκέφτεται ότι τα παιδιά αυτά κάποια στιγμή θα γεράσουν. Το δέρμα τους θα ζαρώσει. Τα μαλλιά τους θα γκριζάρουν. Τα δόντια τους θα πέσουν.
Τα αξιολάτρευτα κοριτσάκια μεγαλώνοντας θα γίνουν άσχημες γριές γυναίκες.
Αλλά ακόμα και τα παιχνιδιάρικα κουτάβια θα γίνουν γέρικοι, τυφλοί και ψωριάρικοι σκύλοι. Τα τόσο όμορφα λουλούδια θα μαραθούν. Κι αυτά τα φύλλα από τα δέντρα θα πέσουν και θα ξεραθούν.
Αυτά σκεφτόταν ο Δημιουργός και γινόταν όλο και πιο λυπημένος. Ήταν φθινόπωρο και η σκέψη του χειμώνα, που ακολουθούσε, του βάραινε την καρδιά. Ο καιρός βέβαια ήταν ακόμα ζεστός και ο ήλιος έλαμπε.
Ο Δημιουργός παρατήρησε το παιχνίδισμα του φωτός στο έδαφος και τα κίτρινα φύλλα που τα παρέσυρε ο άνεμος εδώ κι εκεί. Κοίταξε το γαλάζιο του ουρανού, το λευκό του καλαμποκάλευρου και ξαφνικά χαμογέλασε. Όλα αυτά τα χρώματα, σκέφτηκε, πρέπει να διατηρηθούν. Θα φτιάξω κάτι που θα με κάνει χαρούμενο, κάτι που θα το βλέπουν τα παιδιά και θα διασκεδάζουν.
Έτσι ο Δημιουργός πήρε την τσάντα του και άρχισε να μαζεύει χρώματα: μια ηλιαχτίδα, μια χούφτα μπλε του ουρανού, λευκό από το καλαμποκάλευρο, λίγη σκιά από τα παιδιά που έπαιζαν, μαύρο από τα όμορφα μαλλιά ενός κοριτσιού, κίτρινο από τα φύλλα που έπεφταν, πράσινο από τις πευκοβελόνες, κόκκινο, μωβ και πορτοκαλί από τα λουλούδια.
Αφού τα έβαλε όλα αυτά, στην τσάντα του, πρόσθεσε και τα τραγούδια των πουλιών.Τότε περπάτησε ως το σημείο που έπαιζαν τα παιδιά και τους είπε:
- Παιδιά, αυτό είναι για εσάς, τους έδωσε την τσάντα και συνέχισε
- Ανοίξτε το, υπάρχει κάτι όμορφο μέσα.

Τα παιδιά άνοιξαν την τσάντα και τότε εκατοντάδες πολύχρωμες πεταλούδες
ξεχύθηκαν έξω από αυτήν, πέταξαν χορεύοντας γύρω από τα παιδιά, κάθισαν λίγο στα μαλλιά τους και ξανασηκώθηκαν πετώντας κατά κύματα από το ένα λουλούδι στο άλλο.
Τα παιδιά γοητευμένα από το θέαμα, είπαν ότι δεν είχαν ξαναδεί κάτι τόσο όμορφο.
Τότε οι πεταλούδες άρχισαν να τραγουδάνε, ενώ τα παιδιά τις χάζευαν χαμογελώντας.
Καθώς γίνονταν όλα αυτά, ένα πουλί ήρθε πετώντας και κάθισε στον ώμο του Δημιουργού, λέγοντας του:
- Δεν είναι σωστό, που έδωσες τα τραγούδια μας σε αυτά τα όμορφα νέα πλάσματα. Όταν μας δημιούργησες, μας είπες ότι κάθε πουλί θα έχει το τραγούδι του. Τώρα έδωσες και αλλού αυτά τα τραγούδια. Δεν είναι αρκετό που έδωσες στα πλάσματα αυτά, τα χρώματα του ουράνιου τόξου;
- Έχεις δίκιο», είπε ο Δημιουργός «έδωσα σε κάθε πουλί από ένα τραγούδι και δεν έπρεπε να σας πάρω ότι σας ανήκει».
Έτσι πήρε πίσω τα τραγούδια από τις πεταλούδες και γι' αυτό από τότε εκείνες είναι σιωπηλές.
- Ακόμα και έτσι είναι όμορφες!

Η Λίμνη των Κύκνων

Τσαϊκόφσκι Πέτρος Ίλιτς (1840-1893)  Η Λίμνη των Κύκνων

 
1η πράξη
Γιορτάζονται τα γενέθλια του Πρίγκιπα Siegfried. Γίνεται είκοσι ετών.
Ο παιδαγωγός του παλικαριού, ο Wolfgang, του συστήνει τους καλεσμένους.
Η Βασίλισσα (μητέρα του Πρίγκιπα) φτάνει με την ακολουθία της.
Καλεί την ομήγυρη να πανηγυρίσει μαζί της, αφού σύντομα ο Πρίγκιπας θα νυμφευτεί.
Θα πρέπει, αύριο, να επιλέξει ανάμεσα στις όμορφες κόρες που εκείνη έχει καλέσει.
Ο Πρίγκιπας μένει σκεφτικός, καθώς ονειροπολεί έναν ιδεώδη έρωτα.
Ο παιδαγωγός προσπαθεί να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα, στα καθήκοντα
που τον περιμένουν, όμως το πνεύμα του Siegfried έχει ήδη δραπετεύσει.
2η πράξη
Χαμένος στις σκέψεις του, ο Πρίγκιπας βλέπει να εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά του μια γυναίκα, σας ολόλευκος κύκνος, με κορώνα στο κεφάλι.
Γοητευμένος την πλησιάζει κι εκείνη του εκμυστηρεύεται ότι είναι Πριγκίπισσα,
η Odette, που τη μεταμόρφωσε σε κύκνο -μαζί με άλλες νεαρές κόρες-
η μαγγανεία του κακού, ο Rothbart. Δεν θα μπορέσει να απαλλαγεί από αυτήν
την αφύσικη κατάσταση, παρά μονάχα όταν κάποιος της προσφέρει την αγάπη του
για πάντα.
Συγκινημένος, ο Siegfried προσφέρεται να τη σώσει.
Παρ´ όλες τις επεμβάσεις ενός περίεργου τεράστιου αρπακτικού πουλιού (Rothbart), που ταράζει κάθε τόσο τη γλυκιά τους γνωριμία, ανταλλάσσουν όρκους αιώνιας αγάπης. Οι κύκνοι, σύντροφοι της μεταμορφωμένης πριγκίπισσας, τους προστατεύουν με τα ορθάνοιχτα φτερά τους από την επιθετικότητα του Rothbart.
Ο Siegfried καλεί την Odette να έρθει την επομένη στο χορό, που δίνει η Βασίλισσα μητέρα του στο παλάτι, στη διάρκεια του οποίου θα πρέπει να επιλέξει νύφη.
Εκείνη αντιλέγει εξαιτίας της μεταμόρφωσής της σε κύκνο.
Εκείνος τη διαβεβαιώνει ότι δεν θα παντρευτεί καμία άλλη και ορκίζεται
στην κοπέλα-κύκνο ότι θα της είναι αιώνια πιστός.
Αποχαιρετιούνται. Με την αυγή, τα φαντάσματα των κοριτσιών διαλύονται
σαν πρωινή πάχνη.
Εκείνος μένει μόνος και αναστατωμένος.
3η πράξη
Στο γιορτινό παλάτι, ο αρχιθαλαμηπόλος δίνει το σήμα για την έναρξη της πανηγυρικής τελετής. Η Βασίλισσα οδηγεί τον γιο της που μοιάζει αλλόκοτα απών, σαν να είναι ξένος προς τον κόσμο που τον περιβάλλει.
Μετά τους φολκλορικούς χορούς διαφόρων περιοχών που δίνονται για τέρψη των καλεσμένων παρουσιάζουν τις κοπέλες στον πρίγκιπα, από τις οποίες θα πρέπει να διαλέξει τη μνηστή του.
Τις αρνείται όλες και τότε, ξαφνικά, παρουσιάζεται ένα μυστηριακό πλάσμα
που μοιάζει εκπληκτικά με την Οdette.
Αμέσως, μαγεμένος απ' αυτό το όραμα, ο Siegfried δεν έχει πια μάτια
παρά για αυτήν την ύπαρξη, που πιστεύει ότι είναι η κόρη-κύκνος
που ερωτεύτηκε παράφορα το προηγούμενο βράδυ.
Κι όμως, δεν είναι παρά η Odile, η κόρη του βαρόνου von Rothbart,
την οποία -με τη δύναμη της μαγείας του- έχει μεταμορφώσει σε σωσία της Odette.
Kαι θα είναι αυτή που ο εξαπατημένος πρίγκιπας, θα ζητήσει σε γάμο.
Ο Rothbart θριαμβεύει που ο Siegfried καταπάτησε τον όρκο του,
ενώ η Odette δεν μπορεί πια να σωθεί.
4η πράξη
Ο Siegfried έχει αντιληφθεί το τεράστιο λάθος του και έχει βυθιστεί στον πόνο του. Το όραμα της λίμνης ζωντανεύει. Ανάμεσα στους κύκνους, τις άτυχες αδελφές της, η Odette θρηνεί για το χαμένο της έρωτα.
Όλα τελείωσαν, ακόμη κι αν ο πρίγκιπας την πρόδωσε άθελά του.
Εκείνος την παρακαλεί να τον συγχωρέσει. Είναι, όμως, πολύ αργά.
Ο Rothbart θα του πάρει για πάντα την αγαπημένη του. Το όνειρο έσπασε.

Η ιστορία

Τo 1877, στη Μόσχα, γεννήθηκε ένα «ασχημόπαπο» που όμως σε μερικά χρόνια μεταμορφώθηκε σε «κύκνο», τόσο λαμπρό, ώστε μετά από σχεδόν 130 χρόνια γοητεύει ακόμα μικρούς και μεγάλους.
Αυτή η χρονιά σηματοδοτεί την πρώτη παγκόσμια πρεμιέρα της Λίμνης των Κύκνων, σε μουσική που είχε συνθέσει ο Τσαϊκόφσκι, ύστερα από παραγγελία του θεάτρου Μπαλσόι.
Λίγο πριν από το θάνατο του κορυφαίου ρομαντικού συνθέτη, το 1893, ο μεγάλος χορογράφος Μαριούς Πετιπά αντιμετώπισε τη δυνατότητα μιας νέας παραγωγής του έργου και, με την παρότρυνση του Τσαϊκόφσκι, ο έμπειρος μαέστρος Ρικάρντο Ντρίγκο έκανε τροποποιήσεις στην πρωτότυπη παρτιτούρα.

Το 1871, ζώντας ο Τσαϊκόφσκι με την αδελφή του Αλεξάνδρα, έγραψε ένα μπαλέτο μικρής έκτασης. Βασιζόταν στο ομώνυμο γερμανικό παραμύθι, τη Λίμνη των Κύκνων. Τέσσερα χρόνια αργότερα του ζήτησαν να το γράψει σε πλήρη έκταση, κι όπως φαίνεται από την επιστολή του στον Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ
«από τη μια μού χρειάζονται τα χρήματα, κι από την άλλη,
θέλω να δοκιμάσω την πέννα μου και σ΄ αυτό το είδος».
Η πρεμιέρα του μπαλέτου δόθηκε στις 4.3.1877, στο θέατρο Μπαλσόι της Μόσχας.
Η Λίμνη των Κύκνων είναι μια ονειροπόληση του Πρίγκιπα Ζίγκφριντ.
Ποτισμένος από τα ρομαντικά αναγνώσματα που εξάπτουν τον πόθο του για το ατέρμονο, αρνείται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα των υποχρεώσεων και του γάμου, που του επιβάλλουν ο παιδαγωγός και η μητέρα του.
Θα είναι αυτός ο ίδιος, ο οποίος, για να ξεφύγει από το σκοτεινό πεπρωμένο που πιστεύει ότι του προετοιμάζουν, θα φέρει στη ζωή του το όραμα της λίμνης, αυτό το κάτι άλλο στο οποίο αποβλέπει.
Μέσα του γεννιέται ένας ιδεώδης έρωτας και ταυτοχρόνως το αντίθετό του,
ο Μαύρος Κύκνος. Ο φανταστικός έρωτας αντιπροσωπεύει μια απαγόρευση
(απ' όπου και ο μαύρος κύκνος).
Όταν το όνειρο εξανεμιστεί, η λογική του πρίγκιπα δεν θα μπορέσει να επιβιώσει.

Η Κουκουτσοανήσυχη

Η Κουκουτσοανήσυχη


koyan1.jpg
Η Κουκουτσοανήσυχη ζούσε σ’ ένα μεγάλο ροδάκινο. Ανησυχούσε διαρκώς και για τα πάντα. Ήταν τόσο ανήσυχη μη πάθει κάτι το σπίτι της που είχε βάλει γύρω-γύρω ξύλα να το προφυλάξει. Είχε πάντοτε τα παράθυρα κλειστά και φυσικά η πόρτα της είχε τρία λουκέτα.
koyan2.jpg
Επίσης, το βράδυ κοιμόταν πάντα με κράνος γιατί ανησυχούσε μη τυχόν και πέσει κάτι στο κεφάλι της και την ξυπνήσει και είχε πάντοτε ένα ποτήρι νερό κοντά της γιατί ανησυχούσε μη διψάσει.
koyan3.jpg
Το πρωί έβαζε στο τραπέζι ό,τι μπορείτε να φανταστείτε γιατί ανησυχούσε μην πεινάσει αργότερα και έτρωγε πολύ μέχρι που πρηζόταν η κοιλία της.
koyan4.jpg
Μετά ντυνόταν να πάει να συναντήσει την φίλη της την Κουκουτσοωραία. Έπαιρνε όμως πάντα μαζί της , δύο τσάντες μήπως χάσει την μία, ομπρέλα μήπως βρέξει, κασκόλ μήπως κρυώσει ο λαιμός της, και παλτό για να μην κρυώσει κι ας είχε έξω ήλιο.
koyan5.jpg
Στη στάση του λεωφορείου πήγαινε πάντα πολύ νωρίς γιατί ανησυχούσε μήπως χάσει το λεωφορείο και περίμενε έτσι φορτωμένη για πολύ ώρα, γιατί η Κουκουτσοχώρα ήταν τόσο μικρή που είχε μόνο ένα λεωφορείο την ημέρα. Και ενώ όλα τα κουκούτσια πήγαιναν παντού με τα πόδια, μόνο η Κουκουτσοανήσυχη έπαιρνε το λεωφορείο, επειδή ανησυχούσε μήπως κουραστεί.
koyan9.jpg
Η Κουκουτσοωραία είχε δοκιμάσει πολλές φορές να της πει να μην κουβαλάει όλα αυτά τα άχρηστα πράγματα. «Άλλη φορά θα πας στα μαγαζιά μόνη σου, περπατάς σαν την χελώνα, εγώ βιάζομαι και εσύ με καθυστερείς, με όλα αυτά που με κουβαλάς». Η Κουκουτσοανήσυχη, όμως, δεν καταλάβαινε τίποτα.
koyan7.jpg

Εκεί που περπατούσαν συνάντησαν τον Κουκουτσοπλακατζή που ήταν το πιο σοφό κουκούτσι της Κουκουτσοχώρας. Αγαπούσε όλα τα κουκούτσια και έκανε πάντα έξυπνες πλάκες, γι’ αυτό και τον φώναζαν Κουκουτσοπλακατζή. «Πάλι φορτωμένη, πάλι φορτωμένη; Πες μου για πιο πράγμα ανησυχείς; Πρέπει να ξέρεις ότι στη Κουκουτσοχώρα ότι και να συμβεί υπάρχει πάντα ένα κουκούτσι να σου δώσει μια ομπρέλα αν βρέξει, ένα παλτό αν κρυώσεις, μια τσάντα αν δεν έχεις, κι ένα κασκόλ αν φυσάει. Τι τα θες όλα αυτά που κουβαλάς λοιπόν;»
koyan8.jpg
Όταν η Κουκουτσοανήσυχη γύρισε σπίτι της, κάθισε εξαντλημένη από το κουβάλημα όλων αυτών των άχρηστων πραγμάτων στην πολυθρόνα και άρχισε να σκέφτεται αυτά που της είπε ο σοφός Κουκουτσοπλακατζής. «Νομίζω πως έχει δίκιο», σκέφτηκε, «και μου φαίνεται πώς και όλες οι ανησυχίες μου είναι άχρηστες». Ένοιωσε σαν να ξαλαφρώνει από κάτι. Είχε πάψει να ανησυχεί, δηλαδή να πάψει να φοβάται. Γιατί η ανησυχία είναι φόβος και ο φόβος είναι βάρος στην καρδιά. Κι έτσι η Κουκοτσοανήσυχη χαμογέλασε και πήγε να κοιμηθεί χωρίς να βάλει κράνος αφού έφαγε πολύ ελαφριά.
koyan6.jpg
Την άλλη μέρα η Κουκοτσοανήσυχη τηλεφώνησε στην Κουκουτσοωραία και την παρακάλεσε να έρθει να την πάρει να πάνε στα μαγαζιά. Δεν μπορείτε να φανταστείτε την έκπληξη τής Κουκουτσοωραίας όταν φτάνοντας στο σπίτι τής Κουκουτσοανήσυχης την βρήκε χαρούμενη και ξυπόλητη, χωρίς καμιά ανησυχία στα μάτια της να την περιμένει στην πόρτα. «Είμαι έτοιμη, βάζω μόνο τα παπούτσια μου και φεύγουμε. Μόνο σε παρακαλώ μη με ξαναφωνάξεις Κουκουτσοανήσυχη. Από εδώ και μπρος θα με λένε Κουκουτσοανέμελη».

ΠΗΓΗ: Ο ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ
 

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011

Παραμυθια με νεραϊδες

Παραμυθια με νεραϊδες

Ήταν μια φορά ένας πολύ ωραίος νέος και πολλά κορίτσια ήθελαν να τον πάρουν άντρα, μα αυτός δεν ήθελε να πάρει καμία από τις γυναίκες του κόσμου, μόνο ήθελε να πάρει νεράιδα. Και οι νεράιδες τον ενοστιμεύονταν και πολλές φορές έρχονταν και το επείραζαν. Εδοκίμασε πολλές φορές να πλησιάσει καμία από δαύτες, αλλά ποτέ δεν το κατόρθωσε. Το λοιπόν, μια μέρα ρώτησε μια γριά μπαμπόγρια, τι πρέπει να κάνει για να πάρει μια απ’ τις νεράιδες γυναίκα. Και η γριά του είπε: «σαν έρθουν οι νεράιδες να σε πειράξουν και θα σου μιλούν, συ κοίταξε πως θα πάρεις μιανής το μαντήλι. Κι α’ θέλεις να μένει πάντα μαζί σου και να μη σου φύγει ποτέ, πρέπει να βάλεις το μαντήλι στο φούρνο και να το κάψεις. Αλλά μπορεί όμως και να πεθάνει από τη λύπη της αν το κάμεις αυτό. Για τούτο, το καλύτερο είναι να το κρύψεις. Μα να προσέχεις μη σε γελάσει και σου ξαναπάρει το μανήλι. Έτσι θα σ’ ακολουθήσει όπου κι αν πας».
Όταν λοιπόν ήρθαν πάλι οι νεράιδες και τον πείραζαν, εκεί που του μιλούσαν, εχύθει αυτός απάνω σε μία και τη στιγμή που πήγε αυτή να πετάξει στον αέρα, της έπεσε το μαντήλι της και τ' άρπαξε εκείνος και το ‘χωσε στον κόρφο του. Η νεράιδα τον παρακαλούσε να της το δώσει πίσω και του λέγε: «Δώσ’ μου Γιάννη το μαντήλι! Δώσ’ μου το καημένε και γω να κάμω ότι θέλεις». Ο νέος όμως δεν της έκαμε τη χάρη και της είπε μονάχα πως θέλει να την πάρει γυναίκα. Οι άλλες νεράιδες πέταξαν στον αέρα και εχάθηκαν. Αυτή δεν μπορούσε πλιό να πετάξει κι έμεινε με το Γιάννη. Την επήγε λοιπόν αυτός στο σπίτι του, την παντρεύτη κι έκαμε παιδιά με δαύτη.
Εκείνη όμως ήταν πάντα πικραμένη και στενοχωρημένη, και σε καμιά γιορτή και σε κανένα πανηγύρι δεν ήθελε ν’ αλλάξει φορέματα και να στολιστεί και να κάμει ότι κάνουν οι άλλες γυναίκες. Ο Γιάννης που έβλεπε το μαράζι της γυναίκας του, ελυπότανε πολύ. Και μια μέρα που ήταν γιορτή και πήγαιναν όλοι στο χορό όξω από το χωριό, και η νεράιδα ζητούσε με τα κλάιματα το μαντήλι από τον άντρα της, τη συμπόνεσε εκείνος και ήθελε να της το δώσει. Μόνο εφοβόταν μην του φύγει όταν θα το πάρει και γι’ αυτό της είπε: «Σ’ το δίνω να πας στο χορό, μόνο πρέπει να μου τάξεις πως θα γυρίσεις στο σπίτι και δεν θα φύγεις, αλλιώς δεν θα σ’ το δώσω». Του το έταξε και του είπε μάλιστα: «Τώρα πλιό να σ’ αφήσω, ύστερα από τόσα χρόνια, και που έχω καμωμένα παιδιά με σένα;». Έτσι της το ‘δωσε το μαντήλι και αυτή άλλαξε τα φορέματά της και στολίστηκε. Και με μιας έλαμψε το σπίτι από την ομορφιά της γιατί σα νεράιδα που ήταν, ξεπερνούσε όλες τις γυναίκες στην ομορφιά. Πήγε λοιπόν στο χορό και άστραψε ο τόπος και όλοι όσοι ήσαν εκεί να κοιτάζουν και ν’ αφήνουν το θάμα τους. Και αυτή πήγε μπρουστέλα στο χορό και με μια ψιλή και γλυκιά φωνή άρχισε να λέει ένα τραγούδι πο’ ‘σκιζε την πέτρα και μάραινε καρδιές. Και σαν έκαμε τρεις γύρους στο χορό, σείστηκε, λυγίστηκε, κούνησε το μαντήλι της κι έκαμε μια «Ι, ι, ι!» και πέταξε στον αέρα για ν’ ανταμώσει τις συντρόφισσές της κι εχάθηκε. Κι έτσι ο Γιάννης έχασε τη γυναίκα του.


ΠΗΓΗ: ΥΠ.Ε.Π.Θ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ - 2ο Τ.Ε.Ε. Ν. Σμύρνης


Το Καλάμι κι η Ελιά

 Το Καλάμι κι η Ελιά

 

Μια φορά δίπλα σε μια ελιά είχε φυτρώσει ένα καλάμι.  Η ελιά ήταν ένα μεγάλο και δυνατό δέντρο με πολλά κλαδιά που  κρατούσαν τα φύλλα τους όλη τη χρονιά και κάθε δυο χρόνια,  έγερναν από το βάρος του καρπού.

Το καλάμι πάλι ήτανε ψηλόλιγνο με καταπράσινα στενόμακρα φύλλα, με ωραιότατα παράξενα  λουλούδια που έμοιαζαν με τσαμπιά κι είχανε το σχήμα του αδραχτιού.  Η ελιά καυχιόταν ολοένα:

-Τι είσαι συ μπροστά μου; έλεγε στο καλάμι Εγώ είμαι ένα δέντρο μεγάλο, δυνατό, ευλογημένο. Οι άνθρωποι με λατρεύουν  γιατί τους δίνω τις ελιές και το λάδι μου, τους δίνω ξερόκλαδα για να  ζεσταίνονται,  τους δίνω ξύλα για να φτιάχνουν ακριβά έπιπλα. Είμαι μεγάλη, ψηλή, γερή  και συ είσαι ένα αδύναμο πραγματάκι που λυγίζεις μπροστά σ' όλους τους ανέμους και τους προσκυνάς. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς έχεις την τόλμη να φυτρώνεις πλάι μου.Το καημένο το καλάμι που ήταν από φυσικού του ντροπαλό, τα' άκουγε όλα αυτά και δεν έλεγε τίποτα κι ούτε και θύμωνε γιατί αυτό δεν είχε να καυχηθεί για τίποτα.

Ήρθε ένας χειμώνας όμως βαρύς κι άρχισε να φυσάει ένας αέρας δαιμονισμένος,  που χτυπούσε με μανία την ελιά ώσπου στο τέλος την ξερίζωσε.  Το καλάμι, με το πρώτο φύσημα του ανέμου, έγειρε, λυγερό όπως ήτανε,  προς το νερό κι έτσι ο άνεμος περνούσε από πάνω του χωρίς να το πειράξει.  Κι όταν η καταιγίδα σταμάτησε κι ο άνεμος έπαψε να φυσάει,  η ελιά απόμεινε πεσμένη στο χώμα και το καλάμι σηκώθηκε  πάλι όρθιο και λυγερό, όπως και πριν.
Βλέπετε, το καλάμι ήξερε να υποχωρεί εκεί που ένιωθε ότι δεν είχε δύναμη ν' αντισταθεί, ενώ η ελιά πλήρωσε με τη ζωή της την υπερηφάνειά της.

Ο βασιλιάς και το αλάτι

Ο βασιλιάς και το αλάτι

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας μεγάλος βασιλιάς που είχε τρεις γιους και τους αγαπούσε πολύ.
Μια μέρα αποφάσισε να δει πόσο τον αγαπούσαν κι εκείνοι.  Φώναξε λοιπόν τον καθένα και τον ρώτησε πόσο τον αγαπάει. "Σ' αγαπώ όσο αγαπώ το χρυσάφι και τα κοσμήματα", είπε ο πρώτος γιος και  ο βασιλιάς  ευχαριστήθηκε πολύ. "Σ' αγαπώ όσο αγαπώ τα λεφτά", είπε ο δεύτερος γιος και πάλι ο βασιλιάς ευχαριστήθηκε πολύ. "Σ' αγαπώ όσο αγαπώ το αλάτι", είπε ο τρίτος γιος.

Ο βασιλιάς τότε θύμωσε πολύ και έδιωξε τον τρίτο γιο από το παλάτι.  Εκείνος περιπλανήθηκε σε πόλεις και χωριά, έκανε πολλές δουλειές και κατάφερε  με την εξυπνάδα του να γίνει βασιλιάς σε μια άλλη πολιτεία.

Τα χρόνια πέρασαν, ο πατέρας του είχε πια γεράσει πολύ και είχε  σχεδόν ξεχάσει τον τρίτο του γιο.

Εκείνος όμως πάντα θυμόταν τον πατέρα του και τον άδικο διωγμό του από το παλάτι, αλλά δεν του κρατούσε κακία. Έτσι, μια μέρα αποφάσισε να κάνει ένα γιορταστικό τραπέζι και κάλεσε σ' αυτό βασιλιάδες από κοντά κι από μακριά.
Ανάμεσά τους ήταν και ο πατέρας του.  Το τραπέζι ήταν πολύ πλούσιο.  Είχε όλων των ειδών τα φαγητά, τα φρούτα και τα γλυκά.  Μόνο που όλα τα φαγητά ήταν ανάλατα.  Έτσι είχε συμφωνήσει ο τρίτος γιος με το μάγειρα.

Όταν όλοι κάθισαν στο γιορτινό τραπέζι, ο βασιλιάς πατέρας του πήρε το πιρούνι και άρχισε να τρώει.
Με τις πρώτες όμως πιρουνιές παραπονέθηκε ότι το φαγητό  δεν είχε καθόλου αλάτι και σταμάτησε να τρώει. Καθόταν περίλυπος μπροστά σ' αυτό, το τόσο πλούσιο... με άγευστα φαγητά τραπέζι.

Τότε ο τρίτος του γιος, που στεκόταν δίπλα του, αλλά ο γερο-βασιλιάς δεν είχε αναγνωρίσει, γύρισε και του είπε: "Πατέρα, όταν πριν από πολλά χρόνια σου είπα ότι σ' αγαπώ όσο το αλάτι, με έδιωξες από το παλάτι σου. Τώρα, γιατί είσαι τόσο λυπημένος επειδή δεν μπορείς να φας το ανάλατο φαγητό σου;".

Ο γερο-βασιλιάς, έκπληκτος, αναγνώρισε το γιο του και κατάλαβε το λάθος του. "Συγνώμη, γιε μου, ήμουν τόσο άδικος μαζί σου..." του είπε.

Τότε ο γιος αγκάλιασε τον πατέρα του

και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα...

Οι τέσσερις δράκοι

Οι τέσσερις δράκοι

Μια φορά κι ένα καιρό δεν υπήρχαν ούτε ποτάμια, ούτε λίμνες πάνω στη γη, αλλά μόνο η Ανατολική Θάλασσα όπου ζούσαν τέσσερις δράκοι: ο Μακρύς Δράκος, ο Κίτρινος Δράκος, ο Μαύρος Δράκος και ο Μαργαριταρένιος Δράκος.
Μια μέρα οι τέσσερις δράκοι πετούσαν στον ουρανό και κατευθύνονταν προς τη στεριά. Ανέβαιναν πολύ ψηλά, έκαναν βουτιές στον αέρα και έπαιζαν κρυφτό μέσα στα σύννεφα.<Ελάτε εδώ γρήγορα!!!>φώναξε ξαφνικά ο Μαργαριταρένιος Δράκος.
<Τι συμβαίνει;> ρώτησαν οι άλλοι τρεις κοιτάζοντας κάτω, προς τα εκεί που τους έδειξε ο Μαργαριταρένιος Δράκος. Κάτω στη γη αντίκρισαν ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων που έκαιγαν λιβάνια κι έκαναν προσφορές με φρούτα και γλυκίσματα. Όλοι τους προσεύχονταν! Μια γυναίκα με κάτασπρα μαλλιά και ένα κοκαλιάρικο αγοράκι στην πλάτη της ήταν γονατισμένη στο έδαφος και μουρμούριζε:
<Σε παρακαλώ, Ουράνιε Πατέρα, στείλε μας γρήγορα βροχή για να μπορέσουμε να δώσουμε λίγο ρύζι στα παιδιά μας>.
Η αλήθεια ήταν πως είχε να βρέξει πάρα πολύ καιρό. Οι σοδειές είχαν μαραθεί, το χορτάρι και τα λιβάδια είχαν κιτρινίσει από τον καυτό ήλιο.
<Πόσο φτωχοί είναι αυτοί οι άνθρωποι!> είπε ο Κίτρινος Δράκος. <Κι αν δεν βρέξει, σύντομα κινδυνεύουν να πεθάνουν από την πείνα>.
Ο Μακρύς Δράκος κούνησε το κεφάλι του. Μετά είπε: <Aς πάμε στον Αυτοκράτορα Σεπτό του Αχάτη να τον παρακαλέσουμε να βρέξει>>.
Και λέγοντας αυτό πέταξε στα σύννεφα. Οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν κι άρχισαν να πετούν όλοι μαζί προς το Ουράνιο Παλάτι.
Ο Αυτοκράτορας Σεπτός του αχάτη που ήταν υπεύθυνος για όλα όσα συνέβαιναν στον ουρανό, στη γη και στη θάλασσα, ήταν πανίσχυρος. Και δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος όταν είδε τους δράκους να πετούν βιαστικά προς το μέρος του.
<Γιατί έρχεστε εδώ αντί να βρίσκεστε κοντά στη θάλασσα και να συμπεριφέρεστε όπως πρέπει;> τους ρώτησε.
Ο Μακρύς δράκος έκανε ένα βήμα μπροστά και είπε:
<Οι σοδειές στη γη έχουν ξεραθεί και χάνονται, Μεγαλειότατε. Σε παρακαλώ να ρίξεις όσο γίνετε πιο γρήγορα βροχή στον κόσμο>.
Ο Αυτοκράτορας, που εκείνη την ώρα απολάμβανε το τραγούδι των νεράιδων, προσποιήθηκε ότι συμφώνησε μαζί του.
<Εντάξει. Πηγαίνετε πίσω κι εγώ θα στείλω αύριο μια βροχή>.
<Ευχαριστούμε, Μεγαλειότατε!> είπαν οι τέσσερις δράκοι με μια φωνή και γύρισαν πίσω ευτυχισμένοι.
Αλλά πέρασαν δέκα ολόκληρες μέρες χωρίς να πέσει ούτε μια σταγόνα βροχής στη γη.
Οι άνθρωποι υπέφεραν, κάποιοι άρχισαν να τρώνε φλούδες δέντρων, κάποιοι έτρωγαν τις ρίζες από τα χόρτα και κάποιοι άλλοι αναγκάζονταν να τρώνε χώμα επειδή δεν εύρισκαν ούτε φλούδες δέντρων, ούτε χορτάρια.
Βλέποντας αυτή την κατάσταση οι τέσσερις δράκοι λυπήθηκαν πολύ, γιατί ήξεραν ότι ο Αυτοκράτορας ενδιαφερόταν περισσότερο για τις απολαύσεις του παρά για εκείνους τους ανθρώπους. Έτσι έπρεπε να βασιστούν μόνο στον εαυτό τους για να γλιτώσουν τους ανθρώπους από τα βάσανα τους. Αλλά πως;
Κοιτάζοντας την απέραντη θάλασσα, ο Μακρύς Δράκος δήλωσε στους άλλους τρεις πως είχε μια ιδέα.<Τι είναι; Πες το γρήγορα!> απαίτησαν να μάθουν οι άλλοι.
<Κοιτάξτε. Δεν νομίζετε κι έσεις πως η θάλασσα έχει πάρα πολύ νερό; Θα το πετάξουμε στον ουρανό και αυτό θα πέσει στη γη σαν βροχή και θα σώσει τους ανθρώπους και τι σοδιές τους>.
<Καλή ιδέα!> είπαν οι άλλοι χειροκροτώντας.
<Αλλά> είπε ο Μακρύς Δράκος μετά από πολύ σκέψη <πρέπει να ξέρετε ότι θα κατηγορηθούμε αν ο Αυτοκράτορας μάθει για αυτό>.
<Θα κάνω οτιδήποτε για να σώσω τους ανθρώπους >. Είπε ο Κίτρινος Δράκος αποφασιστικά.
<Ας αρχίσουμε. Και δεν πρόκειται να μετανιώσουμε ποτέ>. Φώναξαν ο Μαύρος και ο Μαργαριταρένιος Δράκος, που ήθελαν κι αυτοί να βοηθήσουν τους ανθρώπους.
Κατευθύνθηκαν προς την θάλασσα, μάζεψαν νερό στο στόμα τους και πέταξαν ψηλά στον ουρανό για να το ρίξουν στη γη. Οι τέσσερις δράκοι έκαναν το δρομολόγιο αυτό πολλές φορές. Σε λίγο το θαλασσινό νερό άρχισε να πέφτει στη γη σαν βροχή.
<Βρέχει! Βρέχει!>
<Οι σοδιές θα σωθούν!>
Οι άνθρωποι άρχισαν να φωνάζουν και να κλαίνε από τη χαρά τους. Το σιτάρι άρχισε να σηκώνετε από το έδαφος και το χορτάρι άρχισε να πρασινίζει.
Όταν ο θεός της θάλασσας το είδε αυτό ειδοποίησε τον αυτοκράτορα.
<Πως τολμούν οι τέσσερις δράκοι να φέρνουν βροχή χωρίς την έγκριση μου!> είπε ο Αυτοκράτορας και διέταξε τους ουράνιους στρατηγούς του και τα στρατεύματα τους να συλλάβουν τους τέσσερις δράκους. Οι τέσσερις δράκοι που ήταν πολύ λίγοι να αντισταθούν απέναντι σε τόσο στρατό, αιχμαλωτίστηκαν πολύ γρήγορα και οδηγήθηκαν στο ουράνιο παλάτι.
<Πήγαινε και φέρε μου τέσσερα βουνά για να τους πλακώσουμε, έτσι ώστε να μην μπορούν πια να ξεφύγουν!> διέταξε ο Αυτοκράτορας τον θεό των βουνών.
Ο θεός των βουνών χρησιμοποίησε την μαγική του δύναμη, κάλεσε τον άνεμο και τα τέσσερα βουνά έφτασαν πετώντας και πλάκωσαν τους τέσσερις δράκους.
Αλλά και μέσα στη φυλακή τους οι τέσσερις δράκοι ποτέ δεν μετάνιωσαν για την πράξη τους. Κι επειδή ήταν αποφασισμένοι να φέρονται για πάντα καλά στους ανθρώπους, μεταμορφώθηκαν σε τέσσερις ποταμούς που κατέβαιναν από τα ψηλά βουνά και διέσχιζαν την χώρα, για να μην έχουν πια ανάγκη οι άνθρωποι μόνο τις βροχές. Ο Χειλονγκτζιάν, ο Μαύρος Δράκος στο μακρινό Βορρά, ο Χουανγκέ, ο Κίτρινος Δράκος στην κεντρική Κίνα, ο Τσάνγκγιανγκ (που λέγεται και Γιανγκτζέ, ή μακρύ ποτάμι) νοτιότερα και ο Ζουγιάνγκ ο Μαργαριταρένιος Δράκος στις εσχατιές του Νότου...

Ένα παραμύθι από την Κίνα που μας το έστειλε η μικρή Γεωργία Γκίκα!


Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Παραμύθια από την Ανατολή

Παραμύθια από την Ανατολή

Μιά φορά κι' έναν καιρό ένας ποταμός, λέει η παλιά Ανατολική παράδοση, έτρεχε ήρεμα πάνω στην καλοβολεμένη από λάσπη κοίτη του. Τα νερά του ήταν θολά και μέσα τους ζούσαν βαριά και μολυβένια ψάρια, απ' αυτά που αναζητούν την τροφή τους στη λάσπη.
     Επειδή ήταν αβαθύς, κανένας άνθρωπος δεν είχε την ιδέα να κάνει γέφυρα και έτσι αρκούνταν στο να ρίχνουν μέσα του μερικές μεγάλες πέτρες και να αυτοσχεδιάζουν δρόμους, που μόλις βρέχονταν από τα ήρεμα και αργά νερά.
     Τα ζώα του δάσους τον περνούσαν στα μέρη που ήταν λιγότερα βαθιά, ανακατεύοντας τα σπλάχνα του με τα πόδια τους. Για να πιούν νερό πήγαιναν στη κοντινή λίμνη, γιατί τα νερά του ποταμού ήταν σκοτεινά και δύσοσμα.
     Αλλά μιά μέρα ο Θεός Ιντρα, που όλα τα βλέπει, λυπήθηκε τον δαίμονα του ποταμού, γιατί χωρίς να είναι χαζός, ενεργούσε σαν τέτοιος, έτσι που ήταν παγιδευμένος, ναρκωμένος από την αδράνεια και το βόλεμα. Είχε συνηθίσει να πατούν το σώμα του, που ήταν υγρό και δύσοσμο και γλοιώδες σαν νεκρό φίδι.
Με το πέρασμα του χρόνου, ο ποταμός είχε βολευτεί με τους εύκολους δρόμους και απόφευγε τις απότομες κατηφόρες.
     Είχε γίνει άσχημος, μουγγός και οι όμορφες νεράιδες και τα ξωτικά των ακτών δεν τον πλησίαζαν ούτε καν τις νύχτες με πανσέληνο, για να φτιάξουν τους μαγικούς καθρέφτες τους.
     Ενας από τους υπηρέτες του Ιντρα στέγνωσε τη γη μπροστά του και την ανύψωσε με τέτοιο τρόπο που τον ανάγκασε να εκτραπεί.
    Ο ποταμός στην αρχή φοβήθηκε, άρχισε ν' αναστενάζει, αλλά γρήγορα ανακάλυψε την ηδονή του να πηδάει πάνω από τους βράχους, και μ' ένα μουγγρητό άρχισε να ισοπεδώνει δέντρα και ν' ανοίγει δρόμους, πηδώντας πάνω από αβύσσους και ορμώντας ενάντια σε τρομερούς βράχους.
     Το νερό του έγινε καθαρό, αφού φιλτραριζόταν μέσα από τις αμμουδιές και τις πέτρες. Η κοίτη του έγινε πέτρινη και μερικές φορές μεταλλική και έλαμπαν οι φλέβες μέσα του. Από τα σπλάχνα του, που πρώτα ήταν σκοτεινά και κατηφή, γεννήθηκε ο άσπρος αφρός, γιατί η ασπράδα δεν εμφανίζεται, αν δεν υπάρχει μάχη, αν δεν υπάρχει εξαγνισμός.
     Το ποτάμι γέμισε τότε με χρωματιστά ψάρια, απ' αυτά που ανεβαίνουν στα βουνά και οι καθαρές λιμνούλες που άφηνε στα πλάγια του, στολισμένες με τρομερούς βράχους, έγιναν η απόλαυση των Στοιχείων των νερών. Με την ιριδένια ανταύγεια των άστρων έκαναν οι Νύμφες τα μαγικά τους χτένια και έβγαλαν τους μαγικούς καθρέφτες από το βυθό των λιμνών.
     Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν πιά να τον πατήσουν, αλλά ύψωσαν θριαμβευτικές αψίδες πάνω του, που τις ονόμασαν γέφυρες. Τα ζώα τον δέσχιζαν κολυμπώντας και καθαρά και λαμπερά σχολίαζαν ύστερα τη δύναμη του ποταμού. Στο τέλος όταν έφτασε στη μητέρα Γάγγα, τον υποδέχτηκαν με χειροκροτήματα τα άλλα νερά, που αγκαλιαζόντουσαν με τα δικά του, φωνάζοντας από χαρά.
     Και βλέποντας όλα αυτά και πολλά ακόμα, που δεν σας διηγούμαι, ο Ιντρα σκέπτεται τους πολλούς ανθρώπους που δεν χρησιμοποιούν τις δυνατότητές τους, τις ευκαιρίες τους και εξακολουθούν να είναι αργοί ποταμοί και λασπώδεις, χωρίς ανδρεία και χωρίς δόξα. Δυό δάκρυα κυλούν τότε από το πρόσωπό του το φλογερό και έτσι εμφανίζονται τα σύννεφα και τα πάντα στη Φύση γίνονται γκρίζα και τότε λυπάται για την ανθρώπινη ανοησία.

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011

Ο βασιλιάς που είχε αυτιά γαϊδάρου.


Ο βασιλιάς που είχε αυτιά γαϊδάρου.

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που ήταν πολύ λυπημένος
γιατί δεν είχε παιδιά. Σαν απελπίστηκε, πήγε σ΄ ένα μακρινό δάσος για
ν΄ ανταμώσει τρεις νεράιδες, που έμεναν εκεί και να τους πει τον πόνο του.
Οι νεράιδες τον λυπήθηκαν και του ΄ταξαν πως σ΄ένα χρόνο και μια
μέρα, θα είχε τον διάδοχο.

Και σ΄ένα χρόνο και μια μέρα, ούτε πάνω ούτε κάτω, η βασίλισσα
γέννησε παιδί.

Την άλλη νύχτα απ΄ την γέννησή του, οι τρεις νεράιδες φάνηκανμπροστά στην κούνια του, για να του κάνουν τα πεσκέσια τους.
Η πρώτη νεράιδα είπε:

- Θα ΄σαι το πιο όμορφο βασιλόπουλο του κόσμου.

Η δεύτερη είπε:

- Θα ΄σαι τίμιος και σοφός.

Η τρίτη νεράιδα, σαν άκουσε να του τάζουν τόσα όμορφα χαρίσματα, συλλογίστηκε λίγο και είπε:
- Μα θα ΄χεις και γαϊδουρινά αυτιά, για να μην γίνεις ποτέ
περήφανος.
Οι τρεις νεράιδες έκαναν τα πεσκέσια τους και χάθηκαν. Κι ό,τι
του ΄ταξαν έγινε στην ακρίβεια. Το βασιλόπουλο μεγάλωνε σα δέντρο
κι ομόρφαινε και γινόταν τίμιο και μυαλωμένο, αλλά τον ίδιο καιρό
μεγάλωναν και τ΄αυτιά του.
Ο βασιλιάς και η βασίλισσα είχαν φρίξει. Ποιός είχε ακούσει ποτέ
για βασιλόπουλο με γαϊδουρινά αυτιά; Πώς μπορούσε να περιμένει
σεβασμό και αγάπη από τους υπηκόους του, αν το έπαιρναν χαμπάρι;
Κι έτσι έκρυβαν τ΄ αυτιά του βασιλόπουλου, που φορούσε πάντα ένα
ειδικό κασκέτο.
Κατάφεραν λοιπόν, να κρατήσουν το μυστικό για το φοβερό
ελάττωμα του βασιλόπουλου και κανένας ποτέ δεν έμαθε τίποτα.
Όλοι πίστευαν πως ήταν το πιο όμορφο και πιο μυαλωμένο βασιλόπουλο
του κόσμου και περίμεναν πώς και πώς, πότε να ΄ρθει η μέρα για να
γίνει βασιλιάς.
Το καλό βασιλόπουλο μεγάλωνε κι έγινε ένα ψηλό και όμορφοπαλικάρι. Όσο ήταν μικρός, είχε τα μαλλιά του μακριά σαν κορίτσι,
μα τώρα δεν ήταν πια δυνατό και ήθελε μπαρμπέρη. Σαν ο βασιλιάς το
πήρε είδηση, στεναχωρήθηκε πολύ κι έμεινε ξάγρυπνος ολόκληρη νύχτα
και συλλογιόταν πως να βρει μπαρμπέρη για το βασιλόπουλο, δίχως να
φανερωθεί το μυστικό, που του΄φερνε ντροπή.
Κι επιτέλους, του ΄ρθε μια ιδέα. Φώναξε τον αρχηγό του συναφιού
των μπαρμπέρηδων, τον κάλεσε μονάχο στο τραπέζι του και του είπε με
βαριά φωνή:

- Μαστρο - μπαρπέρη, σε περιμένει μια μεγάλη τιμή.
Αποφάσισα να σε κάνω μπαρμπέρη του παλατιού, για το
βασιλόπουλο. Η δουλειά σου θα ΄ναι να ξυρίζεις το βασιλόπουλο
κάθε μέρα και να του κόβεις τα μαλλιά, μια φορά τη βδομάδα.
Δεν είναι δύσκολη δουλειά κι αν φερθείς φρόνημα θα σε κάνω
πλούσιο. Μα, αν πεις και μια κουβέντα γι΄ αυτό που θα δεις στη
δουλειά σου, είσαι άνθρωπος πεθαμένος.

Ο καλός μας μπαρμπέρης δεν ήξερε αν ήταν ξύπνιος ή έβλεπε όνειρο
και υποσχέθηκε πως θα ΄κλεινε το στόμα του σαν τάφος. Την ίδια κιόλας
μέρα, τον έκαναν επίσημα μπαρμπέρη του βασιλόπουλου. Έμενε στο
παλάτι, έτρωγε απ΄ την κουζίνα, έπαιρνε μέρος στα συμβούλια, είχε ό,τι
μπορούσε να πεθυμήσει και ήταν πιο χαρούμενος και ευτυχισμένος από
πολλούς άλλους.
Μα η χαρά του δεν κράτησε πολύ. Δεν είχε περάσει μήνας κι ο
μπαρμπέρης του βασιλόπουλου άρχισε να γίνεται κίτρινος, ν΄αδυνατίζει
και να λειώνει σαν να ΄ταν άρρωστος. Μα δεν ήταν άρρωστος.
Τον βάραινε πολύ το μυστικό με τ΄ αυτιά του βασιλόπουλου, που δεν
μπορούσε να το πει σε κανέναν στον κόσμο.
Ο κακότυχος μπαρμπέρης, πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Μια
μέρα, που με το ζόρι μπόρεσε να κρατήσει το ψαλίδι και το ξυράφι στο
χέρι απ΄την ανημποριά του, πήγε στο δάσος να ζητήσει ορμήνια από έναν
ερημίτη.
Ο ερημίτης τον άκουσε και του είπε:

- Αν είναι τούτο το μυστικό που σε βασανίζει, βρες μια ερημιά,
σκάψε μια τρύπα στο χώμα και πες στην τρύπα το μυστικό σου.
Θα θάψεις εκεί το βάσανό σου και η γη δεν θα σε προδώσει.

Ο καλός μπαρμπέρης ευχαρίστησε το γέρο και στη στιγμή έκανε ό,τι
τον είχε ορμηνέψει. Η ορμήνια του ερημίτη ήταν πολύ καλή: σαν ο
μπαρμπέρης είπε το φοβερό του μυστικό στην τρύπα που ΄σκαψε σε
μακρινό τόπο, ένοιωσε στη στιγμή καλύτερα. Γέμισε πάλι καλά - καλά
την τρύπα με χώμα και γύρισε σπίτι του τραγουδώντας.
Σε λίγο καιρό, φύτρωσαν όμορφα καλάμια στον τόπο όπου ο
μπαρμπέρης είχε σκάψει την τρύπα για να ξεφορτωθεί το μυστικό του.
Μια μέρα, μερικοί τσοπάνοι πέρασαν από ΄κει με τα πρόβατά τους κι
έκοψαν κάνα - δυο καλάμια για να κάνουν σουραύλια.

Μα αλίμονο, τιι έγινε τότε; Αν άρχισαν να παίζουν τα σουραύλια,
μια παράξενη φωνή βγήκε απ΄ τα καλάμια:

Το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά,
το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά.

Η ιστορία με τα μαγικά σουραύλια και το παράξενο τραγούδι τους,
σκόρπισε σ΄όλη τη χώρα σαν αστραπή. Δεν χρειάστηκε πολύ για να
φτάσει και στο παλάτι και στ΄αυτιά του βασιλιά.
Σαν ο βασιλιάς άκουσε το φοβερό μαντάτο, φώναξε τους τσοπάνους
και τους πρόσταξε να παίξουν. Μα, οι φουκαράδες, όσο κι αν πάρχιζαν,
απ΄τα σουραύλια τους δεν έβγαινε παρά τούτο το παράξενο τραγούδι:
Το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά, το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά.

Ο βασιλιάς δοκίμασε να παίξει κι ο ίδιος ένα σουραύλι, μα τίποτα δενάλλαξε. Ο βασιλιάς ήταν πολύ θυμωμένος. Ποιός άλλος μπορούσε να τον
έχει προδώσει, εκτός απ΄τον μπαρμπέρη του παλατιού; Είπε να τον
φέρουν μπροστά του και χωρίς κουβέντα, πρόσταξε να του πάρουν το
κεφάλι.
Τότε όμως, σηκώθηκε το βασιλόπουλο, έβγαλε το κασκέτο του μπροστάσε όλους και είπε:

- Όχι, βασιλιά μου και πατέρα μου, δεν πρέπει να καταδικάσεις
τον μπαρμπέρη μόνο και μόνο επειδή είπε την αλήθεια.
Άσε να δει όλος ο κόσμος ό,τι κρύβαμε τόσον καιρό. Αν το
θελήσει ο Θεός, θα γίνω καλός βασιλιάς είτε έχω είτε δεν έχω
αυτιά γαϊδάρου.
Έτσι γλίτωσε ο μπαρμπέρης χάρη στο βασιλόπουλο. Μα μπορείτε να
φανταστείτε τη χαρά όλων, και πιο πολύ του βασιλιά και της βασίλισσας,
όταν ξαφνικά είδαν πως το βασιλόπουλο δεν είχε πια εκείνα τα σταχτιά,
γαϊδουρινά αυτιά !!! Τι είχε γίνει;
Η τρίτη νεράιδα, σαν ένιωσε πως η καρδιά του βασιλόπουλου δενείχε περηφάνια, έλυσε τα μάγια.
Μπορείτε λοιπόν να καταλάβετε, πως όλοι ήταν ευχαριστημένοι μετούτο το χαρούμενο τέλος. Ο λαός ήταν ευχαριστημένος, το παλάτι ήτανευχαριστημένο, ο βασιλιάς ήταν ευχαριστημένος, το βασιλόπουλο ήτανευχαριστημένο και βέβαια ήταν ευχαριστημένος και ο μπαρμπέρης.Στο κάτω - κάτω, κόντεψε να χάσει τη ζωή του γι΄αυτή την ιστορία. Από τότε, τα σουραύλια που τον είχαν προδώσει, δεν είπαν πιατο τραγούδι για τ΄αυτιά του βασιλόπουλου, μ΄ όλο που τα πιτσιρίκια,κάθε τόσο και πολύ μυστικά, πασχίζουν να τα κάνουν να το ξαναπούν.

Ο ΚΑΛΛΟΓΙΑΝΝΟΣ


Ο ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΟΣ



Βασιλιάς των πουλιών είν’ ο καλογιάννος·
γιατί μια φορά εζητούσαν τα πουλιά βασιλιά,
και ο Θεός τους είπε να γίνει εκείνος που θα πετάξει ψηλότερα.
Τα πουλιά δεν ήθελαν, γιατί ήξευραν πως θα γίνει ο αετός·
μόνον ο καλογιάννος επέμενε.
Παραδέχτηκαν λοιπόν τα πουλιά, πετάει ο αετός,
και άμα επέρασε όλα τα πουλιά στο ύψος και
έφτασε ώς εκεί που δεν ημπορούσε να πετάξει πλέον ψηλότερα, εφώναξε:
«Ποιος μπορεί να πετάξει ψηλότερα από μένα;»
Ο καλογιάννος, που είχε κρυφτεί στη ράχη του αϊτού, ανατινάχτη ολίγο και εφώναξε: «Εγώ!»
Και έτσι έγινε βασιλιάς
Λαικό παραμύθι από το Αγρίνιο

Ένα μικρό παραμύθι

Ένα μικρό παραμύθι

 

Μια φορά και έναν καιρό, εκεί ψηλά -ψηλά στον Ουρανό, όπου δεν υπάρχουν ούτε οι πίκρες, ούτε ο πόνος- πετούσαν, παίζοντας οι δύο Ψυχές.
Ας τις ονομάσουμε Μικρούλης και Μικρούλα.
Αυτές ήσαν ελεύθερες εκεί, ένιωθαν τόσο καλά και χαρούμενα, έπαιζαν μεταξύ τους, ακτινοβολώντας αντί της γήινης γλώσσας ένα τρυφερό-τρυφερό γαλανόλευκο φως.
- Σ' αγαπώ!- άφηνε την ακτίνα του Ουράνιου φωτός η μια Ψυχή, ζεσταίνοντας με την αγάπη της την άλλη.
- Και γω σ' αγαπώ ακόμη πιο πολύ- άφηνε εις απάντηση την δική της ακτίνα του φωτός η άλλη Ψυχή, ζεσταίνοντας με την αγάπη της την πρώτη.
- Εγώ σ' αγαπώ πιο πολύ!
- Όχι, εγώ σ' αγαπώ πιο πολύ!
Έτσι χαίρονταν αυτές χωρίς τα βάσανα, έχοντας στην διάθεσή τους ολόκληρο το Σύμπαν, πετώντας στα ατελείωτα πέρατά του με τρομερή ταχύτητα, ακτινοβολώντας παντού το φως: Σ' αγαπώ!
Οι Άγγελοι του Ουρανού χαμογελούσαν και χαίρονταν γι' αυτές τις δυο Ψυχές, που έπαιζαν αμέριμνες και απολάμβαναν την αγάπη μεταξύ τους.
Μια φορά η Ψυχή, που την έλεγαν Μικρούλα κοίταξε προς τα κάτω και είδε τον πλανήτη Γη.
- Μικρούλη! Τι λες, δεν πάμε εκεί κάτω να δούμε πως είναι;
- Όχι, δεν χρειάζεται, Μικρούλα! Καλά είμαστε εδώ. Εκεί κάτω θα χαθούμε και δεν θα είμαστε μαζί.
- Μικρούλη! Θέλω να πάω εκεί κάτω να δω πως είναι. Θα με αφήσεις μόνη;
- Άκουσέ με, Μικρούλα! Θα μας ποτίσουν πριν την ενσάρκωση με το νερό την Λήθης και θα δυσκολευτούμε πάρα πολύ να αναγνωρίσουμε ο ένας τον άλλον. Έτσι θα μπλεκόμαστε με τον κάθε τυχόντα με την κρυφή ελπίδα να βρούμε στο πρόσωπό του ο ένας τον άλλον και στο τέλος θα απογοητευόμαστε και θα βασανιζόμαστε. Μπορεί να μην βρεθούμε ποτέ και να περάσουμε όλη την γήινη ζωή ψάχνοντας ο ένας τον άλλον. Καλύτερα ας μείνουμε εδώ, Μικρούλα!
- Μη φοβάσαι, Μικρούλη! Ακόμα κι' αν δεν βρεθούμε εκεί κάτω- πάλι θα γυρίσουμε εδώ και πάλι θα βρεθούμε. Θέλω να δω πως είναι εκεί κάτω! Έλα, πάμε, Μικρούλη!
- Εντάξει, αφού το θέλεις τόσο πολύ -απρόθυμα απάντησε ο Μικρούλης- θα έλθω μαζί σου εκεί κάτω, αλλά να θυμάσαι- θα περάσει πάρα πολύς καιρός ως που να ανταμωθούμε και αναγνωρίσουμε ο ένας τον άλλον.
- Δεν πειράζει! Έτσι θα μάθουμε να αγαπάμε και να εκτιμάμε ακόμη πιο πολύ ο ένας τον άλλον,- είπε η Μικρούλα.
Οι Ψυχές του Μικρούλη και της Μικρούλας ήλθαν στον Άγγελο της Ενσάρκωσης.
- Θέλουμε να πάμε κάτω στην Γη.
- Το σκεφτήκατε καλά αυτό;- τους ρώτησε ο Άγγελος.
- Ναι. Αποφασίσαμε να πάμε κάτω και να δούμε πως θα είναι εκεί τα πράγματα για μας.
- Εντάξει τότε, ετοιμαστείτε για την ενσάρκωση,- τους είπε ο Άγγελος.- Ποιος από σας θέλει να γεννηθεί πρώτος; Ποιος θα κατέβει πρώτος κάτω στην Γη;
Ο Μικρούλης και η Μικρούλα κοιταχτήκανε, κάνοντας ο ένας στον άλλον την βουβή ερώτηση-ποιος;
- Εγώ θα κατέβω πρώτος- είπε ο Μικρούλης- αλλά εσύ Μικρούλα μην αργήσεις πολύ να έλθεις, μην μ' αφήνεις για πολύ καιρό μόνο μου εκεί.
- Εντάξει- του είπε η Μικρούλα- μετά από σένα και γω θα κατέβω αμέσως. Πήγαινε τώρα.
Ο Μικρούλης, κοιτώντας για τελευταία φορά την Μικρούλα, που για πρώτη φορά θα την άφηνε μονάχη, πλησίασε στενοχωρημένος τον Άγγελο της Ενσάρκωσης.
- Πρέπει να πιεις όλο το νερό της Λήθης- του είπε ο Άγγελος- θα ξεχάσεις τα πάντα- ποιος είσαι στην πραγματικότητα, ποια είναι η Μικρούλα σου, δεν θα θυμάσαι τίποτε πια, αλλά μέσα σου θα διατηρηθεί εκείνο το θολό αίσθημα του κάτι που ήταν παλιά και μ' αυτό το αίσθημα εσύ θα προσανατολίζεσαι εκεί κάτω στην Γη. Και τώρα πιες το νερό της Λήθης!
Ο Μικρούλης έριξε για άλλη μια φορά το βλέμμα του στην Μικρούλα, ρωτώντας την βουβά- να το πιω;
Πιες! - το ίδιο βουβά με το βλέμμα της του απάντησε η Μικρούλα- και γω θα πιω μετά από σένα.
Ο Μικρούλης ήπιε όλο το νερό και αμέσως ξέχασε τα πάντα- ποιος είναι, ποια είναι η Μικρούλα έγινε τελείως διαφορετικός, δεν θυμόταν απολύτως τίποτε.
Τον έριξαν κάτω στην Γη στην κοιλιά μίας μάνας που του διάλεξαν οι Άγγελοι από πάνω.
Λίγο αργότερα τα ίδια έκαναν και στην Μικρούλα. Και αυτή ξέχασε τα πάντα.
Μόνο ένα θολό αίσθημα έμεινε και στους δυο- το σημάδι του παρελθόντος, - αυτή η ακατανόητη φωνή, που κάποια φορά ψιθύριζε, και κάποια φορά φώναζε μέσα τους:
- Όχι! Δεν είναι αυτός! Όχι, δεν είναι αυτή! Μα που βρίσκεται ο δικός μου, Θεέ μου;!
Που βρίσκεται η δική μου, Θεέ μου;!
Από τότε πέρασαν πάρα πολλά χρόνια. Ο Μικρούλης και η Μικρούλα δεν κατάφεραν να βρεθούν, είχαν χαθεί μέσα στο ατελείωτο χείμαρρο της γήινης ζωής, συνάπτοντας σχέσεις με τους άλλους, με την τυφλή ελπίδα- μήπως τελικά είναι αυτός; Μήπως τελικά είναι αυτή;
Ο καθένας τους έχει κάνει την δική του οικογένεια και ανήκε πια οριστικά αλλού.
Είχαν χάσει την κάθε ελπίδα να βρει ο ένας τον άλλον στην Γη, απλά περίμεναν την ώρα της αντάμωσης στον Ουρανό για να πουν ο ένας στον άλλον τόσα πράγματα, που δεν χωράει ο νους.
Όμως οι Άγγελοι του Ουρανού αποφάσισαν να τους οργανώσουν την συνάντηση- και αυτοί τελικά συναντήθηκαν, αλλά όχι ελεύθεροι πια.
Τους άφησαν να δουν ο ένας τον άλλον μόνον από μακριά για να θυμηθούν εκείνα, που προ πολλού είχαν ξεχάσει μέσα στα βάσανα και τις δοκιμασίες της γήινης ζωής.

παραμύθι της Λήθης

Ο γάμος της Ποντικούλας

Ο γάμος της Ποντικούλας

 

Μια φορά κι έναν καιρό
ήταν μια οικογένεια ποντικών.
Ο μπαμπάς ο πόντικας, η μαμά η ποντικίνα και η μοναχοκόρη τους η ποντικούλα.
Τέτοια όμορφη ποντικούλα δεν υπήρχε πουθενά! Ο πόντικας και η ποντικίνα μεγάλωσαν την κόρη τους όσο καλύτερα μπορούσαν και όταν μεγάλωσε για τα καλά, αποφάσισαν να την παντρέψουν.
Με ποιόν όμως; Ήθελαν τον καλύτερο!
- Ποιος είναι ο καλύτερος;
Σκέφτηκαν, σκέφτηκαν και τελικά τον βρήκαν!
- Ο ήλιος, είπαν και οι δυο μαζί, και έτριψαν τα μουστάκια τους ευχαριστημένοι.
Ετοιμάστηκαν την άλλη μέρα και ξεκίνησαν να βρουν τον ήλιο. Περπάτησαν, περπάτησαν και κάποτε έφτασαν στο παλάτι του ήλιου. Εκείνος τους καλοδέχτηκε και τους ρώτησε για το σκοπό της επίσκεψής τους.
- Να, του είπαν, έχουμε μια πολύ καλή και όμορφη κόρη, την ποντικούλα μας. Είναι καιρός να την παντρέψουμε και σκεφτήκαμε εσένα για γαμπρό, γιατί είσαι ο καλύτερος.
Ο ήλιος χαμογέλασε και είπε:
- Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε, αλλά δεν είμαι εγώ ο καλύτερος.
- Μα πώς; ρώτησαν γεμάτοι απορία ο πόντικας και η ποντικίνα. Αφού είσαι πιο ψηλά απ΄ όλους, βλέπεις όλον τον κόσμο, δίνεις ζωή σε όλα τα ζώα και τα φυτά της γης, όλοι σε αγαπούν και σε θαυμάζουν. Κανένας δεν μπορεί να σε νικήσει.
- Και όμως κάνετε λάθος. Με νικάει το σύννεφο. Όταν μπαίνει μπροστά μου, τίποτα δεν μπορώ να κάνω.
Δίκιο έχει, σκέφτηκαν οι ποντικοί. Χαιρέτησαν και έφυγαν.
Την άλλη μέρα πήγαν και βρήκαν το σύννεφο, που ήταν γκρίζο και τεράστιο.
Το σύννεφο τους καλωσόρισε και οι ποντικοί του είπαν το σκοπό της επίσκεψής τους.
- Ο ήλιος μας είπε πως εσύ είσαι δυνατότερος από εκείνον και γι αυτό ήρθαμε σε σένα, αφού θέλουμε να παντρέψουμε την κόρη μας την ποντικούλα με τον καλύτερο και τον δυνατότερο.
Το σύννεφο κουνήθηκε, άλλαξε σχήμα, έγινε πιο γκρίζο και είπε:
- Μεγάλη η τιμή που μου κάνετε να παντρευτώ τη μοναχοκόρη σας, μα αφού θέλετε τον καλύτερο και τον δυνατότερο να ξέρετε ότι δεν είμαι εγώ αυτός.
- Και ποιος είναι; ρώτησαν με απορία οι ποντικοί.
- Είναι ο αέρας, απάντησε το σύννεφο. Όταν φυσάει με πηγαίνει όπου θέλει. Όσο κι αν αντισταθώ δεν καταφέρνω να τον νικήσω.
- Δίκιο έχεις, είπαν οι ποντικοί και έφυγαν.
Σε λίγες μέρες ετοιμάστηκαν και ξεκίνησαν για ένα μακρινό ταξίδι, πέρα μακριά, στη χώρα του αέρα.
Κάποτε έφτασαν. Βρήκαν τον αέρα και του είπαν πως ήρθαν να του ζητήσουν να παντρευτεί την κόρη τους την ποντικούλα, αφού εκείνος είναι ο δυνατότερος απ΄ όλους.
- Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε και ευχαρίστως θα παντρευόμουν την κόρη σας, αλλά, δυστυχώς, δεν είμαι ο δυνατότερος από όλους.
- Δεν είσαι; και ποιος είναι;
- Ελάτε μαζί μου, είπε ο αέρας και τους οδήγησε σε ένα ψηλό σημείο. Εκεί σταμάτησε, έδειξε μπροστά με το δάχτυλό του και είπε:
- Δυνατότερος από μένα είναι αυτός εκεί ο ψηλός πύργος. Χρόνια και χρόνια προσπαθώ να τον γκρεμίσω και δεν τα ΄χω καταφέρει ακόμα. Φυσάω με όλη μου τη δύναμη και δεν κουνιέται ούτε ρούπι από τη θέση του. Αυτός είναι, λοιπόν, καλύτερος και δυνατότερος από μένα και αξίζει να παντρευτεί τη μοναχοκόρη σας.
Οι ποντικοί χαιρέτησαν τον αέρα, τον ευχαρίστησαν και έφυγαν.
Περπάτησαν, περπάτησαν και έφτασαν στον ψηλό πύργο.
Στάθηκαν και τον κοίταζαν.
- Πω, πω! Τι μεγάλος και ψηλός είναι! Σαν να ΄χε δίκιο ο αέρας. Βρήκαν, επιτέλους, το δυνατότερο και τον καλύτερο γαμπρό για την κόρη τους.
Χαιρέτησαν τον πύργο και του είπαν γιατί τον επισκέφτηκαν.
Ο πύργος γελώντας απάντησε:
- Νομίζετε, αγαπητοί μου ποντικοί, ότι εγώ είμαι ο δυνατότερος απ΄ όλους; Πόσο λάθος κάνετε! Μάθετε, λοιπόν, πως δυνατότεροι απ΄ όλους είστε εσείς, οι ποντικοί. Ναι, καλά ακούσατε. Εσείς οι ποντικοί, ξανάπε ο πύργος και ο πόντικας και η ποντικίνα έμειναν να τον κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη.
- Μα πώς; ρώτησαν.
- Να, είπε ο πύργος. Εγώ μπορεί να είμαι μεγάλος και ψηλός, αλλά εσείς οι ποντικοί χρόνια τώρα σκάβετε και τρώτε τα θεμέλιά μου. Έχετε ανοίξει τόσο πολλές τρύπες που με δυσκολία κρατιέμαι όρθιος. Λίγο ακόμα να σκάψετε και θα γίνω ένας μεγάλος σωρός από πέτρες και χώματα.
Αυτά είπε ο πύργος και οι ποντικοί κοιτάχτηκαν παραξενεμένοι και άφωνοι.
Σε λίγο ευχαρίστησαν τον πύργο και γύρισαν στη φωλιά τους.
Εκεί βρήκαν την ποντικούλα να τους περιμένει. Αγκαλιάστηκαν και αποφάσισαν ότι η αγαπημένη τους μοναχοκόρη έπρεπε να παντρευτεί έναν καλό και δυνατό ποντικό, αφού οι ποντικοί ήταν οι δυνατότεροι, οι καλύτεροι και οι πιο σπουδαίοι από όλους.
Και πραγματικά σε λίγο καιρό η ποντικούλα παντρεύτηκε έναν όμορφο, νεαρό ποντικό, καφετί και μεγάλο, με στρογγυλά χαριτωμένα αυτάκια και με μια μακριά ουρά.
Ήταν έξυπνος και αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του την ποντικούλα.
Όλοι ήταν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Γλέντησαν και χόρεψαν στο γάμο.
Σε λίγο καιρό είχαν και δυο παιδάκια, δυο μικρούς ποντικούληδες που πιο όμορφοι πουθενά στον κόσμο δεν υπήρχαν.
Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!



ΟΙ ΔΥΟ ΚΑΤΣΙΚΕΣ


 ΟΙ ΔΥΟ ΚΑΤΣΙΚΕΣ

Δυο κατσίκες ανταμώθηκαν μια φορά επάνω σ’ ένα στενό γεφύρι.

H μια είπε:

– Kάμε τόπο να περάσω εγώ!

– Eσύ να πας πίσω και ν’ αφήσεις να περάσω εγώ πρώτα! αποκρίθηκε η άλλη θυμωμένη.

– Πώς είπες; φώναξε η πρώτη. Eγώ να κάμω τόπο να περάσεις εσύ;
Eίσαι στα σωστά σου;

– Έτσι; φώναξε τότε η άλλη. Δοκίμασε λοιπόν να περάσεις!

Tο μάλωμα βάσταξε αρκετή ώρα με πολύ πείσμα.

Tέλος χύθηκαν η μια επάνω στην άλλη με μεγάλη ορμή.

Xτυπούσαν τα κέρατά τους άγρια και θυμωμένα.

Aλλά το γεφύρι ήταν στενό και γκρεμίστηκαν κι οι δυο τους.

Kάτω ήταν ποτάμι με βαθιά νερά.

Oι δυο κατσίκες θα πνίγονταν χωρίς άλλο.

Για καλή τους όμως τύχη, τις είδε ο βοσκός, έτρεξε, και
με πολλά βάσανα κατόρθωσε να τις γλιτώσει.

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ

Η κοκκινοσκουφίτσα

Μια φορά και έναν καιρό ζούσε σε ένα μικρό χωριό ένα κοριτσάκι. Η γιαγιά της της είχε χαρίσει ένα κόκκινο σκουφάκι που της άρεσε πολύ και το φορούσε πάντα. Έτσι όλοι στο χωριό την φώναζαν "κοκκινοσκουφίτσα".

Μια μέρα η γιαγιά της κοκκινοσκουφίτσας αρρώστησε και έτσι η μητέρα της την φώναξε και της είπε:
"κοκκινοσκουφίτσα, πάρε αυτό το καλάθι, έχει μέσα φαγητό και ένα μπουκάλι κρασί. Να τα πας στην γιαγιά σου που είναι άρρωστη για να γίνει καλά. Όμως να προσέχεις στο δρόμο και να μην βγεις από το μονοπάτι γιατί παραμονεύουν πολλοί κίνδυνοι".
Η κοκκινοσκουφίτσα υποσχέθηκε στην μητέρα της να προσέχει και ξεκίνησε.
Το σπίτι της γιαγιάς ήταν μέσα στο δάσος. Μετά από λίγη ώρα και ενώ περπατούσε στο μονοπάτι η κοκκινοσκουφίτσα συνάντησε ένα λύκο. Δεν ήξερε όμως ότι ο λύκος είναι κακός και έτσι δεν τον φοβήθηκε. Την πλησιάζει λοιπόν ο λύκος και της λέει:
- Καλή σου μέρα κοκκινοσκουφίτσα.
- Γεια σου λύκε!
- Πού πηγαίνεις τόσο νωρίς κοκκινοσκουφίτσα;
- Πηγαίνω στο σπίτι της γιαγιάς μου που είναι άρρωστη. Μου έδωσε η μαμά μου να της πάω φαγητό και κρασί για να δυναμώσει.
- Και πού μένει η γιαγιά σου;
- Το σπίτι της είναι κάτω από κάτι βελανιδιές λίγο πιο κάτω από εδώ.



Ο κακός λύκος σκέφτηκε: "να μια καλή ευκαιρία για μένα να φάω. Πρέπει να βρω ένα τρόπο για να την καθυστερήσω". Μετά από λίγο λέει στην κοκκινοσκουφίτσα: "κοκκινοσκουφίτσα, δες  τι όμορφα λουλούδια έχουν ανθίσει στο δάσος, άκου και τα πουλάκια τι ωραία κελαηδούν. Γιατί δεν στέκεσαι λίγο να τα δεις; Περπατάς βιαστική σαν να πηγαίνεις στο σχολείο ενώ είναι τόσο όμορφα εδώ."
Η κοκκινοσκουφίτσα κοίταξε γύρω της και είδε την όμορφη λιακάδα και  τα λουλούδια που άνθιζαν παντού μέσα στο δάσος και σκέφτηκε: "αν πάω ένα μπουκέτο λουλούδια στην γιαγιά μου θα χαρεί πολύ. Είναι νωρίς ακόμη, προλαβαίνω να μαζέψω μερικά." Και έτρεξε μέσα στο δάσος για να μαζέψει λουλούδια. Κάθε φορά που έκοβε ένα λουλουδάκι της φαίνονταν ότι έβλεπε ένα ακόμη πιο όμορφο λίγο παραπέρα και έτρεχε να το πάρει πηγαίνοντας όλο και πιο μέσα στο δάσος.

Στο μεταξύ ο κακός λύκος έτρεξε στο σπίτι της γιαγιάς της και χτύπησε την πόρτα.
"Ποιός είναι;" ρώτησε η γιαγιά.
"Είμαι η κοκκινοσκουφίτσα" είπε ο λύκος, "σου έφερα φαγητό και κρασί".
"Σπρώξε την πόρτα και μπες, είναι ανοιχτά. Είμαι πολύ άρρωστη και δεν μπορώ να σηκωθώ" είπε η γιαγιά.
Και τότε ο λύκος άνοιξε την πόρτα, πήγε αμέσως στο κρεβάτι της γιαγιάς και την έφαγε! Μετά φόρεσε την νυχτικιά της, έβαλε το σκουφάκι της, έκλεισε τις κουρτίνες, ξάπλωσε στο κρεβάτι της γιαγιάς και περίμενε την κοκκινοσκουφίτσα.

Η κοκκινοσκουφίτσα αφού μάζεψε πολλά λουλουδάκια ξεκίνησε για το σπίτι της γιαγιάς της. Μόλις έφτασε είδε την πόρτα ανοιχτή και ανησύχησε. Προχώρησε μέσα στο σπίτι και έφτασε δίπλα στο κρεβάτι της γιαγιάς της. Άνοιξε τις κουρτίνες και είδε ότι η γιαγιά της φαινόταν πολύ περίεργη. Έτσι ρώτησε:

- Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα αυτιά;
- Για να σε ακούω καλύτερα παιδί μου.
- Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα μάτια;
- Για να σε βλέπω καλύτερα κοριτσάκι μου.
- Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα χέρια;
- Για να σε πιάνω καλύτερα.
- Ω, γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλο και τρομερό στόμα;
"Για να σε φάω", είπε ο λύκος και αμέσως πετάχτηκε από το κρεβάτι και την έκανε μια μπουκιά!

Αφού ο λύκος έφαγε και την κοκκινοσκουφίτσα γύρισε στο κρεβάτι και ξάπλωσε γιατί το στομάχι του είχε βαρύνει. Τότε τον πήρε ο ύπνος και άρχισε να ροχαλίζει δυνατά.
Εκείνη την στιγμή έτυχε να περνάει έξω από το σπίτι της γιαγιάς ένας κυνηγός, που άκουσε το ροχαλητό και παραξενεύτηκε που η γιαγιά ροχάλιζε τόσο δυνατά. Έτσι αποφάσισε να πάει να δει τι συμβαίνει. Μόλις μπήκε μέσα είδε το λύκο να κοιμάται στο κρεβάτι, είδε και τη μεγάλη του κοιλιά και κατάλαβε τι είχε συμβεί.  "Σίγουρα έφαγε την γιαγιά" σκέφτηκε, "όμως μπορεί να προλαβαίνω ακόμα να την σώσω". Έτσι πήρε ένα ψαλίδι για να του ανοίξει την κοιλιά.
Μόλις έκοψε λίγο είδε το κόκκινο σκουφάκι της κοκκινοσκουφίτσας, ενώ μετά από λίγο το κοριτσάκι πετάχτηκε έξω κλαίγοντας "Ω, πόσο φοβήθηκα! Ήταν τόσο σκοτεινά μέσα στην κοιλιά του λύκου!" Αμέσως μετά βγήκε από την κοιλιά του λύκου και η γιαγιά. Τότε η κοκκινοσκουφίτσα έφερε πέτρες, γέμισαν την κοιλιά του λύκου και την έραψαν ξανά.

Όταν ο λύκος ξύπνησε ένιωθε το στομάχι του ακόμα πολύ βαρύ και πήγε να πιει νερό στο ποτάμι. Όταν έσκυψε να πιει νερό οι πέτρες ήταν τόσο βαριές που έπεσε μέσα στο ποτάμι και τον παρέσυρε πολύ μακριά.
Η κοκκινοσκουφίτσα, η γιαγιά της και ο κυνηγός που ήταν κρυμμένοι και τον είδαν χάρηκαν. Η γιαγιά έφαγε το φαγητό, ήπιε το κρασί και ένιωσε καλύτερα. Και η κοκκινοσκουφίτσα σκέφτηκε: "άλλη φορά θα ακούω τη μαμά μου και δεν θα φεύγω από το μονοπάτι".

Ένα παραμύθι από τα παιδικά μας χρόνια από τους αδερφούς Γκριμ (Grimm).

Η ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΟΙ 7 ΝΑΝΟΙ

Η ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΟΙ 7 ΝΑΝΟΙ

Μια φορά και έναν καιρό σε μια μακρινή χώρα ζούσε μια βασίλισσα.

Μια μέρα σαν όλες τις άλλες, η βασίλισσα κάθονταν στο δωμάτιό της και δούλευε δίπλα στο παράθυρο που ήταν φτιαγμένο από μαύρο ξύλο. Εκεί που δούλευε και κοιτούσε έξω που χιόνιζε, τρύπησε κατά λάθος το δάκτυλό της. Τότε τρείς σταγόνες αίμα έπεσαν από το δάκτυλό της πάνω στο χιόνι. Η βασίλισσα κοίταξε το αίμα και είπε: "Θέλω όταν γεννηθεί η κόρη μου να είναι άσπρη σαν το χιόνι, κόκκινη σαν το αίμα και μαύρη σαν το ξύλο από το παράθυρό μου!"
Και έτσι έγινε. Όταν γεννήθηκε η κόρη της βασίλισσας είχε λευκό δέρμα σαν το χιόνι, κόκκινα μάγουλα σαν το αίμα και τα μαλλιά της ήταν μαύρα σαν το ξύλο του παραθύρου. Γι’ αυτό ονόμασαν το κορίτσι "Χιονάτη".Μια μέρα η βασίλισσα πέθανε και ο βασιλιάς σύντομα παντρεύτηκε μια καινούρια βασίλισσα που ήταν πολύ όμορφη αλλά και πολύ κακιά και δεν ήθελε καμιά να είναι ομορφότερη από αυτήν. Η κακιά βασίλισσα είχε έναν μαγικό καθρέφτη τον οποίο κοιτούσε και τον ρωτούσε: "Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, πες μου ποια είναι η πιο όμορφη από όλες τις γυναίκες;" Και ο καθρέφτης απαντούσε: "Εσύ βασίλισσά μου είσαι η ομορφότερη από όλες!"
Όμως όσο η Χιονάτη μεγάλωνε γίνονταν όλο και πιο όμορφη και μόλις έγινε εφτά χρονών ήταν το ίδιο όμορφη με την βασίλισσα. Τότε μια μέρα όταν η βασίλισσα ρώτησε τον καθρέφτη ποια είναι η πιο όμορφη ο καθρέφτης απάντησε: "Βασίλισσά μου μπορεί να είσαι πολύ όμορφη, αλλά η Χιονάτη είναι ομορφότερη από εσένα!" Όταν η βασίλισσα το άκουσε αυτό χλώμιασε και θύμωσε πολύ. Τότε φώναξε έναν υπηρέτη της και του είπε: "Πήγαινε τη Χιονάτη βαθιά μέσα στο δάσος και φρόντισε να μην την ξαναδώ." 
Ο υπηρέτης υπάκουσε και οδήγησε την Χιονάτη στο δάσος αλλά την τελευταία στιγμή την λυπήθηκε και δεν μπόρεσε να της κάνει κακό. "Δεν θα σε πειράξω κοριτσάκι" της είπε και την άφησε. Αν και ήταν σίγουρος ότι τα άγρια ζώα του δάσους θα την σκότωναν, ένιωσε καλά με την απόφασή του να μην της κάνει κακό αλλά να την αφήσει στην τύχη της.
Η Χιονάτη περιπλανιόταν μόνη της στο δάσος και ήταν πολύ φοβισμένη από τα άγρια ζώα που ζούσαν εκεί. Μόλις έφτασε το βράδυ, για καλή της τύχη βρήκε μια καλύβα και μπήκε μέσα να ξεκουραστεί και να προστατευθεί. 
Όλα τα πράγματα μέσα στην καλύβα ήταν καθαρά και νοικοκυρεμένα. Το τραπέζι ήταν στρωμένο με ένα λευκό τραπεζομάντηλο και επάνω σ' αυτό υπήρχαν εφτά μικρά πιάτα με εφτά μικρά καρβέλια ψωμί και εφτά ποτήρια με κρασί. Επίσης υπήρχαν εφτά μαχαίρια και εφτά πηρούνια τακτοποιημένα δίπλα στα πιάτα. Η Χιονάτη είδε ακόμη ότι στο βάθος δίπλα στον τοίχο υπήρχαν εφτά μικρά κρεβάτια.
Η Χιονάτη ήταν κουρασμένη και πεινούσε πολύ. Έφαγε λοιπόν ένα κομμάτι από το κάθε καρβέλι ψωμί και ήπιε μια γουλιά από το κάθε ποτήρι κρασί. Μετά θέλησε να κοιμηθεί. Ξάπλωσε λοιπόν σε ένα από τα κρεβάτια, όμως ήταν πολύ μακρύ, ενώ ένα άλλο ήταν πολύ κοντό και έτσι δοκίμασε όλα τα κρεβάτια ώσπου στο τέλος το έβδομο ήταν στα μέτρα της. Εκεί ξάπλωσε και αποκοιμήθηκε.
Μόλις πέρασε λίγη ώρα, γύρισαν οι ιδιοκτήτες της καλύβας. Ήταν εφτά νάνοι που ζούσαν μέσα στο δάσος και έσκαβαν το βουνό για να βρουν χρυσάφι. Μόλις μπήκαν στην καλύβα άναψαν τις εφτά λάμπες τους και αμέσως είδαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. 
Ο πρώτος είπε:  "ποιος κάθισε στο σκαμνάκι μου;"
Ο δεύτερος είπε: "ποιος έτρωγε από το πιάτο μου;"
Ο τρίτος: "ποιος έφαγε από το ψωμί μου;"
Ο τέταρτος: "ποιος χρησιμοποίησε το κουτάλι μου;"
Ο πέμπτος είπε: "ποιος έφαγε με το πιρούνι μου;"
Ο έκτος: "ποιος έκοψε με το μαχαίρι μου;"
Ο έβδομος είπε: "ποιος ήπιε από το κρασί μου;"

Τότε ο πρώτος κοίταξε τριγύρω και είπε: "ποιος ξάπλωσε στο κρεβάτι μου;" Και τότε όλοι παρατήρησαν ότι κάποιος είχε χρησιμοποιήσει τα κρεβάτια τους. Ο έβδομος όμως είδε την Χιονάτη και φώναξε τα αδέρφια του να έρθουν να δουν. Τότε όλοι πήραν τα φαναράκια τους και πλησίασαν να κοιτάξουν την Χιονάτη. "Ω, τι όμορφο κοριτσάκι είναι αυτό!", είπαν όλοι οι νάνοι και συνέχισαν να την κοιτάζουν φροντίζοντας να μην την ξυπνήσουν. Τότε αποφάσισαν να κοιμηθούν μέχρι να έρθει το πρωί ενώ ο έβδομος νάνος κοιμήθηκε από μία ώρα στα κρεβάτια των αδελφών του.
Το πρωί που ξύπνησαν όλοι η Χιονάτη είδε τους νάνους και τους είπε τι της είχε συμβεί. Οι νάνοι που ήταν καλοί, της είπαν να μην στεναχωριέται και ότι μπορεί να μείνει μαζί τους. Ετσι συμφώνησαν να πηγαίνουν αυτοί στη δουλειά τους κι εκείνη να τους μαγειρεύει και να τους βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού.

Έπειτα οι νάνοι έφυγαν για να πάνε να ψάξουν χρυσάφι στο βουνό. Πριν όμως φύγουν είπαν στην Χιονάτη να προσέχει και να μην ανοίγει σε κανέναν γιατί φοβόντουσαν ότι η βασίλισσα θα ανακάλυπτε ότι μένει μαζί τους.

Η βασίλισσα που πίστευε ότι η Χιονάτη είχε πεθάνει, ήταν πλέον σίγουρη ότι αυτή είναι η πιο όμορφη και έτσι πήγε στον μαγικό καθρέφτη και τον ρώτησε: "Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, πες μου από όλες τις γυναίκες ποια είναι η πιο όμορφη;" Και ο καθρέφτης απάντησε: "Εσύ βασίλισσά μου είσαι η πιο όμορφη σε όλη αυτή τη χώρα. Όμως μακριά, πέρα από τους λόφους, βαθιά μέσα στο δάσος, εκεί που μένουν οι εφτά νάνοι, εκεί κρύβεται η Χιονάτη που είναι πολύ πιο όμορφη από εσένα!" Τότε η βασίλισσα, που ήξερε ότι ο καθρέφτης δεν έλεγε ποτέ ψέματα, θύμωσε πάρα πολύ και κατάλαβε ότι ο υπηρέτης της την είχε προδώσει και δεν ότι  δεν είχε σκοτώσει την Χιονάτη. 

Τότε αποφάσισε να μεταμφιεστεί σε γριούλα πωλήτρια και να πάει να βρει τη Χιονάτη.  Πήρε λοιπόν το δρόμο προς το σπίτι των νάνων. Όταν έφτασε εκεί χτύπησε την πόρτα και είπε: "Πουλάω όμορφα πράγματα." Η Χιονάτη, που ήταν εκείνη τη στιγμή μόνη της στο σπίτι, κοίταξε έξω από το παράθυρο και είδε την γυναίκα. "Καλημέρα καλή κυρία, τι έχεις να πουλήσεις;" ρώτησε. "Καλά πράγματα, όμορφα πράγματα!" είπε η βασίλισσα, "έχω κορδόνια και κορδέλες σε όλα τα χρώματα". Η Χιονάτη σκέφτηκε: "Θα αφήσω την γριούλα να μπει, φαίνεται καλή κυρία» και ξεκλείδωσε την πόρτα. 

"Να ‘σαι καλά", είπε η γριούλα, "ω! πόσο άσχημα είναι δεμένος ο κορσές σου! Κάτσε να στον δέσω όμορφα με έναν από τα κορδόνια μου." Η Χιονάτη, που δεν κατάλαβε ότι αυτή ήταν η κακιά βασίλισσα,στάθηκε μπροστά της για να της δέσει τον κορσέ. Τότε η γριούλα έπιασε γρήγορα τα κορδόνια από τον κορσέ και τα έσφιξε τόσο δυνατά που η Χιονάτη δεν μπορούσε να πάρει ανάσα και έπεσε κάτω σαν να είχε πεθάνει. "Αυτό είναι το τέλος της ομορφιάς της" είπε η κακιά βασίλισσα και έφυγε.
Το βράδυ που γύρισαν οι εφτά νάνοι είδαν την Χιονάτη πεσμένη στο πάτωμα και πίστεψαν ότι είχε πεθάνει. Όμως, μόλις πήγαν να σηκώσουν το σώμα της, είδαν την κορδέλα που την έσφιγγε και κατάλαβαν τι είχε συμβεί. Γρήγορα έκοψαν τα κορδόνια του κορσέ και αμέσως η Χιονάτη άρχισε να αναπνέει και σύντομα ξαναβρήκε το χρώμα της. Τότε της είπαν: "Η γριούλα ήταν η βασίλισσα, γι' αυτό από εδώ και μπρος να προσέχεις και να μην ανοίγεις σε κανέναν όσο λείπουμε."
Όταν η βασίλισσα γύρισε σπίτι ρώτησε πάλι τον καθρέφτη ποια είναι η πιο όμορφη και ο καθρέφτης της απάντησε ξανά η Χιονάτη!

Τότε η βασίλισσα που κατάλαβε ότι η Χιονάτη ζει ακόμη, θύμωσε πάρα πολύ. Μεταμφιέστηκε λοιπόν πάλι, διαφορετικά όμως από την προηγούμενη φορά, πήρε μαζί της ένα δηλητηριασμένο χτένι και πήγε πάλι στο σπίτι των νάνων.

Μόλις έφτασε χτύπησε και είπε: "Πουλάω όμορφα πράγματα." Όμως η Χιονάτη που στεκόταν στο παράθυρο απάντησε: "Δεν ανοίγω σε κανέναν." Τότε η βασίλισσα είπε: "Δε χρειάζεται να ανοίξεις καλή μου κοπέλα, μόνο κοίτα τι ωραία χτένια πουλάω" και έδωσε το δηλητηριασμένο χτένι στην Χιονάτη από το παράθυρο.

Το χτένι ήταν τόσο όμορφο που  το κορίτσι αποφάσισε να το βάλει στα μαλλιά της για να το δοκιμάσει. Μόλις όμως το χτένι άγγιξε το κεφάλι της, το δηλητήριο που ήταν πολύ δυνατό την έριξε κάτω αναίσθητη. "Εκεί κάτω να μείνεις", είπε η βασίλισσα και έφυγε.

Για καλή τύχη της Χιονάτης οι νάνοι γύρισαν πιο νωρίς στο σπίτι εκείνο το βράδυ και μόλις είδαν το κορίτσι αναίσθητο κατάλαβαν τι είχε συμβεί. Σύντομα βρήκαν το δηλητηριασμένο χτένι και μόλις το έβγαλαν η Χιονάτη συνήλθε και τους διηγήθηκε όλα όσα είχαν συμβεί. Τότε οι νάνοι προειδοποίησαν για άλλη μια φορά την Χιονάτη να μην ανοίγει σε κανέναν όταν λείπουν.


Στο μεταξύ η βασίλισσα πήγε στο σπίτι της και ρώτησε αμέσως τον καθρέφτη της την ίδια ερώτηση. Όταν ο καθρέφτης της απάντησε και πάλι ότι η πιο όμορφη είναι η Χιονάτη, η βασίλισσα άρχισε να τρέμει από την οργή της και είπε: "Η Χιονάτη θα πεθάνει ακόμη και αν μου κοστίσει την ζωή μου."

Τότε πήρε ένα μήλο, πήγε σε ένα μυστικό δωμάτιο του παλατιού και έβαλε μέσα στο μήλο δηλητήριο. Από έξω το μήλο φαίνονταν πολύ ωραίο και γευστικό, όμως όποιος το δοκίμαζε θα πέθαινε αμέσως. Μετά μεταμφιέστηκε σαν γυναίκα χωρικού και ξαναπήγε στο σπίτι των νάνων.

Μόλις χτύπησε την πόρτα η Χιονάτη έβγαλε το κεφάλι της από το παράθυρο και είπε: "Οι καλοί νάνοι με συμβούλεψαν να μην ανοίξω σε κανέναν." "Κάνε όπως θέλεις" είπε η γυναίκα, "πάρε όμως αυτό το ωραίο μήλο, σου το κάνω δώρο". "Όχι, δεν το θέλω" είπε η Χιονάτη. Η βασίλισσα όμως που ήταν πονηρή της είπε: "Ανόητο κορίτσι! Τι φοβάσαι; Μήπως είναι δηλητηριασμένο; Έλα, εσύ θα φας από την μια μεριά και εγώ από την άλλη."

Το μήλο όμως ήταν έτσι φτιαγμένο που η μια του πλευρά ήταν δηλητηριασμένη ενώ η άλλη όχι! Η Χιονάτη που είχε μπει στον πειρασμό να δοκιμάσει το μήλο, γιατί φαινόταν πολύ νόστιμο, μόλις είδε την γυναίκα να τρώει από τη μια μεριά, δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο και δάγκωσε κι αυτή από την άλλη. Μόλις όμως δάγκωσε το μήλο έπεσε κάτω και φαινόταν σαν νεκρή. "Αυτή την φορά τίποτα δεν θα σε σώσει" είπε η βασίλισσα και γύρισε πίσω στο σπίτι της.

Τότε ρώτησε πάλι τον καθρέφτη της ποια είναι η πιο όμορφη και επιτέλους ο καθρέφτης της απάντησε:
"Εσύ βασίλισσα μου είσαι η ομορφότερη από όλες" και τότε η κακιά βασίλισσα χάρηκε πολύ.


Όταν ήρθε το βράδυ, οι νάνοι γύρισαν στο σπίτι τους και βρήκαν την Χιονάτη ξαπλωμένη στο πάτωμα. Δεν ανέπνεε καθόλου και φοβήθηκαν ότι είχε πεθάνει. Την σήκωσαν, χτένισαν τα μαλλιά της, έπλυναν το πρόσωπό της με κρασί και νερό όμως δεν μπόρεσαν να την κάνουν καλά.

Τότε την ξάπλωσαν πάνω σε ένα κρεβάτι και την θρηνούσαν για τρεις ολόκληρες μέρες. Σκέφτηκαν να την θάψουν όμως τα μάγουλά της ήταν ακόμη κόκκινα και το πρόσωπό της έμοιαζε όπως όταν ήταν ζωντανή.

Τότε είπαν: "Ποτέ δεν θα την θάψουμε στο κρύο έδαφος". Την έβαλαν λοιπόν σε ένα γυάλινο κουτί για να μπορούν να την βλέπουν και έγραψαν με χρυσά γράμματα το όνομά της και ότι ήταν κόρη βασιλιά. Μετά τοποθέτησαν το κουτί πάνω σε ένα λόφο και κάθε μέρα ένας κάθονταν εκεί ένας-ένας με τη σειρά για να την προσέχει. Τα πουλιά ήρθαν και αυτά για να θρηνήσουν την Χιονάτη. Πρώτο απ’ όλα ήρθε μια κουκουβάγια, μετά ένα κοράκι και τελευταίο ένα περιστέρι.

Έτσι η Χιονάτη έμεινε ξαπλωμένη για πολλά, πολλά χρόνια και έμοιαζε σαν να κοιμάται γιατί το δέρμα της ήταν ακόμη λευκό σαν το χιόνι, τα μάγουλά της κατακόκκινα και τα μαλλιά της μαύρα.

Μια μέρα έφτασε στο σπίτι των νάνων ένας πρίγκιπας. Είδε το κουτί με την κοπέλα μέσα και διάβασε απ' έξω τα χρυσά γράμματα που έγραφαν ότι την έλεγαν Χιονάτη και ότι ήταν κόρη βασιλιά. Του πρίγκιπα του άρεσε πολύ η Χιονάτη και πρόσφερε στους νάνους λεφτά για να την πάρει μαζί. Εκείνοι όμως του απάντησαν: "Δεν θα την αποχωριστούμε ούτε για όλο το χρυσάφι του κόσμου."

Με τα πολλά και αφού κατάλαβαν ότι ο πρίγκιπας ήταν καλός και ότι θα προσέχει τη Χιονάτη, στο τέλος οι νάνοι τον λυπήθηκαν και του έδωσαν το κουτί με την κοπέλα. Την στιγμή όμως που πήγε να σηκώσει το κουτί για να το πάρει μαζί του, το μήλο έπεσε από το στόμα της Χιονάτης και ξύπνησε! Τότε εκείνη ρώτησε: "Πού βρίσκομαι;" Και ο πρίγκιπας απάντησε: "Είσαι ασφαλής μαζί μου." Έπειτα της εξιστόρησε τι είχε συμβεί και είπε: "Σε αγαπώ περισσότερο από όλο τον κόσμο. Έλα μαζί μου στο παλάτι του πατέρα μου και θα γίνεις γυναίκα μου." Η Χιονάτη συμφώνησε και πήγε μαζί με τον πρίγκιπα στο παλάτι όπου άρχισαν οι προετοιμασίες για τον γάμο τους.
Ανάμεσα στους καλεσμένους του γάμου ήταν και ο παλιός εχθρός της Χιονάτης, η κακιά βασίλισσα. Καθώς ντύνονταν με ωραία φορέματα γύρισε στον καθρέφτη της και ρώτησε: "Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, πες μου ποια είναι η πιο όμορφη από όλες;" Και ο καθρέφτης απάντησε: "Εσύ κυρά μου είσαι η πιο όμορφη εδώ, όμως η ομορφότερη από όλες είναι αυτή που θα παντρευτεί τον πρίγκιπα και θα γίνει νέα βασίλισσα."

Όταν το άκουσε αυτό, η κακιά βασίλισσα ένιωσε οργή. Όμως η ζήλια της και η περιέργειά της ήταν τόσο μεγάλες που ήθελε να πάει να δει την νύφη. Μόλις έφτασε στο γάμο και είδε ότι η νύφη ήταν η Χιονάτη που νόμιζε ότι είχε σκοτώσει τότε έσκασε από το κακό της και πέθανε.

Η Χιονάτη και ο πρίγκιπας έζησαν και βασίλεψαν ευτυχισμένοι για πολλά, πολλά χρόνια!